405/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated405/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 405 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 405/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μυρτώ Γερμάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Τ. του Β., 2) Ε. Κ. του Α., 3) Κ. Μ. του Ε., 4) Χ. Β. του Κ., 5) Ε. Ζ. του Ε., 6) Δ. Ν. του Μ., 7) Ε. Μ. του Α., 8) Μ. Δ. του Γ., 9) Β. Χ., 10) Ι. Κ., 11) Λ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 314/2008 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων λόγω αρμοδιότητας, 334/2009 του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και 18/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1/10/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 12/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κωδικός των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του ν. 4305/31.10.2014 "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ’ εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".
Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, υπογεγραμμένο από δικηγόρο, κατά την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. .../21.12.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Κ. Κ., προκύπτει, ότι με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ’ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δικηγόρο Ιωαννίνων Χ.
Κ., η οποία, είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσιβλήτους, κατά τη συζήτηση στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, ενώπιον του οποίου δικάστηκε σε πρώτο βαθμό η ένδικη υπόθεση (βλ. την υπ’ αριθ. 334/2009 απόφαση και τα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά του δικαστηρίου εκείνου), τελευταία φορά που οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, αφού στη διαδικαστική πορεία της ένδικης υποθέσεως που ακολούθησε μετά την ως άνω συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε παρέστησαν.
Η εν λόγω δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα είναι αυτή που έδωσε την παραγγελία για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων προς επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σχετική παραγγελία παρά πόδας του επιδοθέντος στο αναιρεσείον αντιγράφου της αποφάσεως). Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
H διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών, (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Η τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31.12.2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει, από 1.1.2004, η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31.12.2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1.1.2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1.1.2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (ολ.
ΑΠ 16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων δέχθηκε τα ακόλουθα:"Οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες είναι καθηγητές μέσης εκπαίδευσης και ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα είναι καθηγήτρια φυσικός ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 04 φυσικών και κατά το χρονικό διάστημα από 26.9.2005 έως τις 30.6.2006 υπηρετούσε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια φυσικός στο Ενιαίο Εσπερινό Λύκειο Ιωαννίνων, η δεύτερη ενάγουσα είναι καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 07 γερμανικής γλώσσας και κατά τα χρονικά διαστήματα από 5.9.2003 έως 30.6.2004, από 27.9.2004 έως 30.6.2005, από 13.10.2005 έως 30.6.2006 και από 20.9.2006 έως 30.12.2006.
υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας στο 8° Γυμνάσιο Ιωαννίνων, η τρίτη ενάγουσα είναι καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας, ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 07 γερμανικής γλώσσας και κατά τα χρονικά διαστήματα από 27.9.2004 έως 30.6.2005 και από 13.10.2005 έως 30.6.2006 υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας στο Γ’ Γυμνάσιο Ιωαννίνων και 4° Ενιαίο Λύκειο Ιωαννίνων αντίστοιχα, ο τέταρτος ενάγων είναι καθηγητής γερμανικής γλώσσας από το 2006 και κατά το χρονικό διάστημα από 27.9.2004 έως 30.6.2005, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής γερμανικής φιλολογίας στο 2° Γυμνάσιο Ιωαννίνων Διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, η πέμπτη είναι καθηγήτρια ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 04 φυσικών και κατά το χρονικό διάστημα από 21.3.2005 έως 30.6.2005 υπηρέτησε αναπληρώτρια καθηγήτρια φυσικός στο Γυμνάσιο ...
Ιωαννίνων, ο έκτος είναι καθηγητής, ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 04 φυσικών και κατά τα χρονικά διαστήματα από 2.12.2004 έως 30.6.2005 και από 26.9.2005 έως 30.6.2006, υπηρετούσε ως αναπληρωτής καθηγητής φυσικός στο Γυμνάσιο Μετσόβου Ιωαννίνων και Ενιαίο Εσπερινό Λύκειο Ιωαννίνων αντίστοιχα, η έβδομη είναι καθηγήτρια, ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 04 φυσικών και κατά το χρονικό διάστημα από 27.9.2004 έως 30.6.2005, υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια φυσικός στο 8° Γυμνάσιο Ιωαννίνων, η όγδοη είναι καθηγήτρια ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 07 και κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2002 έως 30.6.2002, από 13.9.2002 έως 30.6.2003, από 13.10.2005 έως 30.6.2006, υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια ΠΕ 7 στο Μουσικό Γυμνάσιο ...
