406/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated406/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος όλως πεπλανημένως, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο δέχεται κατ' αρχήν ότι δήθεν το 1926 έλαβε χώρα άτυπη δια κλήρου διανομή όλης της εκτάσεως των 4.558 στρεμμάτων, στη συνέχεια δε καταλήγει εσφαλμένα και αντιφατικά ότι από την μνημονευόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. .../1972 πράξη του συμβολαιογράφου Κρωπίας Μ.
Full text
Απόφαση 406 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 406/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Συν. ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λάλλα.
Των αναιρεσιβλήτων:1) Α. συζύγου Γ. Μ., το γένος Ν. Μ., κατοίκου ..., 2) Β. συζύγου Σ. Σ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 3) Α. συζύγου Π. Μ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., 4) Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 5) α) Ε. συζύγου Φ. Α., το γένος Ι. Π. και β) Α. Α. του Φ., κατοίκων ... και 6) α) Α. χήρας Μ. Α., το γένος Γ. Σ., β) Ε. Μ. Α. και γ) Ε. Μ. Α., κατοίκων .... Οι 1η και 5η (α) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τσίπρα, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν με τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, είναι ασθενής και δεν μπορεί αυτή την στιγμή να αγορεύσει. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28 Μαΐου 1995 και 12 Φεβρουαρίου 1996 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1819/1998 μη οριστική, 4609/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2185/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2003 αίτησή του και τους από 28-11-2005 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 15-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-6-2004 (και όχι 2003 όπως εκ παραδρομή σ' αυτήν αναφέρεται ) αίτησης αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση διαδίκου φέρουν το χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του αρθρ. 390 ΚΠολΔικ, αρμόδιοι δε για τη σύνταξη αυτών είναι τοπογράφοι μηχανικοί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 133, 141 § 2 του Π.Δ. της 2/10-27/11/1931, 3 και 4 § 1 του Ν. 2276/1936 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 6 § 1 και 7 § 1 του Α.Ν. 2326/1940 και αρθ. 5 του Ν. 651/1977, πλην όμως αν αυτά συνταχθούν από μη τοπογράφο μηχανικό δεν καθίστανται εξ αυτού του λόγου νόμω ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, αφού ούτε από τις προδιαληφθείσες ούτε από καμία άλλη διάταξη προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Ενόψει δε του χαρακτήρα τους ως γνωμοδοτήσεων του αρθρ. 390 Κ.Πολ.Δικ., τα τοπογραφικά διαγράμματα δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση με την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 20 του ίδιου Κώδικα, όπως τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα, και επομένως δεν ιδρύεται ο από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με το πρώτο μέρος του για πλημμέλεια από το αρθ. 559 αρ. 11 εδ.
α' και όχι και 1 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο ΚΠολΔικ., διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος και συγκεκριμένα το από 10/5/1974 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β. Γ., που προσκομίσθηκε με επίκληση από τους ήδη αναιρεσιβλήτους προς απόδειξη της θέσης των επίδικων ακινήτων, για το λόγο ότι ο συντάκτης του είναι όχι τοπογράφος αλλά χημικός μηχανικός, και επομένως αναρμόδιος για τη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, και με το δεύτερο μέρος για πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ίδιου κώδικα για την από το Εφετείο παραμόρφωση του περιεχομένου του τοπογραφικού αυτού διαγράμματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ, με τους δεύτερο, μέρος πρώτο, περίπτωση α' και δ', και μέρος τέταρτο, περίπτωση α', τρίτο, μέρος πρώτο, περ. α', λόγους αναιρέσεως και δεύτερο, μέρος α', και έκτο από τους πρόσθετους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάση λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον ειδικώτερα το Εφετείο δέχθηκε όλως εσφαλμένα, κατά τον εναγόμενο - ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ότι δήθεν από τις από 1/10/1926 τέσσερες αιτήσεις για λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που άσκησαν μέλη του συνεταιρισμού Λιόπεσι κατά δέκα έξι διαγραφέντων καλλιεργητών, καθώς και από το υπ' αριθμ. .../1926 πρακτικό συμβιβασμού, που υπογράφηκε την 11/10/1926, προκύπτει ότι μετά τη διάλυση του συνεταιρισμού έλαβε χώρα μεταξύ των μελών του άτυπη δια κλήρου διανομή του μεγαλύτερου ακινήτου της ιδιοκτησίας του στις εκτάσεις του οποίου περιλαμβάνεται και η επίδικη, από την οποία διανομή έκαστο μέλος έλαβε συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα, ενώ αυτά δεν είναι αληθή, είναι δε και αντιφατικά, διότι αφού κατά το Εφετείο στις πιο πάνω αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων αναφέρεται ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή του μεγαλύτερου ακινήτου του διαλυθέντος συνεταιρισμού, σημαίνει ότι αυτή είχε ήδη ολοκληρωθεί προ της ασκήσεως των αιτήσεων αυτών, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η υπεισέλευση στην διανομή αυτή και των δεκαέξι διαγραφέντων καλλιεργητών, περαιτέρω δε το Εφετείο δέχεται ότι προηγουμένως ο συνεταιρισμός Λιόπεσι με τα αναφερόμενα συμβόλαια μεταβίβασε στα μέλη του το 1/20 εξ αδιαιρέτου σε κάθε δεκαμελή ομάδα, και ακόμη, ενώ γίνεται δεκτό ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή του όλου ακινήτου μεταξύ των 184 μελών του συνεταιρισμού, στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι η διανομή αφορούσε όχι το όλο αλλά το μεγαλύτερο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση.
