Legislator Case Law & Legislation
405/2019 AI generated

405/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 405/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

405/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε τότε με αίτημα των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο της 24-10-2018, οπότε οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους προαναφερόμενους δικηγόρους τους, αντίστοιχα, και η συζήτηση της αναίρεσης αναβλήθηκε και πάλι για τη δικάσιμο της 20-2-2019, κατά την οποία παραστάθηκαν νόμιμα μόνο οι αναιρεσείοντες και οι δύο πρώτοι των αναιρεσίβλητων.

Keywords

AI generated
inadequate psychiatric report mental health status insurance coverage of psychotherapy recurrent depressive disorder severe depression admission to health insurance practice
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 405 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 405/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Κ. του Κ., 2. Μ.-Μ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ρούλα Λιώση και Σταμάτιο Γρύλλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Του Συλλόγου Μη Κερδοσκοπικού Χαρακτήρα με την επωνυμία <...> που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ασπασία Παπαγρηγορίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 2. Σ. Σ. του Κ., κατοίκου Αθηνών που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοχάρη Αποστόλου, 3. ΝΠΙΔ Αναγνωρισμένου Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία <... > , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Παρασκευή Τσώλη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, η δικηγόρος του ΝΠΙΔ -3ου αναιρεσίβλητου-υπέβαλε αίτημα αναβολής, διότι δεν υπάρχει διοίκηση στο νομικό πρόσωπο ώστε να την νομιμοποιήσει . Οι αντίδικοι αντέλεξαν στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία δεν παραστάθηκε το 3ο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2012 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5741/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 834/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).

Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, υπόκειται προς κρίση η από 27-6-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.834/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για την οποία είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την εκδίκασή της η 21-3-2018, οπότε οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους δικηγόρους Σταμάτιο Γρύλλη (οι αναιρεσείοντες), Ασπασία Παπαγρηγορίου (το πρώτο αναιρεσίβλητο), Θεοχάρη Αποστόλου (η δεύτερη αναιρεσίβλητη) και Παρασκευή Τσώλη (το τρίτο αναιρεσίβλητο), ως πληρεξουσίους αυτών.

Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε τότε με αίτημα των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο της 24-10-2018, οπότε οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους προαναφερόμενους δικηγόρους τους, αντίστοιχα, και η συζήτηση της αναίρεσης αναβλήθηκε και πάλι για τη δικάσιμο της 20-2-2019, κατά την οποία παραστάθηκαν νόμιμα μόνο οι αναιρεσείοντες και οι δύο πρώτοι των αναιρεσίβλητων.

Το τρίτο αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. σωματείο με την επωνυμία ''...''δεν εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, αφού η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος του Παρασκευή Τσώλη, μετά την απόρριψη του υποβληθέντος απ' αυτήν αιτήματος αναβολής της συζήτησης, αποχώρησε. Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχε επισπεύσει το πρώτο αναιρεσίβλητο και ότι το απολιπόμενο τρίτο αναιρεσίβλητο είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δικάσιμο της 21-3-2018.

Συγκεκριμένα, από την υπ' αριθμ. ..798 Ε'/4-1-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Ζ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το παριστάμενο πρώτο αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 21-3-2018 και κλήση προς το τρίτο αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτό.

Επομένως, αφού το τρίτο αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ.).- Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 Α.Κ., διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεως της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.

Σε αντίθετη, δηλαδή, με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, που προπαρατέθηκε, η οποία, ως ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, απαιτούσε, επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή, διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τί έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ.

η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθόλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαριά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαίο η απόδειξη της κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.12/2016, Ολ.Α.Π.10/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της υπ' αριθμ. ….33/2008 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος Μ. Χ., δέχθηκε μ' αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : ''Ο Μ.

Χ.ς, κάτοικος εν ζωή ….στην οδό ...,απεβίωσε στην οικία του, σε αδιευκρίνιστο χρόνο και δη τέσσερις ημέρες περίπου από τη νεκροτομή, που έλαβε χώρα στις 7.8.2010. Ο αποβιώσας κατέλειπε αφενός μεν την …66/2001 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. θυγ. Τ. Σ., σύζ. Ν. Μ., που δημοσιεύτηκε στις 16.9.2011 με τα …93/2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία όρισε μοναδικούς κληρονόμους του τους ενάγοντες-ανιψιούς του Ι.

