Supreme Court dismisses appeal on forced expropriation compensation due to lack of specific facts and contradictory reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the State and the Archaeological Fund against the Regional Court of Dodecanese regarding the final compensation unit price for expropriated property. The appellants argued for a lower price based on specific circumstances and alleged contradictions in the lower court's reasoning, but failed to provide concrete details or clearly identify the alleged inconsistencies. The court found the lower court's decision sufficiently reasoned, having considered all comparative data, expert reports, and economic conditions without being bound by the non-mandatory expert committee's report, thus upholding the 230 euro per square meter valuation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 para. 4 of the Constitution; Art. 11 para. 1 of Law 797/1971; Art. 11 para. 3 of Law 2882/2001: An appeal against a decision on expropriation compensation is inadmissible if the appellant fails to specify concrete additional facts or clearly identify contradictory reasoning in the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 405 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 405/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" και ήδη "Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Περούλη και τον Ευάγγελο Τσάκαλο, Παρέδρους ΝΣΚ, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολλάλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-2-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2019 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 329/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου και συνεκδικάστηκε με την από 13-1-2020 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων.
Εκδόθηκε η 226/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 22-2-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και, σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ' ου η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δεσμεύσεως που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.
Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτριώσεως που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως θεωρείται ως μη γενομένη, αν, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημιώσεως, ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.
Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (Α.Π. 1132/2003).
Επίσης, με την 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμισι έτους.
Στη συνέχεια, ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.
Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.
Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Με την προεκτεθείσα διάταξη ενεργοποιείται πλέον η επιβολή περιορισμών στην περιουσία του ενδιαφερομένου για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως ιδιοκτήτη.
Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης επεμβαίνει, αφενός μεν στο ανώτατο ύψος της ήδη καθορισμένης αποζημιώσεως, αποκλείοντας στον καθ' ου την δυνατότητα να ζητήσει τον δικαστικό επανακαθορισμό της σε μεγαλύτερο ύψος, με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου του, αφετέρου δε, στους τόκους υπερημερίας που θα οφείλοντο σε περίπτωση εγέρσεως, εκ μέρους του, καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημιώσεως, με δικαιολογητικό λόγο την επιδίωξη του νομοθέτη να περιοριστεί το πρόσθετο οικονομικό κόστος, εξαιτίας της επανακηρύξεως της απαλλοτριώσεως και του καθορισμού αυξημένων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, τιμών μονάδας, χωρίς να παραβλέπεται και η μείωση του κύρους του Δημοσίου ή άλλων δημόσιων φορέων, υπέρ των οποίων κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και οι οποίοι κατέλαβαν τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, δίχως να πληρώσουν την αποζημίωση, όπως αυτά διατυπώνονται στην ίδια 23η σελίδα της αιτιολογικής αυτής εκθέσεως (Α.Π. 275/2016).
Επομένως, υπό την ισχύ της ως άνω ρυθμίσεως καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει, μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου, πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα, μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημιώσεως, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται, χωρίς άλλο, δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημιώσεως, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά.
Η απόφαση της διοικήσεως για διατήρηση της απαλλοτριώσεως, κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα, αλλά ρητά αφέθηκε στην διακριτική της ευχέρεια, με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου και ε) αν το αίτημα του καθ' ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημιώσεως (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη), ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημιώσεως) τόκων υπερημερίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι υποχρεωτική, μεταξύ άλλων, όταν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως ή των προσθέτων λόγων, οπότε και πρέπει να κατατίθενται τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση, αλλιώς είναι απαράδεκτες.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει της υπ' αριθμ. ΔΔΠ Γ 0006226 ΕΞ 2-4-2018 κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 83/25-4-2018 τ. Α.ΑΠ., απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για αρχαιολογικούς σκοπούς, υπέρ του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη του ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, επτά (7) ακίνητα, ιδιοκτησίας του αιτούντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, συνολικής έκτασης 3.528,26 τ.μ., στον αρχαιολογικό χώρο του μεσαιωνικού κάστρου ....
Κατόπιν ασκήσεως, εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου, της από 25-2-2019 αιτήσεως καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, που συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 329/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 220 ευρώ/τ.μ.
