Supreme Court dismisses appeal against pension claim, ruling lump-sum payments are not wages and statute of limitations did not expire.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank's insurance fund against a pension claim. Plaintiffs argued their lump-sum payments were wages subject to a five-year limitation period, while the fund contended they were purely contributory benefits. The court ruled that such payments retain their nature as non-periodic benefits and that the claim was timely filed, rejecting the fund's arguments as baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 31 of Law 1027/1980; Art. 250(17) of the Civil Code: Lump-sum payments with a contributory character do not constitute wages or periodic remuneration, and claims for such benefits are not subject to the five-year limitation period applicable to wage claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 405 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 405/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη. - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημα του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Χ., 2. Ι. Τ. του Α., 3. Π. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 4. Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., 5. Α. Β. του Π., κατοίκου ..., 6. Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., 7. Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 8. Κ. Π. του Ι., κατοίκου …, 9. Ν. Μ. - Κ. του Π., κατοίκου ..., 10. Δ. Δ. του Η., κατοίκου …, 11. Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 12. Α. χας Α. Χ., κατοίκου …, 13. Γ. χας Γ. Β., κατοίκου … Ο 3ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12η και 13ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κωτσή, ο οποίος δήλωσε ότι ο 2ος απεβίωσε την 10η/2/2020 και ο 1ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α) Β. Μ. του Ε., χήρα Γ. Κ., β) Χ. Κ. του Γ. και γ) Χ. Κ. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2010, μη οριστική, 353/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6644/2013 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 669/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 2254/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 9/9/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 §§ 1 & 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 § 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Τέλος το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 § 1 ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλομΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλομΑΠ 39/2005, ΟλομΑΠ 9/2003, ΟλομΑΠ 9/1992).
Στη περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 335/2018, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 3 εδ.
β' του ιδίου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στη προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης γίνεται με επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, δεκατριών (13) τον αριθμό, όπως προκύπτει από την 7668Β'/17-2-2020 έκθεση επίδοσης αυτών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, την οποία συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η.
Π. και επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, εκπροσωπήθηκαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κωτσή πλην των 1ου, 2ου και 3ου εξ αυτών. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από τον 3ο των αναιρεσιβλήτων Π.
Λ., ούτε αποδεικνύεται ότι ο ίδιος ως άνω δικηγόρος Φώτιος Κωτσής, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και από αυτόν, αφού δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιό του ή ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου του ΝΠΔΔ κλήτευση αυτού, προκειμένου να παραστεί κατά την εκδίκαση της αίτησης κατά την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο ως άνω αναιρεσίβλητος (Π. Λ.) δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης ως προς αυτόν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής (διακοπής) προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 335/2018, ΑΠ 171/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων Φώτιος Κωτσής, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, δήλωσε ότι οι 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων (Γ.
Κ. και Ι. Τ.) απεβίωσαν, ο μεν δεύτερος εξ αυτών (Ι. Τ.) στις 10-2-2020, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο υπ' αρ. .../13-2-2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου ..., ο δε πρώτος εξ αυτών (Χ. Κ.) στις 5-11-2020, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο υπ' αρ. .../6-11-2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου ...
και ότι για τον πρώτο συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου του οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Β. Μ. χήρα Γ. Κ., Χ. Κ. του Γ. και Χ. Κ. του Γ., όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από 12-11-2020 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ..., υπ' αρ. πρωτ. .../12-11-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ...
και υπ' αρ. πρωτ. .../2020 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, οι οποίοι του παρείχαν και την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα.
Συνεπώς, για μεν τον 2ο Ι. Τ. πρέπει να κηρυχθεί η βιαία διακοπή της δίκης (ΑΠ 540/2020), για δε τον 1ο Γ. Κ., εφόσον αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων του θανόντος 1ου αναιρεσίβλητου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Με την από 29-12-2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι τυγχάνουν δικαιούχοι εφάπαξ βοηθήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ταμείου, οι μεν ένδεκα πρώτοι ως συνταξιούχοι υπάλληλοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", οι δε δωδέκατη και δέκατη τρίτη ως σύζυγοι θανόντων υπαλλήλων, που είχαν θεμελιώσει το σχετικό δικαίωμα μέχρι το χρόνο θανάτου τους.
Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 § 3 του ν. 2084/1992 με τις οποίες καθορίσθηκε ανώτατο όριο στο εφάπαξ βοήθημα, έλαβαν μέρος του ποσού που δικαιούνταν με βάση το μηνιαίο ασφαλιστικό μισθό κάθε υπαλλήλου και το χρόνο ασφάλισής του. Ότι στη συνέχεια, σε εκτέλεση αποφάσεων του Διευθυντή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος έλαβαν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 § 20 του ν. 3029/2002 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 § 4 του Καταστατικού του Ταμείου, που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ 80000/30226/1366/2004, με την οποία επιπλέον το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον μετατράπηκε από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ με την ίδια επωνυμία και αποτελεί καθολικό διάδοχό του.
Ότι και μετά την παραπάνω καταβολή, το εφάπαξ βοήθημα που είχαν εισπράξει υπολειπόταν εκείνου που δικαιούνταν να εισπράξουν χωρίς την εφαρμογή της διάταξης της § 3 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 περί καθορισμού ανωτάτου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα. Ζήτησαν δε τη διαφορά, μετά την επίλυση του ζητήματος τούτου ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο με τις υπ' αριθ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η διάταξη του άρθρου 57 § 3 του ν. 2084/1992 κατά το μέρος που θεσπίζει περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του εναγομένου Ταμείου, οι οποίοι εξήλθαν από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως τη πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο κλάδο πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκειται στα άρθρα 4 § 1 και 22 § 5 του Συντάγματος, διότι ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο εφάπαξ βοήθημα με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, που δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 67/2010 μη οριστική απόφαση και η 353/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η οποία δέχθηκε αυτή ως νόμω και ουσία βάσιμη. Κατά της απόφασης, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 3-8-2012 έφεσή του και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την 6644/2013 απόφασή του έκανε δεκτή την έφεση με τις παραδοχές ότι το εναγόμενο, πριν τη συμπληρωματική καταβολή ζήτησε από τους ενάγοντες να δηλώσουν εγγράφως ότι με την παραπάνω συμπληρωματική καταβολή ικανοποιείται πλήρως κάθε αξίωσή τους κατά του εναγομένου για εφάπαξ παροχή στηριζομένη στην εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 2084/1992 και ότι παραιτούνται από κάθε συναφή απαίτησή τους με αφορμή την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, ότι οι ενάγοντες, ανταποκρινόμενοι θετικά στη πρόταση αυτή του εναγομένου, προχώρησαν στη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς και ότι οι συμβιβασμοί αυτοί είναι έγκυροι και μετά ταύτα, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 20-1-2015 αίτηση αναίρεσης και το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την 669/2016 απόφασή του αναίρεσε αυτή για πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποφαινόμενο ότι "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφασή του εκτίμησε τον περί παραίτησης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ταμείου ως προβληθέντα από το τελευταίο ισχυρισμό περί συμβιβασμού, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί" και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Και το Εφετείο της παραπομπής με την πληττόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης απόφασή του (2254/2019), με τις παραδοχές ότι: α) ο ισχυρισμός του εναγομένου περί παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων, διότι η αξίωση αυτή υπάγεται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ και όχι στην εικοσαετή του άρθρου 249 ΑΚ, αφού το αξιούμενο εφάπαξ βοήθημα αποτελεί μισθό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, β) ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου - εκκαλούντος ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είχαν με βάση τις ρυθμίσεις του νέου Καταστατικού αυτού τη διακριτική ευχέρεια είτε να υπαχθούν στο νέο καθεστώς προσδιορισμού της εφάπαξ παροχής και να λάβουν ολόκληρη την προβλεπομένη από τις διατάξεις του συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, την οποία και έλαβαν, είτε να εμμείνουν στη ρύθμιση του προηγουμένου καθεστώτος και να λάβουν απομειωμένη εφάπαξ παροχή, διεκδικώντας δικαστικώς τη διαφορά, αυτοί δε ελευθέρως επέλεξαν το πρώτο και συνακόλουθα νομίμως παραιτήθηκαν των περαιτέρω αξιώσεών τους υπογράφοντας τα σχετικά συμφωνητικά, ως παρεπόμενη συνέπεια της επιλογής τους, με τον οποίο το εκκαλούν Ταμείο ουσιαστικά επικαλείται απόσβεση των επιδίκων αξιώσεων μετά την άσκηση του δικαιώματος επιλογής των εναγόντων απορρέουσας