Κ. και Μ.-Μ. Κ. του Κ. και Ε., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του, που θα βρεθεί κατά την ημερομηνία του θανάτου του και αφετέρου την …33/2008 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ά. Π., που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα 2997/2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία όρισε τα ακόλουθα: "Ανακαλώ κάθε προγενέστερη διαθήκη μου.

Την περιουσία μου μετά το θάνατό μου, τη διαθέτω ως εξής: α) το διαμέρισμά μου στον 5° όροφο της πολυκατοικίας στην οδό ... στην …, στο οποίο κατοικώ μέχρι σήμερα, το κληροδοτώ στο Σύλλογο "... (Μη κυβερνητική οργάνωση).- β) το ακίνητό μου στα ..., το αφήνω στη δικηγόρο μου Σ. Σ. του Κ. και Δ., γιατί μου συμπαραστάθηκε στα προβλήματα μου και πιστεύω ότι θα συνεχίσει να μου συμπαραστέκεται μέχρι να πεθάνω.- γ) τα υπόλοιπα ακίνητά μου, εάν και εφόσον ευρεθούν μετά το θάνατό μου και δεν τα διαθέσω όσο ζω για την αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων υγείας μου ή για προσωπικές ανάγκες μου γενικά, επιθυμώ να τα πάρει το γηροκομείο …..- δ) Εάν ευρεθούν χρήματά μου (καταθέσεις, μετρητά κλπ) μετά το θάνατό μου τα αφήνω στο Γηροκομείο ….- ε) Το περιεχόμενο της θυρίδας μου στην ... (Υποκ/μα ...) το αφήνω στην άνω δικηγόρο μου Σ.

Σ., την οποία ορίζω και εκτελεστή της διαθήκης μου.". Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο κληρονομούμενος έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση με υποβολιμότητα και παλινδρόμηση, όπως προκύπτει από τη, με ημερομηνία 19.11.2014, ιατρική βεβαίωση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής στα εξωτερικά ιατρεία του οποίου παρακολουθείτο για την ασθένειά του από τις 7.4.2000 μέχρι και τις 29.4.2002.

Η νόσος αυτή υπήρξε και η αιτία της απολύσεώς του από τον ΟΤΕ, όπου εργαζόταν επί πολλά έτη (βλ. τη με ημερομηνία 30-1-2001 και με αριθμό 427/1119049 Πράξη Απόλυσης Προσωπικού του ΟΤΕ και τη με ημερομηνία 23.1.2001 Γνωμάτευση της Πενταμελούς Υγειονομικής Επιτροπής με την οποία κρίθηκε οριστικά ανίκανος για κάθε εργασία με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι θεράπων ιατρός του ήταν ο ψυχίατρος Μ. Λ., ο οποίος στην, από 26.9.2008, ιατρική γνωμάτευση αναφέρει: "Παρακολουθώ από δεκαετίαν και πλέον τον κ. Μ. Χ. του Α., ο οποίος πάσχει από χρονίσασα ψυχωτική συνδρομή. Ο Χ. δεν παρουσιάζει από πολλών ετών ενεργά συμπτώματα της νόσου η οποία είναι σταθεροποιημένη φαρμακευτικά και σε υπολειμματική φάση.

Ως έχει η ψυχική του κατάσταση σήμερα ο Χ. δύναται να εκφράζει αβίαστα και ελεύθερα την βούλησή του και να διαθέτει και διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία. Χορηγείται στον ίδιο για κάθε νόμιμο χρήση", και στην, από 9.10.2008, ιατρική γνωμάτευση του ιδίου Μ. Λ. Ψυχιάτρου αναφέρει επί λέξει: "Σε συνέχεια της από 26.9.2008, ιατρικής γνωματεύσεώς μου, βεβαιώ ότι και κατά τη σημερινή εξέταση του κ.