Εν συνεχεία, με την από 24-12-2019 (αρ. κατ. 7/9-1-2020) αίτησή του προς το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, στο ποσό των 700 ευρώ/τ.μ., ενώ με την από 13-1-2020 (αρ. κατ. 10/14-1-2020) αίτησή τους, οι ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας, στο ποσό των 60 ευρώ/τ.μ.
Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 226/2020 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η αίτηση των αναιρεσειόντων και έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση του αναιρεσίβλητου, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων στο ποσό των 230 ευρώ/τ.μ.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε η ένδικη, από 22-2-2021 (αρ. κατ. 7/25-2-2021), αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 25-2-2021. Στις 2-7-2021, επειδή είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία των 18 μηνών από την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 329/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (που δημοσιεύθηκε στις 16-12-2019), χωρίς να συντελεστεί η απαλλοτρίωση, εκδόθηκε -μετ' αποδοχή της από 23-6-2021 αιτήσεως - υπεύθυνης δηλώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος δήλωσε ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης- η υπ' αριθμ.
ΥΠΠΟΑ/Α.Π.290570/2-7-2021 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία έγινε αποδεκτή η συνέχιση της διαδικασίας της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων και πέραν της παρέλευσης του δεκαοκταμήνου από την έκδοση της υπ' αριθμ. 329/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου,.
Κατόπιν τούτου, δεν είναι πλέον δυνατόν να αιτηθεί ο ήδη αναιρεσίβλητος το δικαστικό επανακαθορισμό της ήδη καθορισμένης, με την ως άνω απόφαση, προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης σε μεγαλύτερο ύψος, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Πλην όμως, η απαγόρευση αυτή ανακαθορισμού της αποζημίωσης, δεν αποκλείει την άσκηση, εκ μέρους των υπέρ ων η απαλλοτρίωση, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως οριστικού καθορισμού, με την οποία επιδιώκεται ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της προσβαλλομένης αποφάσεως για νομικές πλημμέλειες, η οποία (αίτηση αναιρέσεως) δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αίτηση δικαστικού ανακαθορισμού της αποζημίωσης.
Συνεπώς, η προβληθείσα παραδεκτώς από τον αναιρεσίβλητο [με τις προτάσεις του που κατατέθηκαν στις 20-2-2023 (βλ. την επ' αυτών επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα), δηλαδή πλέον των είκοσι (20) ημερών πριν από τη δικάσιμο (17-3-2023), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.], ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, για το λόγο ότι, μετά την αποδοχή του αιτήματός του, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης, στον οποίο, κατ' αυτόν, οδηγεί τυχόν αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Και τούτο διότι, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, δεν ζητείται ο ανακαθορισμός της καθορισθείσας, με την υπ' αριθμ. 329/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, όπως εσφαλμένα ο αναιρεσίβλητος εκλαμβάνει, άλλα ο έλεγχος, για νομικές πλημμέλειες, της υπ' αριθμ. 226/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Κατόπιν τούτου, η υπό κρίση αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 226/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για προσωρινό καθορισμό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α` και β` του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο ορίζεται περαιτέρω, στο εδάφιο γ', ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 1 εδ.
α' και β' του Ν. 2882/2001, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1323/2023, Α.Π 1557/2022, Α.Π 1203/2022, Α.Π 781/2021).
Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου Ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α`90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, πλην όμως, αν το Δικαστήριο αποκλίνει από την αντικειμενική αξία ή από την τιμή της αρμόδιας επιτροπής ή του ανεξάρτητου εκτιμητή, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 759/2020).
Τέλος, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, που βαρύνθηκε με περιορισμούς, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ. α' και 6 του Συντάγματος 1975 (2001) και το Ν. 3028/2002 "Προστασία Αρχαιοτήτων-Πολιτιστικής Κληρονομίας", η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, για τη διάγνωση δε της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.1-2 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), θα συγκριθεί αυτό με όμορα ομοειδή ακίνητα, που δεν βαρύνονται με τέτοιους περιορισμούς ή, αν βαρύνονται, θα εκτιμηθούν αυτά σαν ελεύθερα, αφού παρακολουθούνται από ισόποση αξίωση αποζημιώσεως για τον περιορισμό που τα βαρύνει (Ολ.Α.Π. 3/1996, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 923/2013, Α.Π. 153/2012).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή όταν εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 2/2021, Α.Π. 1320/2023, Α.Π. 1365/2022, Α.Π. 1096/2022).
