Legislator Case Law & Legislation
406/2007 AI generated

406/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 406/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 854/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 947/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαϊου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

406/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, όμως, ενώ ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται στη πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και ποιες είναι οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, που θεμελιώνουν την εσφαλμένη κρίση του επί των αγωγικών αιτημάτων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 406 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 406/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., κατοίκου..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Αγγελόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 854/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 947/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαϊου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, β) αλλά και την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Σε όλες, όμως, αυτές τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και, συνεπώς, για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει αφ' ενός μεν να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, και μάλιστα ενάριθμα, η παραβιασθείσα ουσιαστική διάταξη, αφ' ετέρου δε να αναφέρονται με πληρότητα, α) στη πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και β) στις υπόλοιπες περιπτώσεις οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης.

Στη προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλείται επί λέξει "παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, και ειδικότερα των διατάξεων περί αλληλοχρέου λογαριασμού", ενώ παράλληλα ότι "κατά κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών αποδέχεται η προσβαλλομένη απόφαση", ότι α) "υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικά αλληλόχρεος λογαριασμός" και β) "ενόψει της υποχρεώσεως του εναγομένου για αποστολή εμβασμάτων προκαταβολών κατ' εκτίμηση των πωλήσεων καθίσταται εμφανής η δυνατότητα να είναι εκάστοτε οφειλέτης ή δανειστής οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη".

Έτσι, όμως, ενώ ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται στη πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και ποιες είναι οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, που θεμελιώνουν την εσφαλμένη κρίση του επί των αγωγικών αιτημάτων.

Συγκεκριμένα με βάση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι η μεταξύ των διαδίκων επίδικη σύμβαση ήταν (σύμβαση) αλληλοχρέου λογαριασμού, πώς λειτουργούσε αυτή και κυρίως πώς προέκυψε το αγωγικό κατάλοιπο του περί ού πρόκειται αλληλοχρέου λογαριασμού, Πρέπει επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.

Ο ίδιος αυτός λόγος, καθό μέρος βάλλει κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η κρίση αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμού των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονα κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ. Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια, ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης παραδεκτά υποβληθέντα ισχυρισμό, ότι δεν παρέστη στη πρωτοβάθμια δίκη, ενώ είχε καταθέσει νομίμως προτάσεις, λόγω ανωτέρας βίας, ήτοι ένεκα αλλαγής της ώρας εκδικάσεως των υποθέσεων από την 7η απογευματινή, που ανέγραφε το κοινοποιηθέν δικόγραφο της αγωγής, την 9η πρωϊνή, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" υπό τη προεκτεθείσα έννοια του όρου.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται τη προσβαλλομένη απόφαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, καίτοι επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, τα κάτωθι αποδεικτικά έγγραφα: 1) Την από 2-22-2000 εξώδικη απάντησή του, με την οποίαν αμφισβητούσε ευθέως το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού, 2) Την μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης υπογραφείσα σύμβαση υποπρακτόρευσης, στην οποία περιλαμβάνεται και το ποσοστό της αμοιβής του υποπράκτορος (αναιρεσείοντος), μαζί με τις αναλυτικές καταστάσεις των προσφορών, και αυτά για την απόδειξη της ενστάσεως συμψηφισμού, που ο τελευταίος είχε προβάλλει και 3) Την 3438/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ο ποίαν απερρίφθη ανάλογη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά άλλης υποπράκτορος στη Μύκονο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά μεν τα υπ' αριθμ. 1 και 3 έγγραφα ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε και όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία καθενός από αυτά, σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα δύο αυτά έγγραφα, κατά δε το υπ' αριθμ. 2 έγγραφο ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει εκ της παραδεκτής επισκοπήσεως της αναιρεσιβαλλομένης, η ένσταση συμψηφισμού, προς απόδειξη της οποίας προσκομίσθηκε αυτό, απερρίφθη λόγω υπάρξεως δεδικασμένου γι' αυτήν εκ προηγουμένης αποφάσεως (της 844/2005) του Εφετείου Αθηνών.

Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) για έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-5-2005 αίτηση του ... για αναίρεση της 947/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