Τέλος όλως πεπλανημένως, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο δέχεται κατ' αρχήν ότι δήθεν το 1926 έλαβε χώρα άτυπη δια κλήρου διανομή όλης της εκτάσεως των 4.558 στρεμμάτων, στη συνέχεια δε καταλήγει εσφαλμένα και αντιφατικά ότι από την μνημονευόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. .../1972 πράξη του συμβολαιογράφου Κρωπίας Μ.
Μπάτα προκύπτουν και αδιαίρετα τμήματα, από την αντίφαση δε αυτή καταδεικνύεται το εσφαλμένο της κρίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως περί δήθεν άτυπη δια κλήρου διανομή του όλου ακινήτου. Οι λόγοι αυτοί καθόσον μεν αναφέρονται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την διανομή του 1926 και την αναφορά στην πράξη του 1972 ύπαρξης εδαφικών τμημάτων που ανήκουν σε περισσότερα πρόσωπα εξ αδιαιρέτου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι δεν υπάρχει αντίφαση, κατά τα λοιπά δε οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση της ως άνω διατάξεως του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ πλήττεται η κατά τον αναφερόμενο στο αρθ. 561 § 1 του ίδιου κώδικα κανόνα, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΕΠΕΙΔΗ, με τους δεύτερο, μέρος πρώτο, περ. β', μέρος δεύτερο, περ. γ', και τρίτο, μέρος, δεύτερο, λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ. 8 εδ. α' και β' πλημμέλεια αντιστοίχως της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και της μη λήψης υπόψη άλλων πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικώτερα ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο τον ισχυρισμό για άτυπη διανομή της μεγαλύτερης έκτασης του αναφερόμενου στην αγωγή αγροκτήματος, στο οποίο εμπίπτουν τα επίδικα ακίνητα, από την οποία έκαστος από τους διαδίκους έλαβε διαιρετό τμήμα, στο οποίο μπορούσε πλέον να χρησιδεσπόσει, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να προταθεί από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους, και δεν έλαβε υπόψη του τον συνιστώντα πράγμα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως τέταρτο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο από την έκταση των 22,5 στρεμμάτων, που κατά τους ενάγοντες περιήλθεν στον δικαιοπάροχό τους Γ.
Σ., μετά την ένταξή της στο σχέδιο πόλεως το έτος 1970 και της αφαιρέσεως για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων του 1/3 αυτής, απέμενε καθαρή οικοπεδική έκταση εμβαδού 15 στρεμμάτων περίπου. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο μεν ισχυρισμός για άτυπη διανομή προτάθηκε από τους ενάγοντες, αφού αναφέρεται στην αγωγή τους ως στοιχείο της ιστορικής βάσεως αυτής, ο δε τέταρτος λόγος της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, κατ' ορθήν εκτίμησή της, περιγράφοντας τα επίδικα ως συνορευόμενα με κοινόχρηστους χώρους και όχι ως περιέχοντα τέτοιους, εκ του πράγματος απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο.