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Α.Π. 840/2022, Α.Π. 296/2022, Α.Π. 49/2022). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 50/2022).
Με το λόγο όμως αυτό, δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1096/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 915/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ.
ΔΔΠ Γ 0006226 ΕΞ 2-4-2018 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 83/25-4-2018 τ. Α.Α.Π., απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για αρχαιολογικούς σκοπούς, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) και με δαπάνη του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος), επτά (7) ακίνητα, ιδιοκτησίας του αιτούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), συνολικής έκτασης 3.528,26 τ.μ., στον αρχαιολογικό χώρο του μεσαιωνικού κάστρου ..., όπως τα ακίνητα αυτά απεικονίζονται στο από Ιουνίου 2013 και με αριθμό ...
κτηματολογικό διάγραμμα της Διεύθυνσης Αποτυπώσεων και Συντήρησης Κτιρίων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, με περιμετρικά στοιχεία Α1,Α2, Α3, Α4, Α5, Α6, Α7, Α8, Α9, Α10, ΑΙ1, Α12, Α13, Α14, Α15, Α16, Α17, Α18, Α19, Α20, Α21, ΑΙ και το συνοδεύον αυτό πίνακα, το οποίο θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης ..., στις 21-6-2013.
Ειδικότερα, απαλλοτριώθηκαν: 1) ένα οικόπεδο εμβαδού 503,98 τ.μ. (502,80 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο) εντός του οικισμού ... με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 45 Γαιών ... Φύλλο 150, Μερίδα 4193Α και Φάκελος 4701, 2) ένα οικόπεδο εμβαδού 503,98 τ.μ. (502,80 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο) εντός του οικισμού ... με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 45 Γαιών ...
Φύλλο 151, Μερίδα 4193Β και Φάκελος 4702, 3) ένα οικόπεδο εμβαδού 503,98 τ.μ. (502,80 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο) εντός του οικισμού ... με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 45 Γαιών ... Φύλλο 150, Μερίδα 4193Γ και Φάκελος 4703, 4) ένα οικόπεδο εμβαδού 503,98 τ.μ. (502,80 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο) εντός του οικισμού ... με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 45 Γαιών ...
Φύλλο 153, Μερίδα 4193Δ και Φάκελος 4704, 5) ένα οικόπεδο εμβαδού 503,98 τ.μ. (502,80 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο) εντός του οικισμού ... με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 45 Γαιών ... Φύλλο 154, Μερίδα 4193Ε και Φάκελος 4705, 6) ένα οικόπεδο εμβαδού 503,98 τ.μ. (502,80 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο) εντός του οικισμού ... με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 45 Γαιών ...
Φύλλο 155, Μερίδα 4193Ζ και Φάκελος 4706 και 7) ένα οικόπεδο εμβαδού 504,38 τ.μ/(503,20 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο) εντός του οικισμού ... με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 17 Γαιών ... Φύλλο 90, Μερίδα 4193 και Φάκελος 1813. Σε καθένα από τα υπό αριθμούς 1, 2, 3 και 4 από τα παραπάνω ακίνητα, έχει γραφτεί προσημείωση υποθήκης ποσού 130.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2362/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, υπέρ της ...
ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Τα ακίνητα του αιτούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), που απαλλοτριώθηκαν, με βάση τα παραπάνω, βρίσκονται στην περιοχή του παραδοσιακού οικισμού "..." στη νότια … και πλησίον του κάστρου του εν λόγω χωριού, σε υψόμετρο 250 μέτρων περίπου, με ανεμπόδιστη θέα, ενώ η ευρύτερη περιοχή (με πλησιέστερο οικισμό το …) είναι τουριστικά ανεπτυγμένη, καθώς έχουν οικοδομηθεί εκεί εμπορικά καταστήματα και πολυτελή ξενοδοχεία.
