Legislator Case Law & Legislation
405/2020 AI generated

405/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 405/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 686/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4161/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/2/2016 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

405/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 1281/2011). Περαιτέρω, από το άρθρο 61 § 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)", που ορίζει ότι "1.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 405 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 405/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από τους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας και Φ.Α.Ε. Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 686/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4161/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/2/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα^ και τους λόγους αυτής, ώστε να, παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης, καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της.

Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης, της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιο της.

Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 1281/2011). Περαιτέρω, από το άρθρο 61 § 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)", που ορίζει ότι "1.

Tο Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του "άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας.... Διά τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών....", καθώς και από το άρθρο 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι' αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.

Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι' έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας" σαφώς προκύπτει, ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων κατά το προαναφερόμενο άρθρο 55§1 του ΚΕΔΕ. (ΑΠ 461/2018).

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο} ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται• στο δικόγραφο όλα τα.

στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος .της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια.ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. (ΑΠ 679/2016, ΑΠ 240/2015, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 1860/2013, ΑΠ 563/2013, ΑΠ 443/2011).

Με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτη επικυρώντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση (686/2014 αρ. πρωτ. Αθμιου), την κατά της αναιρεσιβλήτου ασκηθείσα, εκ του άρθρου 979 ΚΠολΔ, ένδικη ανακοπή (τον) κατά του αναφερόμενου σ' αυτή πίνακος κατατάξεως, λόγω αοριστίας απορρέουσας από την, (εσφαλμένη κατά την προβαλλομένη αιτίαση) έλλειψη εξειδικεύσεως των θεμελιωτικών των αναγγελθεισών απαιτήσεων αυτού (αναιρεσείοντος) πραγματικών περιστατικών, παρόλο που η λεπτομερής έκθεση αυτών στο δικόγραφο της ανακοπής απέκλεισε την παραδοχή αυτή επιβάλλουσα την αντίθετη, περί του ορισμένου του εισαγωγικού δικογράφου, κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της ενδίκου (από 15.12.2008) ανακοπής και της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει [κατά τα εκτιθέμενα στην τελευταία] ότι το αναιρεσείον (ανακόπτου) εξέθετε σ' αυτό (δικόγραφο) τα παρακάτω "....με επίσπευση της καθής η ανακοπή (αναιρεσίβλητης) τράπεζας εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά δυνάμει της 30465/2005 έκθεσης δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου ...

Ό. Φ. - Χ. ένας αγρός που ανήκε στον οφειλέτη του ανακόπτοντος Π. Β.. Ότι από τον πλειστηριασμό προέκυψε εκπλειστηριάσμα ύψους 460.010 ευρώ. Ότι προς ικανοποίηση από το εκπλειστηρίασμα αναγγέλθηκε - μεταξύ άλλων δανειστών - και το ανακόπτων δια των Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών και Γλυφάδας. Ότι ειδικότερα με τις 17496/22.6.2005 και 16786/27.3.2006 αναγγελίες των προϊσταμένων των ανωτέρω Δ.Ο.Υ.

ανήγγειλε απαιτήσεις ανερχόμενες σε 22.094,39 ευρώ και 3.037.149,27 ευρώ αντίστοιχα έναντι του ανωτέρω οφειλέτη. Ότι κατά την 17496/22.6.2005 αναγγελία (που ενσωματώνεται στο δικόγραφο της ανακοπής) αυτή γίνεται κατά του Π. Β. "ευθυνόμενος αληλλέγγυα με ΑΦΜ ...49 Κι ...07 (άρθρ. 10 Ν. 542/77 και άρθρ. 45 Ν. 1642/86)" υπό την ιδιότητα (παρατίθεται ο πίνακας χρεών που περιέχεται στην αναγγελία) "Δ/ΝΩΝ - ΕΝΤ/ΜΕΝΟΣ" για "ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ.", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ.", "Φ.Π.Α., ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒ", "ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΕ", "ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜ", "Φ.Μ.Υ.

ΦΟΡΟ" "ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ. ΟΡΙ". Ότι κατά την 16786/27.3.2006 αναγγελία (που ενσωματώνεται στο δικόγραφο της ανακοπής) αυτή γίνεται κατά του Π. Β. για (παρατίθεται πίνακας χρεών που περιέχεται στην αναγγελία) "ΕΙΣΟΔΗΜΑ Φ.Π. ΠΡΟΣ", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ", "ΠΟΙΝΙΚΑ". Ότι επειδή το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε η υπάλληλος του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος συνέταξε τον 32831/2008 πίνακα κατάταξης, με τον οποίο....

Ότι συνεπώς με την προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης προαναφέρθηκε μη νόμιμα ως έξοδα εκτέλεσης συνολικό ποσό 54.443,38 ευρώ, στο οποίο πρέπει να καταταγούν σύμμετρα οι Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ και η Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας για ποσά 54.095,94 ευρώ και 393,08 ευρώ αντίστοιχα. Ζητεί δε κατόπιν τούτων να μεταρρυθμιστεί ο 32831/2008 πίνακας κατάταξης και επί του ποσού των 54.443,38 ευρώ να καταταγεί οριστικά και προνομιακά κατά τα ανωτέρω το ίδιο (ανακόπτον)".

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, μετ' επικύρωση της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως, (686/2014 ΜΠραθ), την απέρριψε ως αόριστη με την αιτιολογία ότι "δεν προσδιορίζονται οι απαιτήσεις του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου και το είδος αυτών αλλά περιγράφονται με στοιχεία κωδικοποίησης και συντομογραφίες χωρίς να επεξηγείται η σημασία των σχετικών στοιχείων..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον ως άνω (από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον, παρά το νόμο, απέρριψε, λόγω αοριστίας, την ένδικη ανακοπή παρόλο που και το εκτεθέν ως άνω περιεχόμενο, ήταν πλήρως ωρισμένη αφού στο δικόγραφό της διελαμβάνοντο τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα τις απαιτήσεις του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά κατά τον απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 55 §1 ΚΕΔΕ προσδιορισμό και ειδικότερα διελαμβάνοντο στις αναγγελίες και στους συνοδεύοντες αυτές πίνακες χρεών το όνομα του οφειλέτη (Π.

Β.), ο ΑΦΜ αυτού, το συνολικό ποσό των απαιτήσεων, η ημεροχρονολογία βεβαίωσης του κάθε χρέους, το οικονομικό έτος στο οποίο αναγόταν, το είδος του χρέους, το ποσό του βασικού χρέους, οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και το συνολικό ποσό της απαίτησης (βασικό χρέος + προσαυξήσεις). Το είδος δε του καθενός χρέους περιγραφόταν μεν συντομογραφικώς με τη διατύπωση "ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ, πρόστιμο ΚΒΣ ΦΠΑ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΒΕΒ", "ΕΙΣΟΔΗΜΑ" Φ.Μ.Υ.", κατά τρόπο όμως μη δημιουργούνται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το είδος αυτού (χρέους) με αποτέλεσμα να κρίνεται δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο παραπάνω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστήριο (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 4161/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