από τις νέες ρυθμίσεις του Καταστατικού του περί καταβολής συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής (ΑΚ 306) και τη συνακόλουθη παραίτηση από αυτές ως παρεπόμενη συνέπεια, δεν διαλαμβάνει τα κατά νόμο στοιχεία του συμβιβασμού και γ) ότι κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα δεδομένου ότι το εκκαλούν σε κανένα σημείο του δικογράφου της εφέσεως δεν παραπονείται έστω και επιγραμματικά για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε την έφεση κατ' ουσία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 § 1 του Ν. 345/1976 που ορίζουν, α) ότι οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεως των έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51 § 1), προκύπτει ότι οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύουν και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσαν, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (ΟλομΑΠ 10/2001, ΑΠ 9/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων αφορούν ασφαλισμένους που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους κατά το χρονικό διάστημα 1999-2003, ασκήθηκαν δε μετά την έκδοση των 3/2007, 4/2007 και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, με τις οποίες κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 57 § 3 του Ν. 2084/1992, που επιβάλει ανώτατο όριο επί των εφάπαξ παροχών που χορηγούνται στους ασφαλισμένους από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ, καθώς και από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 22 § 5 του Συντάγματος, και επομένως η ισχύς των αποφάσεων αυτών, που ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή, οι συνέπειες της οποίας δεν μπορεί παρά να επέρχονται εφεξής και να εφαρμόζονται σε όσες έννομες σχέσεις αναπτύσσονται και τελειούνται και μετά τη νομοθετική αυτή μεταβολή, εκτείνεται στην κρινόμενη έννομη σχέση, ως προς το ύψος της οφειλόμενης εφάπαξ παροχής, για την οποία οι ενάγοντες έχοντας σχετική ενεργό αξίωση άσκησαν την ένδικη αγωγή.
Η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, διότι, υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξιώσεως του ασφαλισμένου θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου (ΑΠ 1004/2020, ΑΠ 488/2019, ΑΠ 674/2016).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έκρινε νόμω και ουσία την αγωγή ως βάσιμη, αν και με βάση τα πραγματικά περιστατικά της και την εφαρμογή τους στον κανόνα δικαίου αυτή είναι νόμω αβάσιμη διότι οι παραπάνω αποφάσεις του ΑΕΔ καταλαμβάνουν μόνο τις περιπτώσεις ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών (Φεβρουάριο του 2007), όχι δε και τους ασφαλισμένους που αποχώρησαν πριν από τη δημοσίευση αυτών, όπως οι ενάγοντες, είναι αβάσιμος.
Κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174 και 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 5 § 1 του Α.Ν. 539/1945 και 8 § 4 του Ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από δικαιώματα που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (άρθρ. 454 ΑΚ).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον εκθέτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την έρευνα της νομιμότητας της υποβολής του περί συμβιβασμού ισχυρισμού του, απέρριψε αυτόν με το σκεπτικό ότι "...ο ανωτέρω ισχυρισμός, με τον οποίο το εκκαλούν Ταμείο ουσιαστικά επικαλείται απόσβεση των επιδίκων αξιώσεων μετά την άσκηση του δικαιώματος επιλογής των εναγόντων - εφεσιβλήτων απορρέουσας από τις νέες ρυθμίσεις του Καταστατικού του περί καταβολής συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής (άρθ. 306 του ΑΚ) και τη συνακόλουθη παραίτηση από αυτές ως παρεπόμενη συνέπεια, δεν διαλαμβάνει τα κατά νόμο στοιχεία του συμβιβασμού...", πλην όμως αν και παραδέχεται ότι επρόκειτο για άσκηση δικαιώματος επιλογής (από την πλευρά των αναιρεσιβλήτων) δεν προχωρά στη διατύπωση σκεπτικού με το οποίο να αποδέχεται ή να απορρίπτει την εφαρμογή της διάταξης αυτής (ΑΚ 306). Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, και ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 306 ΑΚ είναι μη νόμιμος, αφού εμπεριέχεται παραίτηση των αναιρεσιβλήτων από δικαίωμά τους δημοσίας τάξεως, ήτοι να τους καταβληθεί η διαφορά της εφάπαξ παροχής που δικαιούνταν βάσει αντισυνταγματικής διατάξεως και επομένως το Εφετείο δεν έσφαλε και ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο 31 του Ν. 1027/1980 ορίζεται ότι: "1. Το δικαίωμα εις σύνταξιν και εφ' άπαξ παροχήν παρά των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, είναι απαράγραπτον. 2. Αι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί των μέχρι της ισχύος του παρόντος νόμου, παραγραφέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, έστω και αν εξεδόθη απορριπτική απόφασις, των οικονομικών αποτελεσμάτων επερχομένων από της υποβολής, μετά την ισχύ του παρόντος, της σχετικής αιτήσεως. 3.