Μ. Χ. του Α..., διαπιστώθηκε η γνωστή χρονίσασα Ψυχωσική συνδρομή, σε βάση υπολειμματικής διαταραχής και σταθεροποιημένη φαρμακευτικά. Και πάλι βεβαιώ ότι ως προκύπτει από τη σημερινή εξέταση ο Χ. δύναται να εκφράζει αβίαστα και ελεύθερα την βούλησή του και να διαθέτει και να διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία.

Χορηγείται στον ίδιο για κάθε νόμιμη χρήση". Ο ίδιος ψυχίατρος, σε αντίφαση με όσα παραπάνω βεβαίωσε στις ως άνω ιατρικές βεβαιώσεις του, στην από 25.4.2013, ιατρική βεβαίωση αναφέρει επί λέξει: "Βεβαιούται ότι παρακολουθούσα κατά το διάστημα από το 2003 έως το 2008 τον Μ. Χ. του Α..., ο οποίος έπασχε από χρονίσασα συναισθηματική ψύχωση επί ατόμου με οριακού βαθμού νοημοσύνη.

Ο Χ. ακολουθούσε φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωσικά και αντικαταθληπτικά, κατά περίπτωση, φάρμακα, η δε συμμόρφωσή του προς την φαρμακευτική αγωγή, ήταν πλημμελής. Η ψυχική του διαταραχή, ήταν χρονία, εξελίξιμη και είχε ιδιαίτερα κατά το τελευταίο διάστημα της παρακολούθησης του, οδηγήσει σε συμπτώματα αποδιοργάνωσης και ψυχωσικής έκπτωσης.

Από το Σεπτέμβριο 2008, ο ασθενής διέκοψε την παρακολούθησή του από εμένα και δεν είχα άλλη επικοινωνία μαζί του. Η παρούσα βεβαίωση χορηγείται στον σύζυγο της α' εξαδέλφης του Ε. Κ., τον κ. Κ. Κ. του Ι. (ο οποίος περιστασιακά (μαζί με την εξαδέλφη του) τον συνόδευε κατά των επισκέψεών του, στο Ιατρείο μου και ήταν ενήμερος για την ψυχική του διαταραχή με τη βούληση του Μ.

Χ.) για Δικαστική χρήση". Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας του διαθέτη Μ. Χ., ήταν μεν βεβαρημένη διότι έπασχε από χρονίζουσα ψυχωτική συνδρομή, πλην, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι το εν λόγω νόσημα τον κατέστησε ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης.

Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης, κατά τον επίμαχο χρόνο δεν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, έτσι ώστε να μην ελέγχεται ικανοποιητικά η ψυχική του νόσος, αλλά ούτε και ότι η εν λόγω φαρμακευτική αγωγή επέδρασε και σε ποιο βαθμό στην ψυχική και διανοητική κατάστασή του, ώστε να τον καταστήσει ανίκανο να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης.

Τούτο προκύπτει από την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, σε συνδυασμό με τα ως άνω αναφερόμενα ιατρικά έγγραφα και πιστοποιητικά και, ιδίως, τις πλέον πλησιόχρονες με τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης προαναφερθείσες ιατρικές γνωματεύσεις του θεράποντος ψυχίατρου Μ. Λ., με ημερομηνίες 26.9.2008 και 9.10.2008, αντίστοιχα, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι η ψυχική νόσος του διαθέτη "χρονίσασα ψυχωσική συνδρομή, σε βάση υπολειμματικής διαταραχής" είναι μόνιμη, σταθεροποιημένη φαρμακευτικά, χωρίς να αποκλείεται η χρήση της λογικής, ενώ σε κανένα ιατρικό σημείωμα δεν αναφέρεται ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης (10.10.2008), έπασχε από πλήρη πνευματική και διανοητική διαταραχή και ότι βρισκόταν σε παντελή αδυναμία να επιμεληθεί των προσωπικών και περιουσιακών του υποθέσεων, καταστάσεις στις οποίες εάν τυχόν είχε περιέλθει ο διαθέτης, ο ιατρός που τον εξέτασε, μετά βεβαιότητας θα επεσήμανε, ως λίαν σημαντικές για την εξέλιξη της υγείας του ασθενούς.

