405/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14-7-2015 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ειρήνης χήρας Δημητρίου Ξεκαρφώτου και του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2018 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated405/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Full text
Απόφαση 405 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 405/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Κ. και Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καρφή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ξ. του Μ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην Τοπική Κοινότητα ..., 2) Κ. χήρας Σ. Χ., το γένος Μ. και Μ. Ξ., 3) Β. συζύγου Π. Κ., το γένος Μ. και Μ. Ξ., κατοίκων ..., 4) Φ. συζ. Σ. Ζ., το γένος Μ. και Μ. Ξ., κατοίκου Αθηνών. Η 2η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι 1ος, 3η και 4η εκ των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημητρόπουλο, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο ως συμπληρεξούσια την δικηγόρο Χρυσούλα Σουλιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14-7-2015 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ειρήνης χήρας Δημητρίου Ξεκαρφώτου και του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζεις υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Κατά δε την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σε αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Επί πλέον, με την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/30.5.2020 (ΦΕΚ Α' 104/30.5.2020) με τον τίτλο "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως" επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας, για το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020, ενώ με την παρ. 2 τούτου ορίστηκε ότι σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ή με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ή το έκθεμα γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔικ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι η υπό κρίση από 27.7.2018 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 52/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 27/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, με την οποία είχε απορριφθεί διεκδικητική κυριότητας αγωγή του ίδιου κατά των αναιρεσιβλήτων, ενώ είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας των τελευταίων.
Δικάσιμος της αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίσθηκε αρχικά η 18η.3.2020, κατά την οποία όμως η συζήτηση ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4960/30.5.2020 ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για τη συζήτησή της η 4η.11.2020, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως.
Μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 4ης.11.2020, για την εκδίκασή της, από το γραμματέα του δικαστηρίου, έγινε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, στη σειρά των υποθέσεων που έπρεπε να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε, από την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο σε αμφότερες τις ως άνω περιπτώσεις, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντα, 5063Γ7 24.9.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν.
Π. Α., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 18ης.3.2020), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Κ. χήρα Σ. Χ., η οποία, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε, στην παρούσα δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ'άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 2 και 3 εδ. β' Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με το δεσμό της απλής ομοδικίας που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 1526/2014, ΑΠ 1414/2014, ΑΠ 1259/2013).
Κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της για να διαπιστωθεί αν και ποιόν λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ή του 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996 ΑΠ 1108/2018).
Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019), ενώ ,εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 56/2020, ΑΠ 1008/2018, ΑΠ 275/2017).
Επομένως, μόνη η αναφορά στο αναιρετήριο των παραδοχών του εφετείου, η παράθεση της διαδικαστικής πορείας της δικαστικής διενέξεως των διαδίκων και των παραδοχών της μη προσβαλλομένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η αναφορά επίσης, συλλήβδην, νομικών διατάξεων που αφορούν το κριθέν ζήτημα, και η επίκληση αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς συγκεκριμένο προσδιορισμό της αποδιδόμενης στην απόφαση νομικής πλημμέλειας, δεν στοιχειοθετεί τους αντίστοιχους αναιρετικούς λόγους, οι προβαλλόμενοι δε ως τέτοιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους. (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 857/2017, 1340/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 52/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν, μεταξύ άλλων, αντιμωλία των διαδίκων, η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 27/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, με την οποία, μετά από συνεκδίκαση των αντιθέτων αγωγών των διαδίκων, είχε απορριφθεί η διεκδικητική κυριότητας αγωγή του, ενώ είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν έγιναν δεκτά τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο - οικόπεδο με ΚΑΕΚ 13 036 01 34 004/0/0 βρίσκεται εντός του οριοθετημένου οικισμού ..., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο συνολικού εμβαδού 707 τ.μ.... Εντός του επιδίκου ακινήτου, υφίσταται διώροφη οικία, εμβαδού, κατά τον ισόγειο βοηθητικό χώρο, 52,78 τ.μ.
και κατά τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, 94,16 τ.μ. Αποδείχθηκε... ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε κατά συγκυριότητα, ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου σε καθένα των διαδίκων και ειδικότερα, σε καθένα των τεσσάρων εναγομένων - αντιθέτως εναγόντων, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής (καθολικής) διαδοχής αυτών επί της κληρονομιαίας περιουσίας της αμέσου δικαιοπαρόχου μητρός τους, Μ.