ΕΠΕΙΔΗ, με τους δεύτερο, μέρος πρώτο, περ. γ', μέρος τρίτο, περ. β', μέρος τέταρτο, περ. β', και τρίτο, μέρος τρίτο, περ. α' και τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγους αναιρέσεως και πέμπτο, μέρος δεύτερο, από τους πρόσθετους λόγους προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει σ' αυτό και ειδικώτερα δεν έλαβε υπόψη:
α) δικαστική ομολογία των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων για το ότι δεν έγινε άτυπη διανομή της μείζονος έκτασης του αναφερόμενου στην αγωγή αγροκτήματος, από το οποίο προήλθαν τα επίδικα ακίνητα, και οι δικαιοπάροχοί τους δεν έλαβαν διαιρετά τμήματα από αυτό, ώστε να μπορούν να χρησιδεσπόσουν, την οποία ομολογία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και πρότεινε, και β) το υπ' αριθμ. .../1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Μακρή, και υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ... και .../1974 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κολοβού, τα έγγραφα για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής των επιδίκων, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι όλο το μερίδιο που δήθεν έλαβε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ.
Σ. από την άτυπη διανομή του προαναφερθέντος αγροκτήματος τελικώς περιορίσθηκε σε 15 στρέμματα, τα οποία όμως με τα ως άνω συμβόλαια μεταβιβάσθηκαν σε τρίτους καθώς και άδεια υλοτομίας, πρωτόκολλο Δασαρχείου περί εγκαταστάσεως του αναιρεσείοντος και το από 21/9/1970 συμφωνητικό. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ο μεν δεύτερος μέρος πρώτο περ.
γ' για μη λήψη υπόψη της δικαστικής ομολογίας ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου αυτός την ομολογία αυτήν, δεν την επικαλέστηκε, οι δε λοιποί αναφερόμενοι στα προαναφερθέντα έγγραφα ως αβάσιμοι, διότι από την γενική βεβαίωση του Εφετείου που διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι εκείνο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα απόδειξης που οι διάδικοί του προσκόμισαν με επίκληση, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο αυτής και ειδικώτερα στην εκ νέου αναφορά του Εφετείου σε όλα τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο εκείνο και τα έγγραφα αυτά.
ΕΠΕΙΔΗ, με τους τέταρτο, μέρος τρίτο, και έκτο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού Δικαίου και ειδικώτερα με τον τέταρτο λόγο κατά το αντίστοιχο μέρος του ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του αρθρ. 79 §§1, 2, 3, 26, 74, 180 και 203 του Αγροτικού Κώδικα, καθόσον, ενώ δέχεται ότι το μερίδιο της όλης εκτάσεως που έλαβε κάθε ένας από τους δικαιούχους προήλθε από διανομή αγροτικού κλήρου, στη συνέχεια δέχθηκε ότι χωρεί χρησικτησία επί των μεριδίων αυτών που είναι αγροτεμάχια, ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, και με τον έκτο λόγο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του αρθρ. 282 - 285 και 583 επ.
ΚΠολΔικ διότι απέρριψε αίτημα του ήδη αναιρεσείοντος και τότε εκκαλούντος περί αναβολής της δίκης για να συνεκδικασθεί η έφεσή του με εκκρεμούσες τριτανακοπές που ασκήθηκαν κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ο μεν πρώτος από αυτούς ως αόριστος, διότι δεν περιέχει, όπως θα έπρεπε κατά νόμο, (αρθ. 118 αρ. 4 559 αρ. 1, 566 § 1 ΚΠολΔικ Ολ.ΑΠ 32/1996) όλες τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, και ειδικώτερα την παραδοχή αυτού ότι, ενώ με το διάταγμα της 22-24 Νοεμβρίου 1924 του Υπουργείου Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το αναφερόμενο στην αγωγή αγρόκτημα απαλλοτριώθηκε σύμφωνα με τον αγροτικό νόμο προς αγροτική αποκατάσταση των καλλιεργητών της περιοχής, στη συνέχεια όμως η απαλλοτρίωση αυτή ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 160633/1925 διαταγή του Υπουργείου Γεωργίας και μετά την άρση της απαλλοτριώσεως αυτής επιτεύχθηκε η αγορά του αγροκτήματος κοινώς και αδιαιρέτως από τους αναφερόμενους δύο συνεταιρισμούς, οι οποίοι συμφώνησαν να διανείμουν μεταξύ τους την αγορασθείσα έκταση, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος, διότι ο από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι κανόνες των αρθρ. 282 - 285 και 583 επ.