Η γνωμάτευση του ίδιου ψυχιάτρου Μ. Λ. με ημερομηνία 25.4.2013, δεν κρίνεται αξιόπιστη, αφενός μεν διότι συντάχθηκε όχι μόνο, σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, αλλά και μετά το θάνατο του ίδιου του διαθέτη, αφετέρου δε δεν αιτιολογείται η μεταστροφή του συντάξαντος αυτήν ψυχιάτρου, ως προς την πνευματική ικανότητα του Μ.

Χ. κατά τον επίμαχο χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα εξής: Ο διαθέτης, μετά τον επισυμβάντα, στις 22.12.1997, θάνατο της μητέρας του Κ. συζύγου Α. Α. το γένος Γ. Κ., με την οποία και τον πατριό του Α. Α. ζούσαν μαζί, (μετά το θάνατο της συζύγου του κληρονομουμένου, Μ. Μ.

στις 11.10.1984), ζούσε μόνος του στο, επί της οδού ..., διαμέρισμά του στην …, ουδέποτε νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική, διαχειριζόταν επιμελώς τα οικονομικά του, ακολουθώντας την οικονομική τακτική της μητέρας και του πατριού του, οι οποίοι επένδυαν σε ακίνητα την περιουσία τους, τακτική, την οποία συνέχισε ο κληρονομούμενος και μετά τον θάνατο της μητέρας του και προάσπιζε τα συμφέροντά του με εξώδικες και δικαστικές ενέργειες.

Μάλιστα, την ίδια ημέρα που συντάχθηκε η επίδικη διαθήκη προέβη και σε άλλη συμβολαιογραφική πράξη. Συγκεκριμένα, δυνάμει του …25/10.10.2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε τα 9/16 εξ αδιαιρέτου μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του πέμπτου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής που κείται στη διασταύρωση των οδών ...

στην … και έτσι αυτός κατέστη πλήρης κύριος αυτής, αφού του ανήκε ήδη, κατά ποσοστό 7/16 εξ αδιαιρέτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής από την κληρονομιά της αποβιωσάσης μητέρας του. Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η αγοραπωλησία αυτή έγινε, κατόπιν υπόδειξης της εναγομένης, της οποίας ο κληρονομούμενος είχε καταστεί υποχείριό της, και η οποία ενεργούσε βάσει σχεδίου, προκειμένου να καταδείξει τη δικαιοπρακτική ικανότητα του διαθέτη, που, στην πραγματικότητα, όμως, ήταν ανύπαρκτη.

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγόντων, ουδόλως αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η αγοραπωλησία αυτή ήταν στο πλαίσιο της προεκτεθείσας οικονομικής τακτικής του κληρονομουμένου. Άλλωστε, για το εν λόγω ακίνητο, υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ του κληρονομουμένου και του δικηγόρου Β. Λ., με ανταλλαγή των, από 24.6.2008 και 4.8.2008, εξωδίκων (σε απάντηση του, από 23.6.2008, εξωδίκου του εν λόγω δικηγόρου), με τα οποία ο κληρονομούμενος δηλώνει στον ως άνω δικηγόρο ότι δεν έχει εντολή να τον εκπροσωπεί νομικά από το έτος 2002 και ότι επιχείρησε αυτός (Β.

Λ.), χωρίς ο ίδιος (κληρονομούμενος) να έχει δώσει σχετική εντολή και χωρίς να τον εκπροσωπεί, να τον δεσμεύσει προς υποψήφιους αγοραστές του μεριδίου του στο εν λόγω διαμέρισμα, ενώ ο ίδιος δεν είχε καμία τέτοια επιθυμία, αντίθετα η επιθυμία του ήταν η αγορά και του υπόλοιπου μεριδίου, ώστε να γίνει πλήρης κύριος αυτού.

Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, για το εν λόγω ακίνητο θα καταρτιζόταν δικαιοπραξία, είτε πώλησης του μεριδίου του κληρονομουμένου είτε αγοράς, εκ μέρους του, του υπολοίπου μεριδίου, η οποία θα ήταν πλησιόχρονη με το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης.

Συνεπώς, δεν είχε κανένα λόγο η εναγομένη να αποτρέψει τον κληρονομούμενο από το να προβεί στην πώληση του εν λόγω ακινήτου, αφού το ζητούμενο γι' αυτήν, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ήταν η κατάρτιση δικαιοπραξιών για την απόδειξη της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, την οποία ασφαλώς δεν επηρέαζε, αν η δικαιοπραξία αυτή θα ήταν πώληση ή αγορά.

Κατά συνέπεια, η αγορά του εν λόγω ποσοστού έγινε συνειδητά από το διαθέτη και ήταν σύμφωνη με την αντίληψή του για την επένδυση των χρημάτων του σε ακίνητα. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι στο εν λόγω ακίνητο εγκαταστάθηκε κληρονόμος το Γηροκομείο … και όχι η εναγομένη. Επίσης, ο διαθέτης άσκησε την, από 16.12.2008, εξωστική αγωγή εναντίον του Μ.

Μ., την οποία υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ο προαναφερόμενος μάρτυρας Κ. Κ., την, από 28.1.2009, προσφυγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την απαλλαγή του από τον κύριο και πρόσθετο φόρο κληρονομιάς, άλλως την τροποποίηση της πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς, αλλά και την, από 19.1.2010, αίτηση για διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ..., ως προς το ακίνητό του στα ....

Και σε παλαιότερους χρόνους υπερασπίστηκε τα οικονομικά του συμφέροντα σε αντιδικία που είχε με τον πατριό του, μετά τον θάνατο της μητέρας του, η οποία με τη διαθήκη της κατέλειπε όλη την περιουσία της στο γιο της - κληρονομούμενο, αλλά και με τον πεθερό του Α. Μ., κατά του οποίου, άσκησε την από 7.1.1985 μήνυση.

Ενώ το έτος 2001 συνέταξε την …66/2001 δημόσια διαθήκη του, ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. θυγ. Τ. Σ., με την οποία όρισε μοναδικούς κληρονόμους του τους ενάγοντες-ανιψιούς του, για την οποία δεν γίνεται κανένας λόγος ακυρότητας, λόγω ανικανότητας του διαθέτη, όταν μάλιστα αυτή είχε συνταχθεί σε χρόνο που η ασθένεια του κληρονομουμένου είχε υποτροπιάσει, σύμφωνα με την ως άνω με ημερομηνία 19.11.2014, ιατρική βεβαίωση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο κληρονομούμενος είχε την ικανότητα, κατά τον επίδικο χρόνο σύνταξης της διαθήκης για αυτοδιάθεση και διαχείριση των υποθέσεών του και της περιουσίας του και, παρά την πάθησή του, δεν είχε χάσει και την διακριτή ευχέρεια επιλογής του τρόπου δράσης του και ότι ήταν σε θέση, σταθμίζοντας τις περιστάσεις, να δίδει σαφείς οδηγίες σε σχέση με την τότε επιθυμία του για την τακτοποίηση των οικονομικών του ζητημάτων.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης, προκύπτει ότι διέθεσε την περιουσία του σε τρεις διαφορετικούς σκοπούς, ήτοι σε δύο φιλανθρωπικά σωματεία και στη δεύτερη εναγομένη - δικηγόρο του, επειδή του συμπαραστεκόταν, όπως αναφέρει στη διαθήκη του. Το γεγονός ότι εγκατέστησε κληρονόμους του σε ικανά περιουσιακά του στοιχεία τρίτους, και δη φιλανθρωπικά ιδρύματα, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η διαθήκη αποτέλεσε προϊόν υποβολής εκ μέρους της εναγομένης, αφού, σε αυτή την περίπτωση, αυτή θα είχε φροντίσει τα περιουσιακά αυτά στοιχεία να περιέλθουν σε αυτή ή σε οικείους της, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους και όχι σε φιλανθρωπικά σωματεία, στα οποία, όπως προαναφέρθηκε κατέλειψε, μεγάλο αριθμό ακινήτων και αξίας, απ' όπου συνάγεται ότι δεν πρόκειται για υποβόλιμη διάταξη, αλλά για διάταξη που ανταποκρινόταν στη βούληση του διαθέτη.