χας Μ. Ξ., ... που απεβίωσε στις 7-2-1991, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ'αριθμ. .../17-6-2015 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς που συνέταξε η συμβολαιογράφος... και καταχωρήθηκε νομίμως στα κτηματολογικά βιβλία του αρμοδίου κτηματολογικού γραφείου Καρπενησίου ... αλλά και πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν συνυπολογισμού (προσαυξήσεως) του χρόνου της χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους ήτοι της μητρός τους...
στην οποία ο πατέρας της, Α. Μ., μεταβίβασε το έτος 1932, με άτυπη σύμβαση δωρεάς εν ζωή, τη διανοία κυρίου νομή επί του επιδίκου ακινήτου. Συγκεκριμένα, η ως άνω άμεση δικαιοπάροχος μητέρα τους, αφότου απέκτησε τη νομή του επιδίκου, έως και τον χρόνο θανάτου της (7-2-1991), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών χρησιδέσποζε τούτο, ασκώντας επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις νομής διανοία κυρίας, ιδίως δια της οριοθετήσεως, της επιβλέψεως, αλλά και δια της οικοδομήσεως με το σύζυγο της και πατέρα των εναγομένων - αντιθέτως εναγόντων, Μ.
Ξ....(που είχε προαποβιώσει της συζύγου του στις 8.4.1984) της υφισταμένης εντός αυτού διώροφης οικίας, στην οποία και κατοικούσαν. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι αντιθέτως ενάγοντες και ειδικότερα η 1η, η 2η και η 3η, δια του 4ου εξ αυτών και κατ'αντιπροσώπευσή τους από τον τελευταίο, από το χρόνο θανάτου της αμέσου δικαιοπαρόχου μητρός τους (7-2-1991) έως και τον Οκτώβριο του έτους 2014, αλλά και μετά έως το χρόνο ασκήσεως των κρινόμενων αγωγών, ασκούσαν συνεχώς, ανεμπόδιστα και αδιατάρακτα, διανοία συγκυρίων, εμφανείς υλικές πράξεις συννομής έκαστος κατά το αντίστοιχο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου , ιδίως δε, δια της οριοθετήσεως, της επιβλέψεως, της διαμονής κατά περιόδους εντός της διώροφης οικοδομής, που την χρησιμοποιούσαν ως εξοχική κατοικία, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες αλλά και δια της συντηρήσεως αυτού.
Ο 4ος αντιθέτως ενάγων, μάλιστα, τόσο ατομικά, κατά το αντίστοιχο ποσοστό της συννομής (και συγκυριότητάς του) του 1/5 εξ αδιαιρέτου όσο και κατ'αντιπροσώπευση των λοιπών αντιθέτως εναγουσών... στην άσκηση της συννομής (και συγκυριότητάς) τους κατά τα αντίστοιχα ποσοστά (1/5 εξ αδιαιρέτου για κάθε μία εξ αυτών), προέβαινε στην άσκηση των ως άνω εμφανών υλικών πράξεων νομής διανοία συγκυρίων δια της οριοθετήσεως, της καταμετρήσεως και της τοπογραφήσεως αυτού, ιδίως δια της συντάξεως κατ'εντολή του, από τον Πολιτικό Μηχανικό Καρπενησίου ...
του προαναφερομένου υπ'αριθμ. Τ1/Σεπτεμβρίου 2013 τοπογραφικού διαγράμματος, όπως επίσης και δια της επιβλέψεως και συντηρήσεως αυτού, επιμελούμενος μάλιστα με την περιοδική αποψίλωση της εντός του ακινήτου φυόμενης βλαστήσεως, αλλά και με καταβολή των αντιστοίχων δαπανών συντηρήσεως και επισκευής και - κατά περιόδους - της ηλεκτροδοτήσεως της υφισταμένης εντός του επιδίκου ακινήτου οικοδομής του αναλογούντος Φ.Π.Α.
