Legislator Case Law & Legislation
405/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment due to lack of res judicata regarding successor parties.

Case Number 405/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Single Court of First Instance in Athens. The appellant argued that the respondent lacked standing because the legal entity involved had been dissolved and replaced by a successor, creating a lack of identity of parties. The court held that no res judicata existed because the parties in the prior Supreme Court decision were not identical to those in the current case. Consequently, the appeal was admitted, the lower judgment was revoked, and the case was remitted for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 937 para. 3, 643, and 591 para. 1 lit. a' of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when there is no identity of parties between the current litigation and the prior final decision, particularly when a legal successor is involved.

Keywords

AI generated
res judicata identity of parties legal successor appeal admissibility standing to sue dissolved company remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 937 para. 3, 643, and 591 para. 1 lit. a' of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 1061/2014 of the Supreme Court
Decision 2282/2015 of the Single Court of First Instance of Athens
Decision 6510/2019 of the Single Court of Appeal of Athens
Decision 408/2004 of the Plenary Court of First Instance of Athens
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 405 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 405/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Σ. Ε. Α.", που εδρεύει στην ... Αττικής, τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", και διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη, η οποία δήλωσε ότι: α) παρίσταται στο ακροατήριο η "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) διορίζει, βάσει του υπ' αριθ. 6615/20-3-2020 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Νικολάου Μαυρουδή, και τον Κωνσταντίνο Μπάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2014 ανακοπή και τους από 4-9-2014 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 5-8-2014 πρόσθετη παρέμβαση εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2282/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6510/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-2-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 937 παρ.3, 643 και 591 παρ. 1 α' ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον Ν. 4335/2015, υπ' αριθμ. 6510/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 2282/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως έκανε δεκτή την από 23/7/2014 ανακοπή και τον από 4/9/2014 πρόσθετο λόγο αυτής της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και ακύρωσε την από 22/7/2014 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της υπ. αριθ. 408/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.), δεν απαιτείται δε η κλήτευση, κατά το άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ της ανώνυμης εταιρείας "...", η οποία άσκησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης και κατά της αναιρεσείουσας, γιατί η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη και η προσθέτως παρεμβάσα δεν ήταν διάδικος στην δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013).

Κατά μεν το άρθρο 919 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων, έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο, κατά δε το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ, το δεδικασμένο ισχύει και υπέρ και κατά εκείνων που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, δεδομένου ότι, κατά την διάταξη του άρθρου 225 παρ. 2 του ιδίου κώδικα, η μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στην δίκη, ο δε ειδικός διάδοχος έχει το δικαίωμα να ασκήσει, σε κάθε στάδιο της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας διαδικασίας, ακόμα δε και στον Άρειο Πάγο(ΑΠ 1189/2022) με αυτοτελές δικόγραφο, ανάλογα με το έννομο συμφέρον που προβάλλει, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 129/2023).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής, είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο, είτε με πολιτειακή βούληση, εφόσον η διαδοχή συντελέστηκε μετά την εκκρεμοδικία, δηλαδή μετά την κατάθεση της αγωγής, ο ειδικός διάδοχος δεσμεύεται από το δεδικασμένο, που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στη δίκη με τον αρχικό διάδικο (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 371/2021, ΑΠ 575/2019) και η εκτελεστότητα της απόφασης υφίσταται και έναντι του ειδικού διαδόχου, είτε πρόκειται περί εμπραγμάτων είτε περί ενοχικών δικαιωμάτων, όσον αφορά το επίδικο δικαίωμα και μόνον, εκείνου που διαδέχεται επ` αυτού το διάδικο (ΑΠ 1095/2021).

Εξάλλου με το νόμο 3601/1.8.2007 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις", όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού, ενσωματώθηκαν στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία οι διατάξεις των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, υπ` αριθ. 2006/48/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30.6.2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30.6.2006).

Με το άρθρο 4 Ν. 4021/2011 " Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων κ.λ.π.", προστέθηκαν στο ανωτέρω νόμο τα άρθρα 63 Α, 63Β, 63Γ, 63Δ, 63 Ε, 63ΣΤ και 63Ζ, τα οποία εξειδικεύουν την εισαχθείσα με τον νόμο αυτό νέα κατηγορία των μέτρων "εξυγίανσης" των πιστωτικών ιδρυμάτων, στο δε άρθρο 63 Ε, που επιγράφεται "Μεταβατικό Πιστωτικό Ίδρυμα", όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, μετά τις τροποποιήσεις, που έγιναν σε αυτό με τα άρθρα 10 Ν. 4051/2012 και 165 Ν. 4099/12, ορίζονται και τα ακόλουθα: "1.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, να συσταθεί μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, προς το οποίο μεταβιβάζεται το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 63Δ παράγραφοι 5 έως 12.

Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται ο τρόπος καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου, ο αριθμός και η αξία των νέων μετοχών, διορίζεται το πρώτο διοικητικό συμβούλιο, καθορίζεται το περιεχόμενο του καταστατικού και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη βιώσιμη λειτουργία του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος.2.

Η απόφαση της παραγράφου 1 καταχωρίζεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο. Με την καταχώριση αυτή, το Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα. Κοινοποιείται αυθημερόν στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, Επενδύσεων και Εξυγίανσης και στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. 3.

Το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα τελεί υπό τον έλεγχο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3864/2010. Σε περίπτωση που παύσει να υφίσταται το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα εφεξής τελεί υπό τον έλεγχο του Δημοσίου. Σκοπός του είναι η διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων τραπεζικών εργασιών και υπηρεσιών πληρωμών του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να εξασφαλιστεί η προστασία των καταθετών και επενδυτών υπό την έννοια του ν. 3746/2009, η διαφύλαξη της αξίας της εισφερόμενης σε αυτό περιουσίας και η ομαλή λειτουργία του προς μεγιστοποίηση της αξίας του, μέχρι την εντός ευλόγου χρόνου πώληση των μετοχών του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 63ΣΤ.Προς εκπλήρωση αυτών των σκοπών το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αναδιοργανωθεί με κάθε κατάλληλο μέσο, περιλαμβανομένων ενδεικτικά της μετατροπής, εντολής μεταβίβασης, συγχώνευσης, απόσχισης κλάδου και διάσπασης σύμφωνα με το δίκαιο του ανταγωνισμού και με την επιφύλαξη των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις.4.

Με τη σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, η άδεια λειτουργίας του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ανακαλείται και αυτό τίθεται σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 68.Στο Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα χορηγείται νέα άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων της περίπτωσης δ` της παραγράφου 10 του άρθρου 5.

Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση δ` της παραγράφου 10 του άρθρου 5 εκπληρώνονται από το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα σε ρητή προθεσμία που ορίζεται για το Σκοπό αυτόν με την απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Το μετοχικό κεφάλαιο καταβάλλεται στο σύνολο του από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. 5. ...6.

Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία ορίζονται με την απόφαση της παραγράφου 1, αφού προηγηθεί η κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 63Δ προσωρινή αποτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος... 7. Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε περίπτωση που η αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων του παθητικού στο Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα υπερβαίνει την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού, καθορίζει το ποσό της διαφοράς, η οποία καλύπτεται ως εξής:

α. το Σκέλος κάλυψης Καταθέσεων του ΤΕΚΕ καταβάλλει ποσό ίσο με την αξία των εγγυημένων καταθέσεων, αφαιρούμενης της αξίας των μεταβιβαζομένων στοιχείων του ενεργητικού και β. το Σκέλος Εξυγίανσης του ΤΕΚΕ καταβάλλει το επιπλέον ποσό. Τα δύο τρίτα του ως άνω ποσού της διαφοράς καταβάλλονται με τον προσωρινό καθορισμό του σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 63Δ, ενώ το υπόλοιπο καταβάλλεται με τον οριστικό καθορισμό του κατά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 63Δ.

Στο Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα παρέχεται κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, προκειμένου να διαθέτει την κεφαλαιακή επάρκεια που προβλέπεται στο άρθρο 27. Στη συνέχεια, το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα εκπονεί επιχειρησιακό σχέδιο, στο οποίο περιγράφει τη στρατηγική του για τη βιώσιμη λειτουργία, τη διασφάλιση και ενίσχυση της φερεγγυότητας και την εν γένει εκπλήρωση των σκοπών του, το οποίο εγκρίνεται από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Το σχέδιο αυτό υπέχει θέση επιχειρησιακού σχεδίου της περίπτωσης δ` της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του ν. 3601/2007...8...9.Το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να λειτουργήσει για διάστημα πέραν των δύο (2) ετών. Για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, το διάστημα αυτό μπορεί να παρατείνεται για δύο (2) ακόμη έτη".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν πλην άλλων και τα εξής: Η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος και η ανάκληση της άδειας λειτουργίας και θέση σε εκκαθάριση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος περιλαμβάνονται στα προβλεπόμενα από τα άρθρα 62 έως 63Ζ του ν.3601/2007 προληπτικά μέτρα και μέτρα εξυγίανσης, με τη λήψη των οποίων επιδιώκεται η αποτροπή κινδύνου για τη χρηματοοικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος ή η διόρθωση διαταράξεως, που έχει ήδη επέλθει, στην εν γένει κεφαλαιακή διάρθρωση του ιδρύματος (ΑΠ 1255/2021, Ολ ΣτΕ 419/2014).

Ειδικότερα, με τη σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, κατά τη διαδικασία του άρθρου 63Ε ν.3601/2007, επέρχεται ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σε αυτό, δυνάμει της προβλεπόμενης στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου 63Ε ν. 3601/2007 Υπουργικής Απόφασης και συνακόλουθα, ex lege μετατόπιση της νομιμοποιήσεώς του, αφού υπεισέρχεται στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η κατάρτιση άλλης επιπλέον δικαιοπραξίας μεταξύ του αποκτώντος και του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος.

Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως προς το αντικείμενο, που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία, που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως (ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 507/2018 -πρβλ για το όμοιο ζήτημα της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος κατά το άρθρο 63 Δ' του 3601/2007 τις ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021).

Ακολούθησε ο Ν. 4261/5-5-2014 στο άρθρο 166 παρ.1 και 2 του οποίου ορίζεται ότι:"1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται ο ν. 3601/2007, και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτόν, και στον παρόντα νόμο, νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με την αντιστοίχιση, όπως αυτή φαίνεται στο παράρτημα 1 του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. 2.

Οι κανονιστικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί από Υπουργούς ή αρμόδιες αρχές, βάσει διατάξεων που καταργούνται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες κανονιστικές αποφάσεις, εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου".

Πριν την κατάργηση αυτή του Ν. 3601/2007, κατά την ρητή εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 63 Ε παρ. 1 του νόμου αυτού, εκδόθηκε, μετά την υπ' αριθμ. 6/18.1.2013 εισήγηση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, η έχουσα κανονιστική ισχύ υπ. αριθ. 2124/Β.95 (ΦΕΚ Β'74/18-1-2013) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών "Σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...

με την οποία αποφασίστηκε η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...." σύμφωνα με την ως άνω εισήγηση της αρμόδιας εποπτικής αρχής και ορίστηκε α) ότι το μετοχικό κεφάλαιο του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων εκατομμυρίων (500.000.000) ευρώ και καταβάλλεται ολοσχερώς και άμεσα από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και β) ότι μεταβιβάζονται σε αυτό τα περιουσιακά στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...." που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 της απόφασης, σύμφωνα με την από 18.1.2013 εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ παρατέθηκε στη απόφαση το καταστατικό του και παραγγέλθηκε η καταχώριση της απόφασης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και η κοινοποίηση της στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "....".

Ειδικότερα στο Παράρτημα 1, που περιλαμβάνει τις μεταβιβαζόμενες στο συσταθέν με την απόφαση αυτή μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, αναφέρονται τα ακόλουθα: "1. Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "...." (εφεξής: "...") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...." (εφεξής: "...") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "...

καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "..." (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α) έως και ιζ), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία.

Στα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό), που θα μεταβιβασθούν στη "....", συγκαταλέγονται, εκτός αν περιλαμβάνονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, ιδίως τα ακόλουθα: (ακολουθεί η παράθεση υπό στοιχ. α' έως λα' των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, στα οποία περιλαμβάνονται και "ιη') Οι έννομες σχέσεις και κάθε είδους υποχρεώσεις και δικαιώματα της "..." που απορρέουν από την καθ` οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή της σε οργανωμένες αγορές, χρηματιστήρια, συστήματα συμψηφισμού, συστήματα πληρωμών, καθώς και συστήματα εκκαθάρισης και/ή διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων, περιλαμβανομένων και των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που σχετίζονται με εντολές οι οποίες έχουν εισαχθεί στα ως άνω συστήματα πριν από τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της "..." σύμφωνα με την παρούσα απόφαση και οι οποίες δεν έχουν εκκαθαριστεί, συμψηφιστεί ή διακανονιστεί έως τον χρόνο αυτόν" και επίσης "κε') Έννομες σχέσεις από συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών της "..."). 2.

Δεν μεταβιβάζονται στην "..." τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α) έως και ιζ) (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "..." ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "...".

Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ` αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "...". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα: α) Οι έννομες σχέσεις της "..." με τρίτους, που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας, που έχει καταρτίσει η "...", περιλαμβανομένων των προκαταβολών μισθών, β) Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της "..." έναντι των μετόχων της, που απορρέουν από τη μετοχική σχέση, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων της "..." για καταβολή μερισμάτων, που έχουν εγκριθεί για προηγούμενες χρήσεις, τα οποία δεν έχουν αναληφθεί από τους δικαιούχους, και, σε περίπτωση παραγραφής, η υποχρέωση της "..." για καταβολή τους στο Ελληνικό Δημόσιο.

γ) Όλα τα δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα, της "..." επί μετοχών των εταιρειών "....", "...", "... και "...". δ) Οι έννομες σχέσεις από δανειακές συμβάσεις ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις της "..." με τις εταιρείες υπό στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου, συμπεριλαμβανομένων και αναγωγικών δικαιωμάτων της "..." από την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή από άλλου είδους εγγυοδοτικές συμβάσεις της "..." με τις υπό στοιχείο γ) εταιρείες.

ε) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "..." έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "...", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία.

στ) Οι υποχρεώσεις που κατά το νόμο ικανοποιούνται από το προϊόν της εκκαθάρισης της "...". ζ) Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις της "..." κατά του Ελληνικού Δημοσίου. η) Οι φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις της "...", βάρη και τέλη κάθε είδους, ανεξάρτητα από το εάν έχουν γεννηθεί και αν έχουν βεβαιωθεί κατά το χρόνο μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της "..." σύμφωνα με την παρούσα απόφαση.

Ιδίως, δε μεταβιβάζονται υποχρεώσεις για καταβολή ή προκαταβολή φόρων κάθε είδους που παρακρατήθηκαν στο χρονικό διάστημα έως τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της "..." σύμφωνα με την παρούσα απόφαση, για καταβολή τελών ή εισφορών, που αφορούν παροχές για το παραπάνω χρονικό διάστημα, για πληρωμή προστίμων (ανεξάρτητα από τον χρόνο επιβολής) για πράξεις ή παραλείψεις της "...", που συντελέστηκαν στο παραπάνω χρονικό διάστημα, για καταβολή συμπληρωματικού ή επιπρόσθετου φόρου αναφορικά με το παραπάνω χρονικό διάστημα.

θ) Οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις της "..." κάθε είδους έναντι ασφαλιστικών φορέων, οι οποίες αφορούν το χρονικό διάστημα έως τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της "..." σύμφωνα με την παρούσα απόφαση. ι) οι υποχρεώσεις της "..." έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας "... που αφορούν την παροχή πρόσθετης ασφάλισης των υπαλλήλων της "...".

ια) Οι έννομες σχέσεις της "..." έναντι πελατών της από δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις της "...", συμπεριλαμβανομένων και αναγωγικών δικαιωμάτων της από την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή από άλλου είδους εγγυοδοτικές συμβάσεις της "..." με τρίτους, οι οποίες αφορούν: ι. Οφειλές που αφορούν την αγορά ή την επισκευή ακινήτου που χρησιμοποιείται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, οι οποίες ασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια επί του εν λόγω ακινήτου, εφόσον ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των εκατόν ογδόντα (180) ημερών και το συνολικό ποσό της καθυστέρησης υπερβαίνει το 2% επί της συνολικής εναπομένουσας οφειλής.

Από το εν λόγω κριτήρια εξαιρούνται οι οφειλές για τις οποίες η συνολική αξία της οφειλής δεν υπερβαίνει το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της αγοραίας αξίας του υπέγγυου ακινήτου. ιι. Οφειλές οι οποίες δεν εμπίπτουν στην ανωτέρω κατηγορία, εφόσον ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των ενενήντα (90) ημερών και το συνολικό ποσό της καθυστέρησης υπερβαίνει το 2% της συνολικής εναπομένουσας οφειλής.

ιβ) Τα δικαιώματα και οι έννομες σχέσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία ή την εξασφάλιση μη μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού, όπως ιδίως απαιτήσεις και εμπράγματα δικαιώματα επί κινητών ή ακινήτων, που έχουν μεταβιβαστεί καταπιστευτικά στην "..." προς εξασφάλιση μη μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων της, δικαιώματα επίσχεσης ή συμψηφισμού.

ιγ) Οι συμβάσεις που έχει συνάψει η "..." με τρίτους και αφορούν: ί) χορηγίες της "..." προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ιι) την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών και ιιι) την απασχόληση παρεχόμενου προσωπικού. ιδ) Οι απαιτήσεις της "..." έναντι του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος "...." και οι οποίες απορρέουν από τη μετοχική σχέση.

ιε) Οι απαιτήσεις της "..." από τον Επενδυτικό Λογαριασμό για την κάλυψη παροχών του προγράμματος "Στεγαστικό Ταμιευτήριο". ιστ) Τυχόν υπεραξία που προέκυψε από την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων της "...." δυνάμει της απόφασης ΕΠΑΘ .... ιζ) Ποσό ευρώ δεκαέξι εκατομμυρίων ευρώ (€16.000.000) από τα ταμειακά διαθέσιμα της "...".

Από το περιεχόμενο του ανωτέρω Παραρτήματος Ι σαφώς συνάγεται, ότι στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "...", εκτός από τα ρητώς αναφερόμενα ως μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, τα οποία απαριθμούνται περιοριστικά στον αριθμό 2 του Παραρτήματος υπό στοιχεία α' έως και ιζ' και παραμένουν στο υπό ειδική εκκαθάριση τεθέν "...", μεταβιβάζονται όλα τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος, στα οποία, συνεπώς, το εν λόγω "..." καθίσταται από το νόμο ειδικός διάδοχος του μεταβιβάζοντος, ορισμένα δε εξ αυτών περιλαμβάνονται στην ενδεικτική απαρίθμηση του αριθμού 1 του Παραρτήματος υπό στοιχεία α' έως και λα', μεταξύ των οποίων και οι υπό στοιχ.

κε' Έννομες σχέσεις από συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών της "..."".

Συνεπώς για όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην περιοριστική αυτή απαρίθμηση των μη μεταβιβαζόμενων στοιχείων και τα οποία μεταβιβάζονται στο "...", νομιμοποιείται πλέον η καθολικός διάδοχος του αναιρεσίβλητη, η οποία το απορρόφησε μετά από συγχώνευσή τους. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).

Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 850/2004).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008,ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021). Από τη διάταξη αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.

Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021 ΑΠ 46/2020), αντιστοίχως δε επί ανακοπής κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ για ακύρωση πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν υπάρχει λόγος ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων - καθ'ου η εκτέλεση προβάλλει έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτού, την ύπαρξη της νομιμοποίησης αυτής έχει το βάρος να αποδείξει ο καθ'ου η ανακοπή- επισπεύδων την αναγκαστική εκτέλεση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η καθής η ανακοπή Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "..." - η οποία τελεί, πλέον, υπό εκκαθάριση - (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 8-5-2001 και με αριθμό κατάθεσης 65434/4187/2001 αγωγή της κατά της εταιρίας με την επωνυμία "...", που συζητήθηκε την 22-10-2003.

Η καθής η ανακοπή ήταν εταιρία που παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες και ειδικότερα λάμβανε και διαβίβαζε εντολές για χρηματιστηριακές συναλλαγές και με την αγωγή αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρία να της καταβάλει την αμοιβή της για τα έτη 1999 και 2000 για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που είχε εκτελέσει, σύμφωνα με την από 22-5-1997 μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση, δυνάμει της οποίας είχε αναλάβει έναντι αμοιβής την ανεύρεση ενδιαφερομένων πελατών, οι οποίοι κατόπιν υπογραφής ειδικής σύμβασής τους με την εναγόμενη, θα της ανέθεταν για λογαριασμό τους υπηρεσίες εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αρ. 408/2004 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 279.476,30 Ευρώ, νομιμοτόκως από την 28.2.2001 έως την εξόφληση. Κατά της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών δύο αντίθετες εφέσεις, (η) από 17-4-2004 ...έφεση της ενάγουσας εταιρίας και η από 27-4-2004 ...έφεση της εταιρίας με την επωνυμία "...", υπό την ιδιότητα της οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγόμενης εταιρία(ς) με την επωνυμία "...", λόγω συγχώνευσης δια απορροφήσεως ...Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αρ. 3649/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές αμφότερες οι εφέσεις, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση της ενάγουσας εταιρίας ...έγινε κατ' ουσία δεκτή η έφεση της εταιρίας με την επωνυμία "...", που υπεισήλθε στην θέση της αρχικά εναγόμενης ως άνω, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η από 8-5-2001 αγωγή επί της ουσίας, γενομένης δεκτής της ένστασης εξόφλησης, λόγω εξώδικης δήλωσης συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης της ως άνω ενάγουσας με ανταπαίτηση της εναγόμενης.

Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου Αθηνών η ενάγουσα... άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 28-9-2007 ...αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αρ. 960/2011 απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την υπ' αρ. 3649/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Το Εφετείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4481/21.8.2012 απόφασής του, έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας εταιρίας (εδώ καθ' ης η ανακοπή), απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εταιρίας με την επωνυμία "...", που υπεισήλθε στην θέση της αρχικά εναγόμενης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κράτησε και δίκασε την υπόθεση επικυρώνοντας την υπ' αρ. 408/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, δηλαδή από την άσκηση της αρχικής αγωγής μέχρι το χρόνο έκδοσης της τελευταίας αυτής απόφασης του Εφετείου Αθηνών (21-8-2012) επήλθαν αναφορικά με το νομικό πρόσωπο της αρχικά εναγόμενης εταιρίας "...", οι εξής αλλαγές : 1) η Ανώνυμη Εταιρία "...", κατέστη καθολική διάδοχος της αρχικά εναγόμενης εταιρίας, λόγω συγχώνευσης δια απορροφήσεως (...), 2) η Ανώνυμη Εταιρία "...", μετονομάστηκε σε "...", με διακριτικό τίτλο "..." (βλ.

ΦΕΚ ...), 3) δυνάμει της υπ'αρ. ... απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση 25/17.12.2011), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της τραπεζικής εταιρίας "..." και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση, ενώ δυνάμει της υπ'αρ. ... απόφασης της ιδίας ως άνω Επιτροπής (Συνεδρίαση ..., θέμα 1ο) δόθηκε εντολή στον ειδικό εκκαθαριστή της ως άνω εταιρίας περί μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "... ..." (βλ.

ΦΕΚ ..., Τεύχος Β), 4) δυνάμει απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση ..., θέμα 3) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "... ...." και τέθηκε αυτό υπό εκκαθάριση, ενώ με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση ..., θέμα 1) διορίστηκε η Μ.

Μ. του Δ. ειδική εκκαθαρίστρια της εταιρίας με την επωνυμία "..., υπό ειδική εκκαθάριση". Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αρ. ... απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, συστάθηκε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "..." (βλ. ΦΕΚ ... τεύχος Β'). Με απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση ..., θέμα 2) χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας στο ανωτέρω μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα (βλ.

ΦΕΚ υπ'αρ. ... Τεύχος Β), 5) Με την υπ... απόφαση του Υπουργού Οικονομικών(ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1) (βλ.ΦΕΚ ..., τεύχος Β') ορίστηκαν οι συμβατικές σχέσεις του πιστωτικού ιδρύματος "... υπό ειδική εκκαθάριση", με τρίτους, καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "... ... υπό ειδική εκκαθάριση" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), που μεταβιβάζονται στο πιστωτικό ίδρυμα "...

ενώ αναφέρονται περιοριστικά και τα "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία", που παραμένουν στο πιστωτικό ίδρυμα "..., υπό ειδική εκκαθάριση". Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη υπουργική απόφαση αναφέρονται ενδεικτικά τα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό), που μεταβιβάζονται στην εταιρία "...

ήτοι: ".... ιδίως τα ακόλουθα : α) ...β) ...γ) ...δ) ...ε) ...στ) ...ζ)... η) ...θ) ...ι...ια) ...ιβ) ...ιγ) ...ιδ) ...ιστ) ...ιζ...ιη) Οι έννομες σχέσεις και κάθε είδους υποχρεώσεις και δικαιώματα της "...", που απορρέουν από την καθ' οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή της σε οργανωμένες αγορές, χρηματιστήρια, συστήματα συμψηφισμού, συστήματα πληρωμών, καθώς και συστήματα εκκαθάρισης και/ή διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων, περιλαμβανόμενων και των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, που σχετίζονται με εντολές οι οποίες έχουν εισαχθεί στα ως άνω συστήματα πριν από τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της "..." σύμφωνα με την παρούσα απόφαση και οι οποίες δεν έχουν εκκαθαριστεί, συμψηφιστεί ή διακανονιστεί έως τον χρόνο αυτόν, ιθ) ...κα) ...κβ)..κγ) ...κδ) ...κε) Έννομες σχέσεις από συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών της "...", κστ) ...κζ) ...κη) ...κθ) ...λ) ...λα) ...Στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I της προεκτεθείσας υπουργικής απόφασης, στον αριθμό 2 στοιχεία α) έως και ιζ) εκτίθενται τα "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία", που διατηρούνται στο ενεργητικό της εταιρίας "... ..., υπό ειδική εκκαθάριση" :"...2.

Δεν μεταβιβάζονται στην "..." τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομές σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α) έως και ιζ) (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "..." ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "...".

Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ' αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "...". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα :... (παρατίθενται στη απόφαση υπό στοιχεία α') έως και ιζ') τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, που αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη) Ακολούθησε, δε, η συγχώνευση των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών "Τράπεζα ...

Ανώνυμη Εταιρεία" και "...." με απορρόφηση της δεύτερης εταιρείας από την πρώτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ με αριθμό ... ΦΕΚ, Τεύχος A ΕΠΕ και Γ.Ε.ΜΗ). Μετά την έκδοση της προαναφερθείσας 4481/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών στις 21-8-2012 και μέχρι την τελευταία συγχώνευση των "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία" και "...." έλαβαν χώρα και οι εξής διαδικαστικές πράξεις :

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "....", ως ειδική διάδοχος της εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάσθηκε η "... ... καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως της εταιρίας με την επωνυμία "....", άσκησε την από 10-11-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1063/7-12-2012 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της (εδώ) καθής ανακοπή και κατά της απόφασης 4481/2012.

Η αίτηση αυτή συζητήθηκε στις 24-3-2014, εμφανίσθηκε, δε, και εμπροθέσμως κατέθεσε προτάσεις, αναλαμβάνοντας τη δίκη η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ... ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", ως ειδική διάδοχος της εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάσθηκε η "... ... καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως της εταιρίας με την επωνυμία "....", δυνάμει της υπ'αρ. ...

απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος. Επί της αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 1061/24-5-2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, αφού δέχθηκε ως νομίμως παρασταθείσα και ενεργητικά νομιμοποιούμενη την ανωτέρω υπό εκκαθάριση εταιρία, εξέτασε τους λόγους της αναίρεσης και την απέρριψε κατ' ουσία.

Μετά την έκδοση της τελευταίας αυτής απόφασης (η ουσία της διαφοράς, είχε εναρκτήριο σημείο την από 8-5-2001 αγωγή), στις 22-7-2014 η καθής η ανακοπή, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές της Η. Η. Κ. και Μ. Γ., επέδωσε στην ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη)- υπό την ιδιότητά της καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης δια απορροφήσεως του πιστωτικού ιδρύματος ...." - ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αρ. 408/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την συνταχθείσα κάτωθι αυτού ανακοπτόμενη, από ...

επιταγή προς εκτέλεση, επιτάσσοντας να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 678.835,30 Ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση αυτή έως την ολοσχερή εξόφληση. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη επιταγή έχει ως ακολούθως : "Ότι ακριβές αντίγραφο αντιπεφωνημένο από το εις χείρας μου πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ'αριθμ. 408/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώνω, αρμόδιος, δε, Δικαστικός Επιμελητής να επιδώσει νόμιμα προς την εν Αθήναις (...) εδρεύουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "...

Ανώνυμη Εταιρεία" νομίμως εκπροσωπούμενη ως καθολική διάδοχο με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ....", πρώην "... ....", ως ειδικού διαδόχου της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", όπως μετονομάσθηκε η "..." καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως, της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας, με την επωνυμία "...", προς γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες, που επιτάσσεται να μας καταβάλει νόμιμα και εμπρόθεσμα Ευρώ 1) Διακόσιες εβδομήντα εννέα χιλιάδες τετρακόσιες εβδομήντα έξι και τριάντα λεπτά (Ε 279.476,30)για επιδικασθέν κεφάλαιο, 2) τριακόσιες εβδομήντα τέσσερις χιλιάδες επτακόσια πενήντα πέντε (Ε 374.755) για νόμιμους τόκους του κεφαλαίου αυτού μέχρι σήμερα, 3) οκτώ χιλιάδες πεντακόσια (Ε 8.500) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, 4) Ευρώ δεκαπέντε χιλιάδες επτακόσια δύο (Ε 15.702), για έξοδα απογράφου, παρόντος αντιγράφου ευρώ τρία (Ε 3) και νομίμου επιδόσεως ευρώ τριάντα (Ε 30), ήτοι εν συνόλω ευρώ δεκαπέντε χιλιάδες επτακόσια τριάντα πέντε (Ε 15.735) και 5) ευρώ τριακόσια (Ε 300,00) πλέον ΦΠΑ 23% εξ εξήντα εννέα ευρώ (Ε 69) για αμοιβή για την σύνταξη της παρούσης επιταγής, ήτοι συνολικά Ευρώ εξακόσιες εβδομήντα οκτώ χιλιάδες οκτακόσια τριάντα πέντε και τριάντα λεπτά (Ε 678.835,50) νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσης μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Άλλως θα εκτελεστεί η παρούσα αναγκαστικά, οπότε θα προστεθούν και Ευρώ τριάντα (Ε 30,00) για την εντολή προς εκτέλεση, η οποία δίνεται με την παρούσα.". Σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω η προερχόμενη από την 408/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απαίτηση της καθής η ανακοπή δεν μεταβιβάσθηκε στην ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρία " ...

ΑΕ", καθώς δεν είχε περιέλθει στο "... ", του οποίου είναι αυτή καθολική διάδοχος δια απορροφήσεως. Ειδικότερα, η απαίτηση της καθής η ανακοπή, δυνάμει της υπ' αρ. 408/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προερχομένη από χρηματιστηριακές εντολές, δεν μεταβιβάσθηκε στο νομικό αυτό πρόσωπο, καθώς τυποποιείται αρνητικά στην υπό στοιχείο ιη') περίπτωση του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ I της υπ' αρ. 2124/Β.95 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 74/18-1-2013), αφού πρόκειται για υποχρέωση που σχετίζεται με εντολές εισαχθείσες στα χρηματοπιστωτικά συστήματα πριν τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της "..." και είχε εκκαθαριστεί, έως τον χρόνο αυτό, ενόψει ότι γεννήθηκαν την περίοδο 1999 - 2000 και επ' αυτών έκρινε η υπ' αρ. 408/2004 απόφαση (του) Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Ενώ, κατά τη διάταξη αυτή μεταβιβάζονται στο ... (και ακολούθως στην ανακόπτουσα) οι έννομες σχέσεις και κάθε είδους υποχρεώσεις και δικαιώματα της "..." που απορρέουν από την καθ' οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχής της σε οργανωμένες αγορές, χρηματιστήρια, συστήματα συμψηφισμού, συστήματα πληρωμών, καθώς και συστήματα εκκαθάρισης και / ή διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων, περιλαμβανόμενων και των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που σχετίζονται με εντολές, οι οποίες έχουν εισαχθεί στα ως άνω συστήματα πριν από τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της "..." και οι οποίες δεν έχουν εκκαθαριστεί, συμψηφισθεί ή διακανονισθεί έως τον χρόνο αυτό.

Κρίνοντας η εκκαλουμένη ότι η επίδικη απαίτηση είχε μεταβιβασθεί στο "... " χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην υπ' αρ. 1061/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία εκρίθη η νομιμοποίηση του υπό εκκαθάριση ... έσφαλε. Άλλωστε, επί του τελευταίου αυτού η καθής η ανακοπή ουδέν αντέλεξε, λόγω της ερημοδικίας της στη δίκη εκείνη, ενώ ο ισχυρισμός που προβάλλει σήμερα, ότι στη δίκη εκείνη δεν εκρίθη η νομιμοποίηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως την αναίρεση.

Περαιτέρω, απορριπτέοι είναι οι ισχυρισμοί της καθής η ανακοπή ότι η επίδικη απαίτηση έχει μεταβιβασθεί στην ανακόπτουσα για το λόγο ότι τόσο το ... ΑΤΕ όσο και η ανακόπτουσα με επιστολές τους, αντιστοίχως στις 10-5-2013 και 16-5-2014 απευθύνθηκαν στον εκκαθαριστή της Μ. Γ., καθώς από το περιεχόμενο των επιστολών αυτών σαφώς συνάγεται ότι η επικοινωνία αυτή δεν αφορά την επίδικη σχέση, αλλά την ενημέρωσή του, ως ιδιώτη επενδυτή - πελάτη της αντίστοιχης τραπεζικής εταιρίας, όπως και το από 12-5-2014 αντίγραφο κίνησης λογαριασμού που απέστειλε στον ίδιο η ανακόπτουσα.

Επίσης οι ισχυρισμοί της καθής ότι ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στη συζήτηση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 4481/2012 απόφαση παραστάθηκε το ... και ότι η ... της απέστελνε τις ενημερώσεις για τα χρεωστικά υπόλοιπα,(που) αφορούν χρόνο προ της 18-1-2013, οπότε και η σύσταση του ... Επίσης, ο ισχυρισμός της ιδίας ότι πράγματι η απαίτησή της έχει μεταβιβασθεί στην ανακόπτουσα, καθώς είχε επιδόσει επιταγές προς πληρωμή κατά του ...

για δικαστικά έξοδα επιδικασθέντα υπέρ

της, δυνάμει

των

αποφάσεων του Αρείου Πάγου 3/2013 και 960/2011 και Εφετείου Αθηνών 4481/2012 και στις σχετικές αιτήσεις αναστολής που άσκησαν το ... ή η ανακόπτουσα έχει απορριφθεί το αίτημα τους με προσωρινή διαταγή, απορριπτέος καθίστανται καθόσον δεν προέκυψε ότι το κρίσιμο θέμα της νομιμοποίησης εκρίθη με αυτές. Πρέπει, επομένως, να γίνουν δεκτοί οι συναφείς περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης πρώτος, δεύτερος, τρίτος λόγοι της έφεσης και ο πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού έκανε δεκτούς τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο της ανακοπής και έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της, όπως και του πρόσθετου λόγου αυτής, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτόμενη από 22/7/2014 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο απογράφου της υπ' αριθ. 408/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την, έχουσα κανονιστική ισχύ, ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. ιη' του αριθμού 1 του Παραρτήματος Ι της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 63Ε Ν. 3601/2007 υπ' αριθ. 2124/Β.95 (ΦΕΚ Β' 74/18-1-2013) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την παρ.

κε' του άρθρου 1 και την παρ. 2 του ιδίου παραρτήματος Ι, που ήταν εφαρμοστέες, και έτσι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η, κατά παραδοχή της από 8/5/2001 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", επιδικασθείσα στην αναιρεσείουσα, με την καταστάσα αμετάκλητη υπ' αριθ. 408/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απαίτησή της ποσού 279.476,30 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, περιλαμβάνεται στις αντίστοιχες υποχρεώσεις που δεν μεταβιβάστηκαν, με την ανωτέρω απόφαση, από το Πιστωτικό ίδρυμα "...", (που αποτελούσε απώτερο διάδοχο της ανωτέρω αρχικά εναγομένης εταιρείας) στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα "...", αλλά παρέμεινε στο υπό εκκαθάριση "... ...

και, συνακόλουθα, ότι η υποχρέωση αυτή δεν μεταβιβάστηκε από το "..." στην καθολική του διάδοχο αναιρεσίβλητη, με την οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφησή του, δεχόμενο έτσι ότι η αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται παθητικά από την ανωτέρω υπ' αριθ. 408/2004 απόφαση και δεν μπορεί να επισπευσθεί σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, με συνέπεια να ακυρώσει, για το λόγο αυτό, την ανακοπτόμενη επιταγή εκτελέσεως κάτω από αντίγραφο απογράφου της απόφασης.

Και τούτο, διότι οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αρχικά εναγομένης εταιρείας "...." είχε συναφθεί η από 22/5/1997 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να βρίσκει ενδιαφερόμενους πελάτες και να λαμβάνει και διαβιβάζει τις εντολές τους για χρηματιστηριακές συναλλαγές στην ..., β) ότι με την από 8/5/2001 αγωγή της κατά της ...

στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η ... να της καταβάλει την αμοιβή της για τα έτη 1999 και 2000 και επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η καταστάσα τελεσίδικη και στη συνέχεια αμετάκλητη υπ' αριθ. 408/2004 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 279.476,30 ευρώ νομιμοτόκως από 28/2/2001 και γ) ότι μετά την κατάθεση της αγωγής επήλθαν μεταβολές στο νομικό πρόσωπο της αρχικά εναγόμενης εταιρείας και συγκεκριμένα από 14/11/2003 κατέστη καθολικός της διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", που την απορρόφησε μετά από συγχώνευσή τους, η οποία από 22/6/2010 μετονομάστηκε σε "...", της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία, στις 17/12/2011, μεταβιβάστηκαν, με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "...", οδηγούν, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η ανωτέρω απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά του απώτερου διαδόχου της αρχικά εναγομένης εταιρείας, δηλαδή του ...., περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του τελευταίου, οι οποίες, με την ανωτέρω 2124/Β.95 (ΦΕΚ Β' 74/2013) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μεταβιβάστηκαν στο συσταθέν με την απόφαση αυτή μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "...", ως απορρέουσα, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, από σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία υπάγεται στις ενδεικτικά, υπό στοιχ.

κε' των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του αριθμού 1 του Παραρτήματος, έννομες σχέσεις, και σε κάθε περίπτωση, ως μη περιλαμβανόμενη στις περιοριστικά αναφερόμενες στον αριθμό 2 του Παραρτήματος Ι απαιτήσεις και υποχρεώσεις, οι οποίες δεν μεταβιβάστηκαν και παρέμειναν στο υπό εκκαθάριση "...", ενώ δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση εξαίρεσης του στοιχείου ιη' του αριθμού 1 του Παραρτήματος, (την εφαρμογή του οποίου ούτε η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε στην ανακοπή της), ενόψει του ότι, κατά την σαφή έννοια της ανωτέρω παρ.

ιη', δεν εισάγεται με αυτήν εξαίρεση, για τις εντολές που είχαν εισαχθεί στα αναφερόμενα στην παρ. αυτή συστήματα, πριν από την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της "..." και δεν είχαν έως τον χρόνο αυτό εκκαθαριστεί, συμψηφιστεί, ή διακανονιστεί, αλλά, αντιθέτως, ρητά αναφέρεται στην παράγραφο αυτή, ότι και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τις εντολές αυτές περιλαμβάνονται στην ενδεικτική απαρίθμηση των μεταβιβαζόμενων στο "...", στοιχείων.

Συνεπώς, η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται παθητικά στην επισπευδόμενη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθ. 408/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού αυτή είναι καθολική διάδοχος του ..., στο οποίο μεταβιβάστηκε, κατά τα ανωτέρω, η επίδικη υποχρέωση και ως εκ τούτου ήταν απορριπτέοι οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι της ένδικης ανακοπής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ` άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ενώ αυτό, κατά το άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά, για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1327/2021).

Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017).

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ` αυτό (ΑΠ 1327/2021 ΑΠ 1559/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια (ΑΠ 1327/2021).

Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1327/2021), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ Ολ 34/1992,ΑΠ 1227/2021, ΑΠ 759/2006).

Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτή, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017), το δε δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 325 παρ. 2, και εκείνοι που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων, όσο διαρκούσε η δίκη), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ).

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια, όσον και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 944/2020).

Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017). Αντίθετα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο τα κριθέντα πλεοναστικώς ζητήματα (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 944/2020).

Περαιτέρω, ο από το πρώτο σκέλος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 944/2020).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε την ύπαρξη ιδιότυπου δεδικασμένου, ως προς την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης στην ένδικη υπόθεση, προκύπτοντος από την υπ' αρ. 1061/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος, δικάζοντας την αίτηση αναίρεσης του "...

πριν την διάσπασή του, κατά της υπ. αριθ. 4481/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την επίδικη υπ. αριθ.408/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την παράσταση, για το αναιρεσείον, του "... υπό ειδική εκκαθάριση", καθόσον (το Εφετείο) εσφαλμένα έκρινε, ότι, από την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου, δημιουργείται δεδικασμένο ως προς την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης στην ένδικη υπόθεση, κάνοντας έτσι δεκτό το σχετικό πρώτο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο αυτή ισχυρίστηκε ότι, από την υπ' αρ. 1061/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, προκύπτει δεδικασμένο, ως προς την επίδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας, ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά η ίδια ως καθολικός διάδοχος του "...", ειδικού διαδόχου του αρχικού αναιρεσείοντος "..." πριν την διάσπασή του, αλλά το "...".

Ωστόσο, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είχε ασκηθεί από το "...", νομίμως παρέστη στην ανοιγείσα με αυτή δίκη το "...", αφού πρόκειται για το ίδιο νομικό πρόσωπο, που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, το οποίο μετά την άσκησή της τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν η επίδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας είχε παραμείνει στο "..."" ή μεταβιβάστηκε, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, (ως περιλαμβανόμενη στις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις) στο ειδικό διάδοχό αυτού "Νέο ...", του οποίου καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη, η οποία, σημειωτέον, ενώπιον του Αρείου Πάγου θα μπορούσε να ασκήσει παρέμβαση και, ως εκ τούτου, δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης στη ένδικη υπόθεση.

Επί πλέον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ανωτέρω υπ' αρ. 1061/2014 απόφασής του, ο Άρειος Πάγος, με την αίτηση αναίρεσης, δεν εκλήθη να αποφανθεί για το ζήτημα, αν η ένδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας, που της επιδικάσθηκε τελεσίδικα με την υπ' αρ. 408/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενέπιπτε στα μη μεταβιβαζόμενα ή στα μεταβιβαζόμενα στο ...

στοιχεία, αλλά ούτε και αποφάνθηκε, τελικά, για το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι αντικείμενο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του του Αρείου Πάγου, αποτέλεσαν μόνον οι λόγοι αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 4481/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που περιλαμβάνονταν στην αίτηση του "...

η οποία ασκήθηκε πριν τη διάσπασή του και τη δημιουργία του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...", και όχι το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, το οποίο, επομένως, δεν εξετάστηκε από τον Άρειο Πάγο, με συνέπεια να μη δημιουργείται από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 1061/2014 απόφασή του δεδικασμένο ως προς την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης.

Σε κάθε περίπτωση, δεν υφίσταται δεδικασμένο και γιατί δεν υπάρχει και ταυτότητα διαδίκων, αφού στην υπ' αριθ. 1061/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου αντίδικος της αναιρεσείουσας υπήρξε το υπό εκκαθάριση ... ενώ στην ένδικη υπόθεση αντίδικός της είναι η καθολική διάδοχος του ... αναιρεσίβλητη. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6510/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