Η μεταστροφή δε της βούλησής του, ως προς τους ενάγοντες, στους οποίους, τελικά, δεν άφησε κανένα περιουσιακό στοιχείο, ενώ τους είχε τιμήσει με την προγενέστερη διαθήκη του, δεν αποδείχθηκε ότι οφειλόταν σε ψυχική διαταραχή του, αλλά στο γεγονός ότι οι σχέσεις του διαθέτη με τους γονείς των εναγόντων είχαν διαταραχθεί για οικονομικούς λόγους.

Άλλωστε η δυνατότητα τέτοιας μεταστροφής του δεν προϋποθέτει, αναγκαία, διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό μάλιστα που ν' αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, αλλά μπορεί να χαρακτηρίζει την δυνατότητα ελεύθερης και υγιούς σκέψης αυτού που εκφράζει την βούλησή του. Σημειώνεται ότι ο διαθέτης στις 26.9.2008, λίγες ημέρες πριν τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, προέβη στη σύνταξη του …04/2008 πληρεξούσιου ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ.

Σ., συζύγου Π. Μ., με το οποίο έδωσε εντολή στη δεύτερη εναγομένη να αγοράσει για λογαριασμό του το προαναφερόμενο ιδανικό μερίδιο στο, με στοιχεία Α-5, διαμέρισμα στην ..., ενώ στις 10.10.2008 μετέβη στο γραφείο της συμβολαιογράφου Ά. Π. και, παρουσία και της συμπράττουσας συμβολαιογράφου Ε. συζύγου Γ. Σ., το γένος Ι.

Μ. και της μάρτυρος Β Δ. του Ν., συζύγου Θ. Κ., συνέταξε την …33/2008 ένδικη δημόσια διαθήκη του, δηλαδή εντός 15 ημερών παραστάθηκε ενώπιον τριών διαφορετικών συμβολαιογράφων και ουδείς εξ αυτών αντιλήφθηκε ότι ο διαθέτης βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αφού στο πρώτο ανωτέρω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο γίνεται μνεία ότι παρουσιάστηκε στη συμβολαιογράφο ο "μη εξαιρούμενος από το νόμο" Μ.

Χ.ς, ενώ στη δεύτερη ανωτέρω ένδικη δημόσια διαθήκη η προαναφερθείσα συμβολαιογράφος βεβαιώνει ότι ο διαθέτης δεν υπάγεται σε καμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1719 ΑΚ, δηλαδή δεν υπήρχαν στο πρόσωπο του διαθέτη έκδηλα συμπτώματα τέτοιας διανοητικής κατάστασης, η οποία να μην επιτρέπει σε αυτόν να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεών του κατά τον χρόνο των δικαιοπρακτικών του δηλώσεων.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρος της δεύτερης εναγομένης, Κ. Κ., δικηγόρου, τον οποίο επισκέφθηκε ο αποβιώσας, περί τον Ιούνιο του έτους 2008, συνοδευόμενος από τη δεύτερη εναγομένη για παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών του και δη εκπροσώπησής του σε μισθωτική διαφορά, ο οποίος κατέθεσε επί λέξει: "Το μυαλό του ήταν στο ζενίθ, εκατό τοις εκατό ήταν και ευχάριστος και ήξερε τι κάνει και ήξερε τι λέει....

Μάλιστα και στη συζήτηση ήταν και πολύ είχε και μια ευφράδεια λόγου και επί πάντων μιλούσε, μιλούσαμε για ποδόσφαιρο, μιλούσαμε για το θέατρο, για όλα. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος φαινόταν ότι δάμαζε τα πάντα γύρω του, δηλαδή είχε και για την περιουσία του σωστή σχέση και αγόραζε. Να πω στο δικαστήριο σας ότι τα είχε τετρακόσια και ήταν πολύ πάρα πολύ σωστός σε όλα του".

