Supreme Court dismisses appeal where lower court correctly ruled claim vague and insufficiently motivated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision to declare the claim vague. The appellant had previously limited their request to specific amounts, but the appellate court found the claim still insufficiently motivated regarding which specific claims were recognized or rejected. Consequently, the court held that the appeal lacked a legal basis because the lower court did not need to evaluate the merits when the claim was rejected for vagueness.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the lower court rejects a claim as vague or illegal, as no factual evaluation occurred to allow for a lack of motivation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 405 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 405/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Η. Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5576/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1847/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 26/10/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 241/2015). Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... /5-11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Α. Α., που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη αντίγραφο της από 22-9-2015 κλήσης της τελευταίας και της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 5-11-2012, τον προσδιορισμό της προς εκδίκαση για τη δικάσιμο της 16-2-2015 και την εκ νέου ματαίωσή της κατά την ορισθείσα μετ’ αναβολή δικάσιμο της 21-9-2015 λόγω των βουλευτικών εκλογών, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα νομότυπα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να εμφανιστεί αυτός κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 15-2-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτός στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 § 2 και 226 § 4 εδ. γ’ και δ’ ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 1847/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των 14-10-2009 και 26-10-2009 εφέσεων του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 5576/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 6-12-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση.
Όταν το αγωγικό αίτημα αποτελείται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά, μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποιά κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, οπότε και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΟλομΑΠ 3/2008, ΟλομΑΠ 30/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων εξέθετε στην αγωγή του, όπως δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τα εξής: "...ότι εξαιτίας της πλημμελούς συντήρησης του δικτύου της εναγομένης (ΔΕΗ Α.Ε.), με την οποία αυτός είχε καταρτίσει σύμβαση παροχής εναλλασσομένου ηλεκτρικού ρεύματος 50 περιόδων με τάση δικτύου 230/400 Volt, προκλήθηκε βραχυκύκλωμα στην υπόγεια παροχή της, συνεπεία της οποίας αποκόπηκε ο ουδέτερος αγωγός αυτής και διοχετεύτηκε στις ηλεκτρικές συσκευές του ιατρείου του ηλεκτρικό ρεύμα τάσεως 380/400 Volt, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαϊά, από την οποία καταστράφηκε ολοσχερώς ο εξοπλισμός του ιατρείου του, ενώ υπέστη υλικές ζημίες το διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, στο οποίο αυτό (ιατρείο) στεγαζόταν και ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση για θετικές ζημίες και διαφυγόντα κέρδη, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα κάτωθι ποσά και ειδικότερα, (α) ποσό 64.450 ευρώ για την αντικατάσταση του καταστραφέντος εξοπλισμού του ιατρείου, (β) ποσό 4.561,19 ευρώ για αγορά υλικών προς επισκευή των βλαβέντων μερών του διαμερίσματος, (γ) ποσό 17.745,28 ευρώ για εργασίες επισκευής του διαμερίσματος, (δ) ποσό 35.000 ευρώ για μείωση της αγοραστικής αξίας του διαμερίσματος, (ε) ποσό 73.535,20 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη και στ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό 60.000 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 251.261,97 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής".
Ακολούθως, ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τόσο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις του, περιόρισε κατά ένα μέρος το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του και συγκεκριμένα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 70.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 181.261,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Μετά τον κατά τον τρόπο αυτό γενόμενο περιορισμό η αγωγή κατέστη αόριστη. Και τούτο, διότι, εφόσον δεν διευκρινίζεται ποίων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση, δεν θα είναι δυνατόν να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία αβάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή καταψήφιση και ιδίως να αποφασισθεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες πρέπει να επιδικαστούν στον αναιρεσείοντα.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ και κατά συνέπεια ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ 701/2011).
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον η αγωγή, όπως αναφέρθηκε, απορρίφθηκε ως αόριστη. Κατόπιν αυτών πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