των ετών 2011, 2012 και 2013, αλλά και του αναλογούντος ΕΝ.Φ.Ι.Α. ... αλλά και αντίστοιχους λογαριασμούς καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος, που εκδόθηκαν από το υποκατάστημα Καρπενησίου της Δ Ε Η. και αφορούν την υφιστάμενη εντός του επιδίκου ακινήτου διώροφη οικοδομή... και τα αντίστοιχα από της 24-2-2015, 7-5-2015, 12-5-2015, 7-9-2015 και 15-9-2015 πιστοποιητικά περί καταβολής του αναλογούντος ΕΝ.Φ.Ι.Α...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Δ. Ξ. του Μ. και Μ., ήταν το πέμπτο τέκνο της προαναφερόμενης κληρονομούμενης Μ. χας Μ. Ξ. ... αδελφός των εναγομένων - αντιθέτως εναγόντων και σύζυγος της αρχικώς πρώτης ενάγουσας - αντιθέτως εναγομένης Ε. Ξ., το γένος Κ. και Ε. Τ., από το χρόνο αποβιώσεως της αμέσου δικαιοπαρόχου μητρός του (7-2-1991) και μέχρι τον χρόνο της αποβιώσεώς του (20-7-1998) ήτοι, για χρονικό διάστημα επτά ετών , απέκτησε και ασκούσε μόνο τη συννομή κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου , καθόσον, αν και επήλθε εκ του νόμου η εξ αδιαθέτου διαδοχή επί της κληρονομιάς της αμέσου δικαιοπαρόχου μητρός του, αυτός δεν αποποιήθηκε, ούτε προέβη σε ρητή δήλωση αποδοχής της επαχθείσας σ'αυτόν κληρονομιάς, κατά το αντίστοιχο ποσοστό (κληρονομικό μερίδιο) επ'αυτής, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, με την κατάρτιση και νόμιμη μεταγραφή σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Ο Δ. Ξ., για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των επτά ετών περίπου, άσκησε διανοία συγκυρίου εμφανείς υλικές πράξεις συννομής, κατά το αντίστοιχο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, ιδίως δια της επιβλέψεως και της καταβολής εν μέρει των δαπανών συντηρήσεως και επισκευής της υφιστάμενης εντός του επιδίκου ακινήτου οικοδομής και του εκάστοτε αναλογούντος φόρου.
Μετά το θάνατο του στις 20 Ιουλίου 1998, η σύζυγος του, αρχικώς πρώτη ενάγουσα - αντιθέτως εναγομένη Ε. Ξ. απέκτησε μόνο τη συννομή, ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, με κληρονομική διαδοχή, δυνάμει της από 29 Ιουλίου 1996 ιδιόγραφης διαθήκης του άνω κληρονομουμένου συζύγου της, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 59/1998 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, της 18ης Νοεμβρίου 1998 και στην συνέχεια προέβη σε δήλωση αποδοχής της επαχθείσης σ'αυτήν κληρονομιάς δυνάμει του...
συμβολαιογραφικού εγγράφου, που... μεταγράφηκε νόμιμα ... σε συνδυασμό με το... συμβολαιογραφικό έγγραφο - συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που... μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπενησίου... Η τελευταία, από το χρόνο επαγωγής σ' αυτήν της κληρονομιάς και της συνακόλουθης μεταβιβάσεως (σ'αυτήν) της συννομής, ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου, επί του επιδίκου ακινήτου, προέβη στην άσκηση διανοία συγκυρίας εμφανών υλικών πράξεων συννομής, κατά το αντίστοιχο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, ιδίως δια της επιβλέψεως, της διαμονής κατά περιόδους εντός της διώροφης οικοδομής, που επίσης τη χρησιμοποιούσε ως εξοχική κατοικία, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, δια της συντηρήσεως αυτού και της καταβολής εν μέρει των δαπανών ηλεκτροδοτήσεως και υδροδοτήσεως της υφισταμένης εντός του επιδίκου ακινήτου οικοδομής και του εκάστοτε αναλογούντος φόρου εισοδήματος αλλά και του αναλογούντος ποσοστού ΕΝ.Φ.Ι.Α ...
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η αρχικώς πρώτη ενάγουσα-αντιθέτως εναγομένη ... κατέστη συγκυρία του επιδίκου ακινήτου και της εντός αυτού υφιστάμενης διώροφης οικοδομής, πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, δια της ασκήσεως των προαναφερομένων εμφανών υλικών πράξεων συννομής, κατά 1/5 εξ αδιαιρέτου, κατόπιν και του συνυπολογισμού (προσαυξήσεως) του χρόνου της χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της, κατ'αντίστοιχη καθολική διαδοχή στη συννομή επί του επιδίκου ακινήτου, ιδιαίτερα δε, της πεθεράς της Μ.
χας Μ. Ξ.... από του έτους 1932 έως τον χρόνο της αποβιώσεώς του (20-7-1998) και η τελευταία (αρχικώς πρώτη ενάγουσα - αντιθέτως εναγομένη), από του χρόνου επαγωγής της κληρονομιάς αυτού (20-7-1998), μέχρι στις 14-9-2009, ήτοι, για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών. Κατά συνέπεια, ο νυν ενάγων-αντιθέτως εναγόμενος απέκτησε μόνο το εμπράγματο δικαίωμα της συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, γεγονός που ουδέποτε αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι- αντιθέτως ενάγοντες -εφεσίβλητοι και ρητώς συνομολογούν δια της ...