Τα ανωτέρω, όσον αφορά την πνευματική κατάσταση επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες Ν. Θ. του Ι. και Β. Δ. του Ν. στις ως άνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, εκ των οποίων η δεύτερη αναφέρει επί λέξει: "Ήταν λογικός, μετρημένος και πολύ καλός στα προφορικά στο λόγο, είχε πολύ πλούσιο λεξιλόγιο, παρότι όπως μου είχε ειπεί είχε τελειώσει τεχνική σχολή.

Ήταν αφηγηματικός, κυρίως όταν αναφερόταν στα παιδικά του χρόνια και στα ταξίδια του στο εξωτερικό. Ενδιαφερόταν πολύ για τα οικονομικά και ήθελε να κάνει σωστές οικονομικές κινήσεις για την περιουσία του". Οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Π. Π. και Ι. Ε., που περιέχονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών και η κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ζ.

Β., η οποία διέμενε στην ίδια πολυκατοικία με τον αποβιώσαντα, στις οποίες γίνεται αναφορά στη γνώση των μαρτύρων για το σοβαρό ψυχικό νόσημα του διαθέτη, δεν άγουν σε αντίθετη κρίση, καθώς δεν αναφέρονται σε αυτές συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ανικανότητα του τελευταίου προς σύμπραξη σε δικαιοπραξία.

Άλλωστε, ούτε οι ίδιοι οι ενάγοντες επικαλούνται τέτοια περιστατικά, αλλά αναφέρονται γενικά και αόριστα στην πάθηση του διαθέτη, η οποία, όμως δεν σημαίνει ότι εξαιτίας αυτής, στερείτο της ικανότητάς του για δικαιοπαραξία και αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου, αν οι καταθέσεις των, ως άνω, μαρτύρων σχετικά με την πνευματική κατάσταση του κληρονομούμενου και οι συναφείς ισχυρισμοί των εναγόντων, ήταν βάσιμοι, θα είχαν φροντίσει (οι ενάγοντες) να προσλάβουν ένα άτομο για να φροντίζει τον κληρονομούμενο και να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή, αφού, σύμφωνα με τις εν λόγω καταθέσεις, ο διαθέτης κυκλοφορούσε βρώμικος και το σπίτι του ήταν, χωρίς έπιπλα, γεμάτο σακούλες σκουπιδιών, αποφάγια και βουναλάκια με κουτιά από φάρμακα, τα οποία δεν έπαιρνε.

Επίσης, θα είχαν φροντίσει να υποβάλουν αίτηση να τεθεί ο κληρονομούμενος, σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, προκειμένου να αναλάβουν τη φροντίδα του (αφού, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ήταν άτομο ανήμπορο διανοητικά), αλλά και να τον προστατέψουν από οποιονδήποτε επιδίωκε να τον εκμεταλλευτεί, κάτι, όμως, που δεν έκαναν (μέχρι το θάνατο του κληρονομουμένου δεν γνώριζαν την ύπαρξη της διαθήκης) ενώ, αν οι ισχυρισμοί τους αυτοί ήταν βάσιμοι, ασφαλώς, θα το είχαν πράξει, ιδίως, όταν αντιλήφθηκαν τη μεταβολή της στάσης του διαθέτη απέναντί τους, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ήταν αναίτια, οφειλόμενη σε διαβολές της εναγομένης, που ενεργούσε βάσει μεθοδευμένου σχεδίου.

Επίσης, η προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες ιατρική γνωμάτευση του Ψυχίατρου Α. Δ. δεν άγει σε αντίθετη κρίση, διότι αυτή δεν είναι επαρκής, σαφής και αναντίρρητη, αφού, ο τελευταίος ουδόλως εξέτασε τον διαθέτη, παρά μόνο συνέταξε αυτή μετά το θάνατο του τελευταίου, λαμβάνοντας υπόψη του τα έγγραφα, που του προσκόμισαν οι ενάγοντες και το ιστορικό της υγείας του, που του αφηγήθηκαν οι ίδιοι, κάνοντας μάλιστα μνεία της αδυναμίας του να βεβαιώσει με πλήρη σαφήνεια για την πνευματική κατάσταση του κληρονομουμένου κατά τον επίμαχο χρόνο σύνταξης της διαθήκης.