Η επιτροπή προεκτίμησης του άρθρου 15 του Ν. 2882/201, με την από 5-10-2018 έκθεσή της, καθόρισε την αξία των ως άνω ακινήτων σε εξήντα (60) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή δεν κρίνεται ότι αποτυπώνει την πραγματική αξία των υπό απαλλοτρίωση ακινήτων και ως εκ τούτου δεν είναι δεσμευτική για το παρόν δικαστήριο, και τούτο για τους ακόλουθους λόγους:
Ως συγκριτικό στοιχείο για τον υπολογισμό της αξίας, η επιτροπή αναφέρει το με αριθμό 38/2017 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης του Ειρηνοδικείου Ρόδου, που αφορά σε αγωγή χρησικτησίας ενός ακινήτου στη θέση "…" ... έκτασης 535 τ.μ., για το οποίο, στο εκδοθέν Φύλλο Μεταβίβασης Ακινήτου που υποβλήθηκε στη Δ.Ο.Υ.
Ρόδου για την πληρωμή του αναλογούντος φόρου, έχει δηλωθεί αξία 52 ευρώ ανά τ.μ.. Επισημαίνεται αρχικά ότι, όπως προκύπτει από το κείμενο της από 20-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 30/2017 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, επί της οποίας εκδόθηκε το ως άνω πρακτικό, δεν έχει μεσολαβήσει στο παρελθόν μεταβίβαση του ακινήτου από επαχθή αιτία, ώστε να υπάρχει κάποια αντικειμενική ένδειξη για την αξία του ακινήτου, αλλά οι μεταβιβάσεις που έχουν λάβει χώρα αφορούν άτυπες πωλήσεις και εν συνεχεία διενέργεια πράξεων νομής.
Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο συγκριτικό στοιχείο, παρά το γεγονός ότι αφορά σε ακίνητο στην ίδια περιοχή και με παρόμοια έκταση, δεν κρίνεται ότι είναι πρόσφορο για τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι φορολογούμενοι συνήθως υποβιβάζουν την αξία του ακινήτου όταν προβαίνουν σε ανάλογες δηλώσεις (όταν δηλαδή δεν υφίστανται αντικειμενικές αξίες), ώστε να μειώνεται ανάλογα και ο φόρος που πρόκειται να καταβληθεί.
Εξάλλου, στην ίδια έκθεση αναφέρεται (κατά λέξη): Β. Ζητούμενες αξίες: "μετά από σχετική έρευνα από το 3ο μέλος της επιτροπής, διαπιστώθηκε ότι υφίσταται ακίνητο εντός των ορίων του οικισμού …, Κοινότητας ... Ν. Δωδεκανήσου και πλησίον των υπό κρίση ακινήτων, το οποίο προσφέρεται προς πώληση με τιμή 70 €/τ.μ.".
Λαμβάνοντας υπόψη το καθορισμένο με την υπ' αριθμ. ΔΔΠ 0000568 ΕΞ2018/1035Β απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υποδομών και Μεταφορών (ΦΕΚ Β' 28/15-1-2018) πρότυπο για τη σύνταξη έκθεσης προεκτίμησης αξίας ακινήτων, είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη αναφορά της έκθεσης δεν ανταποκρίνεται διόλου στο εν λόγω πρότυπο, καθώς δεν περιέχει σχεδόν καμία από τις εκεί προβλεπόμενες πληροφορίες (σελ. 267 του ως άνω Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως), ενδεικτικά δε, ελλείπουν από την έκθεση:
το είδος του ακινήτου, η έκταση αυτού, η πηγή της πληροφορίας (όνομα εφημερίδας, ημερομηνία, όνομα μεσίτη, τηλέφωνα επικοινωνίας), η απόσταση από εκτιμώμενο ακίνητο και ο βαθμός συγκρισιμότητας με τα εκτιμώμενα.
Συνεπώς, η εν λόγω περικοπή της έκθεσης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εξαγωγή συμπεράσματος αναφορικά με την αξία των εκτιμώμενων ακινήτων. Αντίθετα, πιο πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο αποτελεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η υπ' αριθμ. 24/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, δυνάμει της οποίας ενεγράφη προσημείωση υποθήκης ύψους 855.600 ευρώ σε ακίνητο έκτασης 3.690 τ.μ.