αντίθετης αγωγής τους, αλλά και δια των προτάσεών τους, δυνάμει συμβάσεως δωρεάς εν ζωή, που καταρτίσθηκε μεταξύ της αμέσου δικαιοπαρόχου θείας του (αρχικώς πρώτης ενάγουσας-αντιθέτως εναγομένης), Ε. Ξ. ως δωρήτριας και αυτού (ενάγοντος-αντιθέτως εναγομένου) ως δωρεοδόχου, δια του ... συμβολαιογραφικού εγγράφου ..
που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία ... και της συνακόλουθης αποσβέσεως του εμπραγμάτου δικαιώματος της προσωπικής δουλείας της επικαρπία5της ως άνω δωρήτριας, κατά τον χρόνο αποβιώσεώς της, στις 27-8-2015 και τη συνένωσή της με την ψιλή συγκυριότητα, ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου στο πρόσωπο του νυν ενάγοντος..., διότι, η ως άνω άμεση δικαιοπάροχος του νυν ενάγοντος ...
ουδέποτε μεταβίβασε σ'αυτόν το εμπράγματο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, που ουδέποτε απέκτησε επ'αυτού, καθ οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, είτε πρωτότυπα, δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας είτε παράγωγα, κατόπιν αντιποιήσεως της νομής επ'αυτού και μάλιστα εν γνώσει και με αδράνεια των εναγομένων - αντιθέτως εναγόντων, ούτε όμως ο ενάγων - αντιθέτως εναγόμενος αποδεικνύει, τέτοια αντιποίηση της νομής επί του επιδίκου ακινήτου υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.
Αντίθετα, η δικαιοπάροχος - δωρήτρια θεία του νυν ενάγοντος - αντιθέτως εναγομένου μεταβίβασε σ'αυτόν, δυνάμει της προαναφερομένης συμβάσεως δωρεάς εν ζωή μόνο την ψιλή συγκυριότητα, ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου..." Συνεχίζοντας το Εφετείο, κρίνοντας ως ανεπαρκή τα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του και των λοιπών ενστάσεών του που προβλήθηκαν πρωτοδίκως σχετικά με την αντίθετη αγωγή των εναγομένων και επαναφέρθηκαν ενώπιον του , σε σύγκριση με τα αναφερόμενα αναλυτικά αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως από τους εναγομένους - αντενάγοντες, κατέληξε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι από όλα αυτά "...
προκύπτει σαφώς, ότι η αρχικώς πρώτη ενάγουσα - αντιθέτως εναγομένη, εσφαλμένα και ανακριβώς συμπεριέλαβε και αναφέρεται ότι μεταβίβασε στον δωρεοδόχο ανιψιό της-νυν ενάγοντα (αντιθέτως εναγόμενο) το εμπράγματο δικαίωμα της ψιλής κυριότητος και όχι της ψιλής συγκυριότητος, ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και τους προσθέτους λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, είχε απορρίψει ως κατ'ουσίαν αβάσιμη τη διεκδικητική αγωγή κυριότητας του αναιρεσείοντος και είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη την αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των αναιρεσιβαλλομένων, τους οποίους και αναγνώρισε συγκυρίους του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου τον καθένα.
Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης ο ενάγων - αναιρεσείων, στρεφόμενος κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, διαλαμβάνει αρχικά στο δικόγραφο της το ιστορικό της δικαστικής διενέξεως μεταξύ του ίδιου και των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, που ξεκίνησε με την άσκηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας αντιθέτων, αντιστοίχως, αγωγών (διεκδικητικής και αναγνωριστικής κυριότητας) των διαδίκων και αναφέρεται στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, στην οποία κατ'αρχήν αποδίδει μομφή με την επίκληση ότι "...εξεδόθη μόλις σαράντα έξι (46) ημέρες μετά την κατάθεση των Προσθηκών - Αντικρούσεων, τουτέστιν μετά ιδιαιτέρας σπουδής..." και στην άσκηση εφέσεως και προσθέτων λόγων εφέσεως κατ'αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση.
Ακολουθεί το στοιχείο {Β} με την επιγραφή "Λόγοι αναιρέσεως", στην υποδιαίρεση του οποίου υπό το στοιχείο {Β1}, με την επιγραφή: "Επί της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και των πλημμελειών της", περιλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό της συμπέρασμα καθώς και αποσπασματικές παραδοχές της, αναφορικά με τα περιστατικά που αυτή δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, τις οποίες ο αναιρεσείων σχολιάζει αρνητικά, με τις αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση:
α) δεν έλαβε υπόψη "αρκούντως και στοιχειωδώς έστω" αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως από τον ίδιο, με έμφαση στο 15032/1999 δωρητήριο συμβόλαιο της δικαιοπαρόχου του προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, από τα οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος .αποδεικνύονταν η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του, β) "αποσιωπά", αυτά τα αποδεικτικά μέσα και "δεν τα μελέτησε στοιχειωδώς, την στιγμή κατά την οποία κραυγάζουν υπέρ ..." των δικών του ισχυρισμών, γ) "λησμονεί ...
να λάβει υπόψη της" ότι η παλαιά οικία που υφίσταται εντός του επιδίκου ακινήτου αναστυλώθηκε, βελτιώθηκε και ανακαινίσθηκε μόνο με δαπάνες του Δ. Ξ., συζύγου της δικαιοπαρόχου θείας του, δ) "...δεν πρόσεξε ουδ' επ' ελάχιστον τις προσαχθείσες φωτογραφίες που πιστοποιήθηκαν από τους εξετασθέντες επ'ακροατηρίω μάρτυρες απόδειξης και ανταπόδειξης", ε) δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο, ενώ αυτές, ήταν "μεμονωμένες και παντελώς αποσπασματικές πράξεις" και δεν εκτείνονταν στο βάθος εικοσαετίας, γεγονότα που "αντιπαρήλθε...αβρόχοις ποσί καίτοι..." ο ίδιος (αναιρεσείων) τα επεσήμανε "αρκούντως τόσο ενώπιον του Α/θμίου όσο και ενώπιον του Β/θμίου Δικαστηρίου", στ) προέβη σε "επιλεκτική επιλογή, αλλά και ανάγνωση καθώς και ερμηνεία παντελώς αυθαίρετη (αν τελικά αναγνώσθηκαν) των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη της..." και "...
ασφαλώς και βεβαίως δεν έλαβε υπόψη της αρκούντως αλλά πλημμελώς τους τίτλους κτήσεως και τη γενεσιουργό αιτία αυτών τόσο στο πρόσωπο..." της δικαιοπαρόχου του όσο και του ίδιου , αλλά και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων), ζ) κατέληξε στο "παντελώς αβάσιμο και αναπόδεικτο κατ'ουσίαν συμπέρασμα, που είναι ως εκ τούτου και αυθαίρετο.." αλλά και λανθασμένο, ότι ο σύζυγος της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, Δ.
Ξ., ενεργούσε εμφανείς υλικές πράξεις συννομής μόνο κατά ποσοστό 1/5 στο επίδικο ακίνητο δια της επιβλέψεως και της καταβολής εν μέρει των δαπανών συντηρήσεως και επισκευής της εντός αυτού οικίας, ενώ "ήταν και είναι γνωστό τοις πάσι...." ότι αυτός ήταν ο μοναδικός από τα αδέλφια του, που επιλήφθηκε της ανακατασκευής της διώροφης αυτής "πολυτελούς" πλέον κατοικίας, και μάλιστα "στερούμενος τέκνων και των συναφών οικογενειακών υποχρεώσεων δαπάνησε και τον τελευταίο οβολό του για την εν λόγω κατοικία..." η) λανθασμένα αναγνώρισε ως συγκυρίους σε ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου τον καθένα από τους αναιρεσίβλητους, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων ήταν αποκλειστικός κύριος τούτου, αφού μόνο ο απώτατος δικαιοπάροχος του Δ.
Ξ. ασκούσε πράξεις νομής επ'αυτού και είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος τούτου. Ακολουθεί το στοιχείο {Β2} του αναιρετηρίου, με την επιγραφή: "επί της εκκαλουμένης και αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και των πλημμελειών τους - Νομικό μέρος", στους επί μέρους αριθμούς 1 έως 23 του οποίου, αρχικά γίνεται, συλλήβδην, απλή μνεία των αριθμών 1,8,10,11,12,13,17,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επανάληψη του κειμένου των διατάξεων αυτών, με την επισήμανση του αναιρεσείοντος, ότι "εν προκειμένω έχουμε τη συνδρομή των παρ. 1,8,10,11,12 και 13 προεχόντως και δευτερευόντως τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων, οι οποίες συντρέχουν για να ασκηθεί και η κρινόμενη παρούσα αναίρεση..." και ότι "ο Άρειος Πάγος, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ύστερα όμως από πρόταση του εισηγητή - αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην έγγραφη εισήγησή του λόγο αναίρεσης από εκείνους , που αναφέρονται στους αριθμούς 1,4,14,16,17 και 19 του άρθρου 559".
Μετέπειτα, γίνεται απλή αναφορά των προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και των νομικών διατάξεων των άρθρων 974, 980, 981,983, 984 επ. 994, 1041, 1042, 1045, 1049 ΑΚ σε συνδ. με τα άρθρα 247, 249, 251, 271, 272 του ίδιου Κώδικα, 1051, 1710, 1846, 281 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο των οποίων αναλύεται σχετικά με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, όπως, για την κτήση κυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με μνεία της έννοιας του νόμιμου και νομιζόμενου τίτλου, της έννοιας της νομής και των πράξεων που την συνιστούν, της μεταβίβασης της νομής στους κληρονόμους του νομέα, της δυνατότητας συνυπολογισμού στο χρόνο νομής των κληρονόμων του χρησιδεσπόζοντος του χρόνου νομής τούτου, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, της κοινωνίας, της γενικής αρχής "κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμάίκό δίκαιο και κατά τον Αστικό Κώδικα, κατά την οποία ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα, επ'ονόματι και των λοιπών και ως εκ τούτου δεν δύναται να αντιτάξει κατ'εκείνων αποσβεστική παραγραφή ή χρησικτησία πριν καταστήσει σε αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται εφεξής το μείζον της μερίδος του ή ολόκληρον το κοινό αποκλειστικά ιδίω ονόματι ως κύριος", της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, της καταχρηστικής ένστασης του δικαιώματος και της αοριστίας της αγωγής.
Περαιτέρω, με το υπό στοιχείο "Β3 - πραγματικό μέρος", υπό τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, ο αναιρεσείων δεν πλήττει την προσβαλλόμενη 52/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, αλλά αναφέρεται στις, κατά την άποψή του, πλημμέλειες της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι στην 27/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, στην οποία αποδίδει αρχικά, ότι στο πολυσέλιδο σκεπτικό της (νομικό κυρίως) δεν υπάρχει αρχή και τέλος, το δε σκεπτικό της "...
αποτελεί απόσπασμα των ενόρκων βεβαιώσεων και καταθέσεων, όσο και το διατακτικό αυτής, το οποίο προκύπτει ως απόσπασμα - συρραφή από τμήματα της ενδίκου αγωγής των..." εναγομένων. Συνεχίζοντας να πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων αναφέρεται αναλυτικά στο περιεχόμενο της, περιλαμβάνει αποσπάσματα του σκεπτικού της, με τη συχνή μνεία ότι αυτό είναι εσφαλμένο, ως προς την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων3 με ειδική αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως από τον ίδιο και, κατά την άποψή του, δεν αξιολογήθηκαν σωστά από αυτήν.
Αποδίδει σφάλματα στην, όπως την ονομάζει, "εκκαλουμένη" απόφαση με αναφορές όπως : "η εκκαλουμένη παντελώς εσφαλμένα και αναπόδεικτα συνεχίζει...", "η ως άνω απόφαση διολισθαίνουσα έτι περαιτέρω στο εσφαλμένο σκεπτικό της αναφέρει...", "προσκολλάται ... η εκκαλουμένη, " ... συνεχίζει το παντελώς εσφαλμένο και εξόχως πρόχειρο σκεπτικό ..." και "...
τέλος καταλήγει με βάση όλες τις παραπάνω πλημμέλειες ... στο ακόλουθο συμπέρασμα , το οποίο φυσικά εύλογο είναι και αναμενόμενο να προκύψει λανθασμένο, καθόσον ήταν ευθύς εξ αρχής πλημμελώς στοιχειοθετημένο...". Στο ως άνω υπό στοιχείο {Β3} μέρος της αναίρεσης, οι μόνες αιτιάσεις που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, είναι ότι αυτή, αντιθέτως με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήταν "όλως περιληπτική σε σχέση με τα ζητήματα - ενστάσεις και ισχυρισμούς εκατέρωθεν που ασφαλώς ζητούσαν απάντηση εκ μέρους της..." καθώς και ότι "...δεν παρεξέκλινε ούτε κατά κεραία ..." και "δεν διαφοροποιήθηκε..." από την πρωτόδικη απόφαση, "...τόσο ως προς το νομικό μέρος όσο και ως προς το ουσιαστικό με τη διαφορά ότι το σκεπτικό που προβάλλει είναι παντελώς έωλο, αναπόδεικτο και άσχετο με την πραγματικότητα...".
Έπεται, το στοιχείο {Β4} της ένδικης αναιρέσεως, με την επιγραφή : "επί της ουσίας της ενδίκου εφέσεώς ...και της αγωγής...", στο οποίο ο αναιρεσείων αναφέρει ότι τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "δεν έλαβαν υπόψη τους και ειδικότερα στα σκεπτικά των αποφάσεών τους αδιαμφισβήτητα και αποδεδειγμένα γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται αναμφισβήτητα τόσο από τα έγγραφα όσο και από τους μάρτυρες που..." ο ίδιος επικαλέστηκε.
Επαναλαμβάνει ο αναιρεσείων τις απόψεις του σχετικά με το ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του ήταν αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, με τα επιχειρήματα, ότι αυτός και μόνο είχε επιμεληθεί για τους ηλικιωμένους γονείς του, με την συνεπικουρία και της συζύγου του, θείας του ίδιου (αναιρεσείοντος) και έχοντας καλή οικονομική επιφάνεια προέβαινε σε όλες τις δαπάνες για τη συντήρηση και ανακαίνιση της παλαιάς οικίας που βρίσκεται εντός τούτου, η οποία από "πρόχειρη, μεταπολεμική κατασκευή - αγροικία - αχυροκαλύβα...
που κατασκευάστηκε το έτος 1950-1951....", μετατράπηκε σε "σύγχρονη κατοικία - βίλα", με την οικονομική συμβολή και του ίδιου του αναιρεσείοντος, ο οποίος, όπως υποστηρίζει, δαπάνησε για το λόγο αυτό το ποσό των 47.300 ευρώ τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα από 4.5.2009 μέχρι και της 11.6.2015. Παράλληλα επικαλείται έλλειψη οποιασδήποτε συνεισφοράς στις ως άνω δαπάνες των αναιρεσιβλήτων, με μνεία ότι ο πρώτος από την ηλικία των 23 ετών μετανάστευσε στον Καναδά, όπου παρέμεινε επί σειρά ετών, οι δε λοιπές αδελφές του απομακρύνθηκαν από την περιοχή και διέμεναν στην Αθήνα και Πειραιά και δεν επισκέπτονταν το ακίνητο.
Τέλος υπό τα στοιχεία {Β5} με την επιγραφή : "Πλημμελής αξιολόγηση ενόρκων βεβαιώσεων" και {Β6} με την επιγραφή: "Πλημμελής αξιολόγηση δημοσίων εγγράφων και υλικών διακατοχικών πράξεων", ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση αποκλειστικά για την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, στο στοιχείο {Β5} περιλαμβάνονται αποσπάσματα των ενόρκων βεβαιώσεων κατονομαζόμενων μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, με σχολιασμό τους από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος τις χαρακτηρίζει ως αναξιόπιστες και καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι "από την αξιολόγησή ..." τους, οφείλει να τονίσει, ότι "δεν απαντούν οι ως άνω μάρτυρες στα κρίσιμα ζητήματα..." που έθεσε ο ίδιος με την αγωγή του, όσο και "στα αποδεικτικά έγγραφα" που κατέθεσε με το σημείωμά του "επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής ..." κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.
Αντίθετα, αξιολογείται ως αξιόπιστη η κατάθεση της μάρτυρα - αδελφής του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά την διαλαμβανόμενη στο αναιρετήριο άποψή του, "κατέθεσε για το σύνολο των αποδεικτέων θεμάτων αποδεικνύοντας την άριστη γνώση της γι'αυτά" και έτσι "απέδειξε το σύνολο της ενδίκου αγωγής..." τούτου και "αντίστοιχα κατέστησε αναληθή και ουσία αβάσιμο την αντίθετο ένδικο αγωγή των αντιδίκων ..." του.
Επίσης, στο στοιχείο {Β6} του αναιρετηρίου, αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκτίμηση των δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων των διαδίκων, με αναλυτική απαρίθμηση των εγγράφων των αναιρεσιβλήτων, όπως επιταγών, εμβασμάτων και αποδείξεων, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, προσκομίσθηκαν " με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων και παραπλάνηση του Α/θμίου δικαστηρίου...", για να καταδειχθεί, ότι "δήθεν" οι αναιρεσίβλητοι συμμετείχαν διαχρονικά στις εν γένει δαπάνες συντήρησης του επίδικου ακινήτου και τις έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το γεγονός ότι σε αυτά υφίστανται αλλοιώσεις, όπως διαγραφές με τη χρήση "μπλάνκο", διαφορετική ένταση γραφής, μουτζούρες κλπ και είναι γραμμένα στην αγγλική γλώσσα και δεν διέταξε τεχνική πραγματογνωμοσύνη για τη γνησιότητά τους, αλλά απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος επειδή δεν κατονόμασε τον νοθεύσαντα.
Ο περιλαμβανόμενος στο περιεχόμενο της ένδικης αιτήσεως λόγος αναίρεσης, υπό το ως άνω στοιχείο {Β3}, με το οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι στην προκειμένη περίπτωση, που κατά της αποφάσεως αυτού ασκήθηκε έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, σε αναίρεση υπόκειται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 και 554 ΚΠολΔ, μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου.
Εξάλλου, οι επικαλούμενες υπό τα προαναφερόμενα στοιχεία {Β1}, {Β2}, {Β4}, {Β5} και {Β6} πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν ορισμένους και κατά συνέπεια παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, διότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της για να διαπιστωθεί αν και ποιόν λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συγκεκριμένα, στο δικόγραφο της αναίρεσης γίνεται συλλήβδην αναφορά λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με μνεία μόνο των αριθμών αυτών και επανάληψη του κειμένου των σχετικών διατάξεών τους, χωρίς συγκεκριμένο προσδιορισμό της αποδιδόμενης, κατά τον αναιρεσείοντα, νομικής πλημμέλειας σε κάθε παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα των παραδοχών της και συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, ως εκ τούτου δε απαράδεκτοι, ανεξαρτήτως του ότι όλες οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, πλήττουν την επί της ουσίας της υπόθεσης κρίση του δικαστηρίου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δ.
Από το συνδυασμό των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ , που αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 956/2018) και η παραβίασή τους ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, ο διάδικος που ηττήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα και ότι τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ, σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που ηττήθηκε (ΑΠ 908/2019).
Επίσης από το συνδυασμό των άρθρων 189, 190 και 191 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι αποδίδονται στο νικήσαντα διάδικο μόνο τα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (τέλη χαρτοσήμου, τέλος δικαστικού ενσήμου, αμοιβή δικηγόρου κλπ.) και ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλλει κατάλογο των εξόδων και, αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του αιτήματος για να προβεί το δικαστήριο στην εκκαθάριση των εξόδων (ΑΠ 961/2017).
Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας, της πιο πάνω διάταξης (ΑΠ 1195/2018 ΑΠ 77/2014) Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω αναιρετικός λόγος εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρου ορίου του Κώδικα Δικηγόρων.
Ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 969/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 613/2010, ΑΠ 614/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την τελευταία διάταξη (αριθμός 7) του στοιχείου {Β6}, της ένδικης αναίρεσής του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι τον καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, με την αιτίαση ότι την προσδιόρισε: "στο υπερβολικό ποσό των 600 ευρώ, μόνο για τον Β' βαθμό δικαιοδοσίας και επιπρόσθετα στο ποσό των 550 ευρώ στον Α' βαθμό, καίτοι δεν συντρέχει η εφαρμογή των άρθρων 190 και 191 ΚΠολΔ, αφού ο περί ου ο λόγος κατάλογος δεν συμπεριελήφθη με τις επ'ακροατηρίου κατατεθείσες προτάσεις των ενώ κατά την παρ. 2 αυτού η εκκαθάρισή τους εκ μέρους του Α/θμίου Δικαστηρίου είναι παντελώς έωλος και αναιτιολόγητος".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όσον αφορά στην επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτος, διότι, μετά την άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως τούτου, η οποία απορρίφθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η τελευταία, ενώ όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη των 600 ευρώ που επιβλήθηκε σε βάρος του ηττηθέντος εκεί εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, και στην περίπτωση, που ο αιτών τα έξοδα δεν υποβάλλει κατάλογο εξόδων, αρκεί και μόνη η υποβολή του αιτήματος για να προβεί το δικαστήριο στην εκκαθάρισή τους, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία για τον προσδιορισμό τους.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 27.7.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 52/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας αυτής, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.7.2018 αίτηση του Ι. Κ. του Κ. για αναίρεση της 52/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