Τέλος η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι ο ίδιος ο κληρονομούμενος, προς απόκρουση της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης για υπεξαίρεση, επικαλέστηκε το ακαταλόγιστο λόγω της ψυχικής του ασθένειας, δοθέντος του ότι ήταν στο πλαίσιο της υπερασπιστικής του τακτικής, ισχυρισμός (περί ακαταλογίστου) που τελικά δεν κρίθηκε, καθώς αυτός κηρύχθηκε αθώος.

Εξάλλου από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι, κατά τον κρίσιμο μεταγενέστερο χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, αποκλειόταν η χρήση του λογικού του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος, παρότι έπασχε από ψυχική νόσο, η οποία επιφέρει, κατάπτωση των ψυχικών του λειτουργιών, είχε την δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρούμενης πράξης, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο συνέταξε τη δημόσια διαθήκη του, και δεν αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της υπ' αριθμ. …33/2008 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος Μ. Χ., που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Σ. και δημοσιεύτηκε νόμιμα, αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, στηριζόμενη στην, κατά το άνω άρθρο 1719 αριθ. 3 Α.Κ., ανικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη της άνω διαθήκης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και στέρησης της χρήσης του λογικού του εξαιτίας ψυχικής και διανοητικής διαταραχής, κατόπιν δε τούτου απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718 και 1719 αριθ.3 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και του κατά νομική ακολουθία συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, για το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της μη ύπαρξης στο πρόσωπο του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης δημόσιας διαθήκης, κατάστασης έλλειψης συνείδησης των πράξεών του ή στέρησης της χρήσης του λογικού του, συνεπεία πνευματικής ασθένειας, και της εντεύθεν εγκυρότητας της πιο πάνω διαθήκης.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της εγκυρότητας της επίμαχης δημόσιας διαθήκης και της απόδειξης ότι ο ανωτέρω διαθέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξής της, είχε συνείδηση των πράξεών του και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης του, η οποία απεικόνιζε την πραγματική βούλησή του, καθόσον βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική κατάσταση, που του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό αυτής (βούλησης) με λογικούς υπολογισμούς και η χρόνια σχιζοφρενική ψύχωση με υποβολιμότητα και παλινδρόμηση, η οποία επιφέρει κατάπτωση των ψυχικών λειτουργιών, από την οποία αυτός έπασχε, δεν επηρέασαν την ικανότητά του αυτή.

Αντιφάσεις δε ή ελλείψεις δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς τα ζητήματα αυτά, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που, κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται σ' αυτήν προς στήριξη του πορίσματος αυτού, ότι ''ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης κατά τον επίμαχο χρόνο δεν ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή, έτσι ώστε να μην ελέγχεται ικανοποιητικά η ψυχική του νόσος, αλλά ούτε και ότι η εν λόγω φαρμακευτική αγωγή επέδρασε και σε ποιο βαθμό στη ψυχική και διανοητική κατάστασή του, ώστε να τον καταστήσει ανίκανο να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης''.

Και τούτο, διότι το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται σαφώς, ήτοι προκύπτουν από την εκτίμηση αυτή όλα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στην ως άνω εφαρμοσθείσα διάταξη, και συγκεκριμένα ότι ο ανωτέρω διαθέτης παρά την ως άνω ασθένεια από την οποία έπασχε και κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, αυτός τότε είχε την ικανότητα να διαγνώσει με πνευματική διαύγεια την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεών του και ήταν σε θέση να ορίζει τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς, αφού η ανωτέρω ασθένεια ουδεμία διαταραχή της νοήσεως και της βουλήσεώς του ήταν δυνατόν να προκαλέσει.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ και οδηγήθηκε με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του και ότι στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών (ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-201 αίτηση των Ι. Κ. του Κ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 834/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει για καθένα απ' αυτούς στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