Πάσα αντίθετος διάταξις καταργείται". Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργήθηκαν οι προϋφιστάμενες διατάξεις των κατ' ιδίαν ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίες έτασσαν χρονικούς περιορισμούς για την υποβολή αιτήσεως απονομής συντάξεως ή εφάπαξ παροχής και έτσι, στο εξής, η ενάσκηση του δικαιώματος για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς.
Από τις διατάξεις όμως αυτές δεν συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού θεσπίστηκε και το απαράγραπτο των αξιώσεων που απορρέουν από τα ανωτέρω δικαιώματα που δεν αποσβέσθηκαν, καθόσον ναι μεν το δικαίωμα για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε, η απορρέουσα όμως από το δικαίωμα αυτό αξίωση, για την καταβολή της εφάπαξ παροχής υπόκειται στην προβλεπόμενη από το νόμο παραγραφή.
Εφόσον δε, δεν θεσπίζεται βραχύτερη, από ειδική διάταξη του καταστατικού του ασφαλιστικού οργανισμού που παρέχει την εφάπαξ παροχή, παραγραφή, η σχετική αξίωση υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, ούτε στην παραγραφή που θεσπίζεται με το άρθρο 48 ν.δ. 496/1974,"Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" όπως ισχύει, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977, εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί που εποπτεύονται από το (τότε) Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Η εφάπαξ παροχή, δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, καθόσον αυτή δεν είναι μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, ούτε "απολαβή", υπό την έννοια της αντιπαροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, ούτε αποτελεί αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά έχει χαρακτήρα έκτακτης, κατά την αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου οικονομικής του ενίσχυσης από κεφάλαιο που σχηματίζεται από κράτηση ποσοστού επί των αποδοχών όλων των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια του χρόνου της υπηρεσίας τους (ΟλομΑΠ 4/2001), το δε γεγονός ότι η ως άνω εφάπαξ παροχή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές (των υπαλλήλων και του Ασφαλιστικού Οργανισμού) και όχι από άλλους πόρους, δεν μεταβάλλει τη φύση της παροχής αυτής σε μισθό και γενικά σε περιοδική παροχή.
Τέλος, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980, εφαρμόζονται, ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, σε όλους γενικώς τους ασφαλισμένους Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, έστω και αν η § 1 του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980 αναφέρεται σε Ασφαλιστικούς Οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, η μνεία του οποίου οφείλεται στο γεγονός ότι κατά το χρόνο θεσπίσεως των διατάξεων αυτών, οι Οργανισμοί αυτοί υπάγονταν κατά κανόνα στο τότε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΑΠ 9/2014).
Επομένως, το άρθρο 31 του Ν. 1027/1980 έχει εφαρμογή και στους ασφαλισμένους του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΑΠ 1004/2020, ΑΠ 488/2019), το δε Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η αξίωση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για την εφάπαξ παροχή που δικαιούνταν, όταν αποχώρησαν από την υπηρεσία τους λόγω ορίου ηλικίας ως εξής:
ο Γ. Κ. στις 12-7-1999, οι Π. Π., Α. Β., Α. Π., Α. Κ., Κ. Π. και Ν. Τ., στις 14-8-2002, ο Ν. Μ. - Κ. στις 31-1-2002, ο Δ. Δ. στις 21-4-2003, ενώ οι θανόντες σύζυγοι της Α. Χ. και Γ. Β. στις 29-12-2000 και 14-8-2000, αντίστοιχα, μέχρι την 30-12-2008, που επιδόθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον η ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 11424/30-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Κ.
Ζ., δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ, ότι στην ένδικη υπόθεση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980 και ότι οι αξιώσεις των εναγόντων υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, είναι αβάσιμες.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει βιαίως διακοπείσα τη δίκη ως προς τον δεύτερο (2ο) αναιρεσίβλητο Ι. Τ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον τρίτο (3ο) αναιρεσίβλητο Π. Λ..
Απορρίπτει έναντι των λοιπών διαδίκων την από 9-9-2019 και με αριθμό καταθέσεως 8451/805/18-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2254/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