του ίδιου κώδικα που φέρονται με αυτόν ότι παραβιάσθηκαν.-
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα εξ αιτίας του σφάλματος αυτού να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλ' αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Εν προκειμένω με τους δεύτερο, μέρος δεύτερο, περ. α', μέρος τρίτο, περ. γ', και τρίτο, μέρος πρώτο, λόγους αναιρέσεως και δεύτερο, μέρος β', από τους πρόσθετους προβάλλεται η από το άνω αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των ακολούθων εγγράφων αντίστοιχα: α) του υπ' αριθμ. 231/1926 πρακτικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι από αυτό προκύπτει ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή της μείζονος έκτασης του αγροκτήματος που αναφέρεται στην αγωγή ώστε καθένας από τους δικαιούχους έλαβε διαιρετόν τμήμα από αυτό, στο οποίο τμήμα ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία, ενώ η κρίση του αυτή είναι αντιφατική και εντελώς αστήρικτη, διότι με το πρακτικό αυτό απλώς αναγνωρίζεται το δικαίωμα των αναφερομένων σ' αυτό δεκαέξι καλλιεργητών να λάβουν μέρος ίσης εκτάσεως αγρών και δάσους με τους λοιπούς συνεταίρους και δεν γίνεται άτυπη διανομή, όπως πεπλανημένως δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη, β) του υπ' αριθμ. .../1967 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Λυκ.
Παπαγιαννάκου, από το οποίο το Εφετείο επιχείρησε να τεκμηριώσει την εσφαλμένη κρίση του περί δήθεν άτυπης διανομής του μείζονος αγροκτήματος, ενώ στο συμβόλαιο αυτό ρητά αναφέρεται ότι "εν πάση περιπτώσει το 1/200 εξ αδιαιρέτου επί της εκτάσεως των 610 στρεμμάτων", από το οποίο προκύπτει ότι δεν εχώρησε άτυπη διανομή.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ο μεν για το υπό στοιχείο α' έγγραφο, διότι πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου αυτού και όχι για διαγνωστικό λάθος, ο δε για το υπό στοιχείο β' έγγραφο, διότι αυτό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως έγγραφα (π.χ.
το προαναφερθέν πρακτικό συμβιβασμού), χωρίς να εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική του σημασία για το αποδεικτέο θέμα της άτυπης διανομής.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον δεύτερο, μέρος δεύτερο, περ. β', και μέρος τρίτο, περ. α', λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από το αρθ. 559 αρ. 10 περ. α' ΚΠολΔικ, ότι δηλαδή παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά και συγκεκριμένα δε τον περί άτυπης διανομής του μείζονος αγροκτήματος ισχυρισμό, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει αντίθετα ότι το Εφετείο με αποδείξεις που αναφέρονται σ' αυτήν και διεξήγαγε το ίδιο δέχθηκε ως αληθινό τον ως άνω ισχυρισμό.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο, μέρος πρώτο, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αρ. 10 περ. β' του αρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά τα αναφερόμενα σ' αυτόν πράγματα χωρίς να διατάξει απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι δεν αναφέρει το αναγκαίο για το ορισμένο του (αρθ. 118 αρ. 4 562 § 2 και 566 § 2 Κ.Πολ.Δικ. Ολ.ΑΠ 43/1990) στοιχείο, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων πρόβαλε το αντίστοιχο παράπονο στο Εφετείο.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ. 14 αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την κατάθεση του μάρτυρα Β. Γ. εκ του ότι αυτός προσδοκά άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης ως δικαιοπάροχος των αντιδίκων του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο δέχθηκε αναιρετικώς ανέλεγκτα ότι ο μάρτυρας αυτός ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και όχι ως δικαιοπάροχός τους και συνεπώς ως τέτοιος δεν προδοκά άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, μέρος πρώτο αυτού, προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αρ. 10 περ. α' ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή πράγματα με ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη και ειδικώτερα ότι επίδικα είναι εξ άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα που βρίσκονται στη θέση "..." της Κοινότητας Πικερμίου Αττικής και φαίνονται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του υπ' αριθμ. 133 Ο.Τ.
στο από 1015/1974 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β. Γ., αφού το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα "διαστρεβλώνει" την αλήθεια, δεδομένου ότι αποτελεί απόσπασμα του αναφερόμενου στο ΦΕΚ 130/1970 τοπογραφικού διαγράμματος των Ο.Τ. 187, 132, 133 και 133 α', το οποίο όμως δεν επαληθεύει την ταυτότητα των επιδίκων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω σχετικά με την ταυτότητα των επίδικων ακινήτων με αποδείξεις που το ίδιο διεξήγαγε και που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη (μάρτυρες και λοιπά έγγραφα).
Ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο μέρος αυτού από το αρθ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο το σφάλμα της παραμόρφωσης του περιεχομένου του ως άνω ΦΕΚ Δ. 130/1974 είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το έγγραφο αυτό δεν ελήφθη αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο υπόψη προς απόδειξη των ανωτέρω δεκτών γενομένων σχετικά με την ταυτότητα των επιδίκων, αλλά συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται η αποδεικτική του σημασία σε σχέση με τα αποδεικτέα γεγονότα.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αρ. 1, 8, 10, 17, 19 και 20 ΚΠολΔικ διότι το Εφετείο δέχεται ότι οι ενάγοντες απέκτησαν κυριότητα επί των επιδίκων οικοπέδων τόσο με παράγωγο τρόπο δυνάμει των αναφερόμενων σ' αυτήν πωλητήριων συμβολαίων, που μετεγράφησαν νόμιμα, όσο και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αφού με προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους νεμήθηκαν αυτά καλοπίστως για χρόνο μεγαλύτερο των δέκα ή είκοσι ετών αντίστοιχα και στηρίζει την κρίση του αυτή σε έγγραφα, όπως την υπ' αριθμ. 476/95 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορωπίου, την από 6/Κ/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Β. Π., την από Ιουλίου του 2001 έκθεση του μηχανικού Κων. Δίελα και την υπ' αριθμ. .../14.6.1972 πράξη της Συμβολαιογράφου Κορωπίου Μαρίας Μπάτα, χωρίς να αναφέρει ειδικότερα το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να αιτιολογεί τι προκύπτει από το καθένα. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά το ανεπαρκές των αιτιολογιών ως προς την ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, είναι, ενόψει του ότι το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια στην αναιρεσιβαλλομένη, απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση των ως άνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πραγματικά γεγονότα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας..
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο από τους πρόσθετους λόγους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου των αναφερόμενων σ' αυτόν εγγράφων σύμφωνα με το αρθ. 559 αρ. 20 (και όχι και 8 και 19, όπως σ' αυτόν τον λόγο αναφέρεται) ΚΠολΔικ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει με σαφήνεια ποιο είναι το περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων και κατά πόσο το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμά του στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα ως άνω έγγραφα.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο πρόσθετο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, ήτοι του άρθρ. 1033 Α.Κ, για έλλειψη νόμιμης βάσης και παραμόρφωση του περιεχομένου των αναφερόμενων σ' αυτόν εγγράφων σύμφωνα με το αρθ. 559 αρ. 1, 19 και 20 ΚΠολΔικ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν κυριότητα με παράγωγο τρόπο με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, που νομίμως μεταγράφηκαν, καθώς και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενώ "δεν υφίστανται έκτακτη χρησικτησία γιατί η νομή τους άρχισε μετά το 1986, αφού πρότερον ήταν εξ αντικειμένου ανέφικτη η άσκηση διακατοχικών πράξεων επί των επιδίκων "γιατί ήταν αδύνατη η εφαρμογή επί του εδάφους του σκαριφήματος του μηχανικού Β. Γ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση των ως άνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση του Εφετείου επί των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων.
ΕΠΕΙΔΗ, ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το αρθ. 559 αρ. 10 περ. α' ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει με σαφήνεια τα πράγματα που δέχθηκε το Εφετείο χωρίς απόδειξη.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον όγδοο πρόσθετο λόγο προβάλλονται οι από τους αριθ. 1, 8, 17, 19 και 20 του αρθ. 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς να αναφέρονται σ' αυτήν αντίστοιχα ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν και πως, σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης, ποια ήταν τα έγγραφα που παραμορφώθηκαν, ποια πράγματα έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και ποιες διατάξεις του διατακτικού εκείνης ήταν μεταξύ τους αντιφατικές και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον ένατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το αρθ. 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι του τετάρτου λόγου εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο ο αναφερόμενος στο υπ' αρθ. 231/1926 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικ. Κρωπίας Δ. Γ. Σ. ή X. και ο αναφερόμενος στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων με το όνομα Δ. Γ. Σ. ως δήθεν δικαιοπάροχος αυτών (απώτερος) δεν ταυτίζονται. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο λόγος αυτός της έφεσης ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε, αφού το Εφετείο δέχεται ότι ο Δ. Γ. Σ. είναι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και απορρίπτει όλους τους περί του αντιθέτου λόγους εφέσεως και την έφεση στο σύνολο της συνεπώς δε και τον τέταρτο αυτής λόγο.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21/6/2004 αίτηση αναιρέσεως του οικοδομικού Συνεταιρισμού "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΥΝ. Π.Ε." κατά της υπ' αριθμ. 2185/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- ΚΑΙ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα Ευρώ (1.170).-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