υπό Κ.Μ. 4186 Γαιών … , για εξασφάλιση απαίτησης της εκεί αιτούσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΡΒΒ Βank". Με βάση το ανωτέρω ποσό, δεδομένου ότι κατά τη γνωστή και απαράλλακτα ακολουθούμενη πρακτική των τραπεζών, να εγγράφουν προσημείωση προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους σε ακίνητα των οποίων η εμπορική αξία μπορεί να αποφέρει τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, η αξία του ακινήτου υπό Κ.Μ. 4186 …, το οποίο απέχει ελάχιστα από τα ακίνητα του αιτούντος (βλ.
σχετικό χάρτη από το Κτηματολόγιο Ρόδου), ανέρχεται περίπου σε 230 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Οι δύο πρώτοι των καθ' ων αντιτείνουν ότι στα 4 ακίνητα του αιτούντος, έχει επίσης εγγραφεί προσημείωση ύψους 130.000 ευρώ, επομένως, ακολουθώντας το ίδιο σκεπτικό, η αξία των ακινήτων ανέρχεται σε 64 ευρώ ανά τ.μ. Τούτο όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι η εκτίμηση του ακινήτου υπό Κ.Μ. 4186 Γαιών …., τοποθετείται χρονικά στο τέλος του έτους 2006, ήτοι λίγους μήνες πριν την επιβολή στην περιοχή των αρχαιολογικών περιορισμών, με την οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου του μεσαιωνικού κάστρου Ασκληπειού, η οποία έγινε στις 23-4-2007 με την υπ' αριθμ.
ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ ΑΡΧ/Β1/Φ29/36964/1862 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (ΦΕΚ 178/9-5-2007 - τ. Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), και για εξασφάλιση δανείου ύψους 713.000 ευρώ.
Συνεπώς, κατά το χρόνο εκείνο, το ακίνητο εκτιμήθηκε από την τράπεζα χωρίς την ύπαρξη επιβαρύνσεων δόμησης κ.λπ., κρίθηκε δε ότι το ανωτέρω ποσό συν τα τυχόν έξοδα και οι τόκοι, θα καλύπτονταν από την εκποίηση του ακινήτου, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της δανειακής σύμβασης. Το γεγονός ότι στα ακίνητα του αιτούντος η εγγραφείσα προσημείωση (η οποία έλαβε χώρα επίσης το 2006) ήταν της τάξης των 130.000 ευρώ, δεν αντανακλά στη συγκεκριμένη περίπτωση την αξία του ακινήτου, αλλά συνέχεται με το ύψος του ληφθέντος δανείου, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 100.000 ευρώ.
Επομένως, η εγγραφή προσημείωσης στο παραπάνω ύψος, εξασφάλιζε την απαίτηση, τους τόκους και τα έξοδα, χωρίς όμως ταυτόχρονα να σημαίνει ότι η αξία των ακινήτων εξαντλείται στο ποσό αυτό, αφού είναι λογικά αδύνατο στην ίδια χρονική περίοδο η αξία δύο ακινήτων (ήτοι αυτών του αιτούντος και του ιδιοκτήτη της Κ.Μ. 4186 Γαιών Ασκληπειού), που βρίσκονται στην ίδια ακριβώς θέση, να παρουσιάζει τέτοιου ύψους διακύμανση.
Επομένως, επειδή η αποζημίωση του αιτούντος (...), πρέπει να είναι πλήρης, μη λαμβανομένων δηλαδή υπόψη των περιορισμών που τέθηκαν από τη διοίκηση για την προστασία των αρχαιολογικών χώρων, το συγκριτικό στοιχείο που εισφέρει ο αιτών, που αποτυπώνει την αξία ακινήτου στην ίδια ακριβώς θέση, πριν την επιβολή των παραπάνω περιορισμών, κρίνεται πρόσφορο για τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων του.
Ενόψει όλων των παραπάνω στοιχείων, τα οποία συνεκτιμώνται κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, η αγοραία αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον κρίσιμο για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας χρόνο, ήτοι αυτόν της συζήτησης της αίτησης της προσωρινής τιμής μονάδας (...), με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση λόγω της απαλλοτρίωσης (άρθρο 13 παρ. 1 και 2 Ν. 2882/2001...), για την πλήρη οφειλόμενη αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία ο αιτών δικαιούχος μπορεί να αντικαταστήσει το ρυμοτομούμενο ακίνητο με άλλο ισάξιο ακίνητο, ανέρχεται στο ποσό των 230 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω, εφαρμοστέες εν προκειμένω, διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 και 15 παρ. 6 του ν. 2882/2001 και ορθά προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, καθόσον, τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της πλήρους αποζημίωσης, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις εν λόγω διατάξεις και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια. Η επικαλούμενη αιτίαση, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1267, 1264, 1269, 1270 και 1276 του Α.Κ., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι οι διατάξεις αυτές, που αναφέρονται στη σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος υποθήκης σε ξένο ακίνητο, δεν έχουν εφαρμογή και δεν εφαρμόστηκαν εν προκειμένω, αφού, η υπ' αριθμ. 24/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δυνάμει της οποίας ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου, κρίθηκε από το Εφετείο, αναιρετικώς ανέλεγκτα, ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, μετά δε τη συνεκτίμηση αυτού με όλα τα λοιπά, αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, στοιχεία, το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 230 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Σε κάθε περίπτωση, με το λόγο αυτό αναιρέσεως, υπό την επίκληση παραβίασης των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο με το παραπάνω περιεχόμενο πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σε κάθε δε περίπτωση ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.Α.Π. 57/1990, Α.Π. 1252/2021, Α.Π. 777/2021, Α.Π. 500/2020). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, προσέτι δε και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν (Α.Π. 1313/2022, Α.Π. 930/2022, Α.Π. 674/2022, Α.Π. 60/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του K.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι "με την κρίση περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων στο αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, αφού στερείται νόμιμης βάσης και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Συγκεκριμένα, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, εν τούτοις, τα περιστατικά που δέχτηκε για να θεμελιώσει την κρίση της για την πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων είναι ξένα προς τη διάταξη αυτή, αφού δεν συνεισφέρουν στον κατά τη διάταξη αυτή προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης".
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι οι αναιρεσείοντες δεν διευκρινίζουν ποια επιπλέον συγκεκριμένα περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση του Εφετείου, καθώς και ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αντίφαση και από που αυτή προκύπτει.
Σε κάθε περίπτωση, το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων του αιτούντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ενώ αιτιολογεί ειδικώς την απόκλιση της ως άνω οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από την περιεχόμενη στην έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, έτσι, δεν στερείται αυτή νόμιμης βάσης, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται.
Ειδικότερα, με σαφήνεια περιγράφονται τα χαρακτηριστικά της περιοχής, στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα (ουσιαστικά πρόκειται για ένα ενιαίο ακίνητο), με τη ρητή αναφορά ότι τα ακίνητα "βρίσκονται στην περιοχή του παραδοσιακού οικισμού "..." στη νότια … και πλησίον του κάστρου του εν λόγω χωριού, σε υψόμετρο 250 μέτρων περίπου, με ανεμπόδιστη θέα, ενώ η ευρύτερη περιοχή (με πλησιέστερο οικισμό το ….) είναι τουριστικά ανεπτυγμένη, καθώς έχουν οικοδομηθεί εκεί εμπορικά καταστήματα και πολυτελή ξενοδοχεία".
Αφού δε το Εφετείο, αναφέρει και αξιολογεί όλα τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη και συνεκτιμά αυτά, με την κατάθεση του ενώπιόν του (Εφετείου) εξετασθέντος μαρτύρα του αιτούντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 5-10-2018 έκθεση της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 (η οποία δεν είναι δεσμευτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί) και τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να λάβει υπόψη, ως μειωτικό συντελεστή για τον καθορισμό της πραγματικής τους αξίας, τους περιορισμούς που τέθηκαν για την προστασία των αρχαιολογικών χώρων, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του (ενιαίου) απαλλοτριουμένου, στο ποσό των 230 ευρώ/τ.μ.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176 , 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως, κατ` άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 2882/2001, εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-2-2021 (αρ. κατ. 7/25-2-2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 226/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