Ιωαννίνων, στο Γυμνάσιο Κόνιτσας και στο 2° Γυμνάσιο Ιωαννίνων αντίστοιχα, ο ένατος είναι καθηγητής ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 4 και κατά το χρονικό διάστημα από 28.9.2004 έως 30.6.2005, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής φυσικός στο 4° Επαλ. Λύκειο Ιωαννίνων, ο δέκατος είναι καθηγητής, ανήκει στη κατηγορία ΠΕ 04 και κατά τα χρονικά διαστήματα από 26.9.2005 έως 30.6.2006 και από 12.10.2004 έως 30.6.2005, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής φυσικός στο Γυμνάσιο και Λυκειακές Τάξεις ...
Ιωαννίνων και Γυμνάσιο και Λυκειακές Τάξεις ... Ιωαννίνων αντίστοιχα ενώ η ενδέκατη είναι καθηγήτρια ανήκει στην κατηγορία ΠΕ 02 και κατά το χρονικό διάστημα από 9.10.2006 έως 30.12.2006. υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια φιλόλογος στο Γυμνάσιο ... Ιωαννίνων. Όλοι οι ενάγοντες υπηρέτησαν δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και του εκκαλούντος - εναγόμενου, και κατά τα προαναφερόμενα διαστήματα δεν ελάμβαναν την μηνιαία παροχή των 176 ευρώ.
Με την από 23.12.2006 αγωγή τους ζητούσαν την καταβολή σε αυτούς της ως άνω ειδικής παροχής του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 η οποία κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 του Συντάγματος δεν τους καταβαλλόταν, αν και αυτή δινόταν σε υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου διαφόρων υπουργείων που εργάζονταν με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου.
Οι ενάγοντες υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο , που διέπει τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, τους OΤΑ και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν με τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 με τον Ν. 3205/2003, δικαιούνται επομένως, όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εκ του νόμου παροχές, ανεξάρτητα από το δικαίωμα τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους δικαιολογημένα τους καταβάλλονται...
H παροχή του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών της Δημόσιας Διοίκησης και Ν.Π.Δ.Δ., χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει προσλάβει λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισης της, εξ αρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας δηλαδή γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003.
Κατά συνέπεια και επειδή η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων, που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες από την απόληψη της παροχής αυτής, στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β Συντάγματος) για την αποκατάσταση της οποίας, πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει και για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. Με την παρ.4 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 καταβλήθηκε στους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευση - στους οποίους ανήκουν και οι ενάγοντες - επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, το οποίο σύμφωνα με τον Ν. 3205/2003 αναπροσαρμόστηκε στα 302 μηνιαίως, αναπροσαρμοζόμενο κατ’ έτος σύμφωνα με το ποσοστό πληθωρισμού του προηγουμένου έτους.
Εν προκειμένου όμως το επίδομα αυτό δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσης των εναγόντων, διότι είναι προγενέστερη τακτική παροχή και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εναγόντων, συνεπώς - τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδής με την παροχή του άρθρου 14 Ν. 3016/2002".
Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι η ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 απέκτησε χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει χωρίς άλλη προϋπόθεση το μισθό των αναιρεσιβλήτων και δεν συμψηφίζεται η παροχή αυτή με το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης που λάμβαναν οι τελευταίοι και υπερκάλυπτε την ειδική αυτή παροχή και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο υποστηρίζονταν τα αντίθετα, ακολούθως δε εξαφανίζοντας, κατά παραδοχή άλλου λόγου εφέσεως, την πρωτοβάθμια απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτελέσεως αυτής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο, να καταβάλει για την αιτία αυτή:
α)στην πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη Τ. Ο. για το χρονικό διάστημα από 26.9.2005 έως 30.6.2006, (ήτοι για 9 μήνες Χ 176 ευρώ) το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ογδόντα τεσσάρων (1584) ευρώ, β)στη δεύτερη των εναγόντων - εφεσιβλήτων Κ. Ε. για τα χρονικά διαστήματα από 29.12.2004 έως 30.6.2005, από 13.10.2005 έως 30.6.2006 και από 20.9.2006 έως 30.12.2006 (ήτοι για 18 μήνες Χ 176 ευρώ) το ποσό των τριών χιλιάδων εκατόν εξήντα οχτώ (3.168) ευρώ, γ)στην τρίτη των εναγόντων - εφεσιβλήτων Κ.
Μ. για τα χρονικά διαστήματα από 29.12.2004 έως 30.6.2005 και από 13.10.2005 έως 30.6.2006 (ήτοι για 15 μήνες Χ 176 ευρώ) το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (2.640) ευρώ, δ) στον τέταρτο των εναγόντων - εφεσιβλήτων Χ. Β., για το χρονικό διάστημα από 29.12.2004 έως 30.6.2005 (ήτοι για 6 μήνες Χ 176 ευρώ) το ποσό των χιλίων πενήντα έξι (1056) ευρώ, ε)στην πέμπτη των εναγόντων - εφεσιβλήτων Ε.
Ζ., για το χρονικό διάστημα από 21.3.2005 έως 30.6.2005 (ήτοι για 3 μήνες Χ 176 ευρώ) το ποσό των πεντακοσίων είκοσι οχτώ (528) ευρώ, στ) στον έκτο των εναγόντων Δ. Ν., για τα χρονικά διαστήματα από 29.12.2004 έως 30.6.2005 και από 26.9.2005 έως 30.6.2006 (ήτοι για 15 μήνες Χ 176 ευρώ) το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (2.640) ευρώ, ζ) στην έβδομη των εναγόντων - εφεσιβλήτων Ε.
Μ. για το χρονικό διάστημα από 29.12.2004 έως 30.6.2005 (ήτοι για 6 μήνες Χ 176 ευρώ), το ποσό των χιλίων πενήντα έξι (1056) ευρώ, η)στην όγδοη των εναγόντων - εφεσιβλήτων Μ. Δ., για το χρονικό διάστημα από 13.10.2005 έως 30.6.2006 (ήτοι για 9 μήνες Χ 176 ευρώ), το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ογδόντα τεσσάρων (1584) ευρώ, θ) στον ένατο των εναγόντων - εφεσιβλήτων Β.
Χ., για το χρονικό διάστημα από 29.12.2004 έως 30.6.2005 (ήτοι για 6 μήνες Χ 176 ευρώ), το ποσό των χιλίων πενήντα έξι (1056) ευρώ, ι) στον δέκατο των εναγόντων - εφεσιβλήτων Ι. Κ., για το χρονικό διάστημα από 29.12.2004 έως 30.6.2005 και από 26.9.2005 έως 30.6.2006 (ήτοι για 15 μήνες Χ 176 ευρώ) το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (2640) ευρώ και ια) στην ενδέκατη των εναγόντων - εφεσιβλήτων Λ.
Κ., για το χρονικό διάστημα από 9.10.2006 έως 30.12.2006 (ήτοι για 3 μήνες Χ 176 ευρώ) το ποσό των πεντακοσίων είκοσι οχτώ (528) ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή και με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002, 13 του ν. 2738/1999, 24,28 και 56 του ν. 3205/2003.
Επομένως οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ τρεις πρώτοι, ενιαίως κρινόμενοι, λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εν όψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α’ Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να ερευνηθεί η αγωγή, να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης, κατ’ άρθρο 179 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ. Μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης ο τέταρτος, λόγος αναίρεσης από το άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί μη διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, είναι πλέον αλυσιτελής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 18/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 334/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων.
Δικάζει επί της αγωγής.
Απορρίπτει αυτήν. Και
Συμψηφίζει στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα αυτών του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