Legislator Case Law & Legislation
405/2015 AI generated

405/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 405/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

405/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 405 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 405/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-1-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: P. T. του S. (Π. Θ. του Σ.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 704/2010 μη οριστική και 4186/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1352/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-8-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1352/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.

Το ύψος του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή, της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες (ΑΠ 331/2014, ΑΠ 560/2013).

Κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών - φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ΑΠ 532/2012, ΑΠ 442/2008).

Εξ άλλου δεν λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας γιατί η ευθύνη της τελευταίας είναι εγγυητική (ΑΠ 71/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και επιδίκασε τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν ποσά, ως αποζημίωση για θετική και αποθετική ζημία, χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ., λόγω της αναπηρίας του, που προκλήθηκε από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από αυτό, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, σε σχέση με τη συναρτώμενη με τους λόγους αναίρεσης επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο της κατά το όρθρο 931 Α.Κ.

πρόσθετης χρηματικής παροχής και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τα εξής: "Συνεπεία του, κατά την 21-8-2008 και περί ώρα 10.00' π.μ., λαβόντος χώρα, επί της οδού ... στα …, αυτοκινητικού ατυχήματος, συγκρούσεως τουτέστιν της υπ' αριθμόν ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, κυριότητος του ενάγοντος, που οδηγούσε ο ίδιος, μετά του υπ' αριθμό κυκλ. ...

IX φορτηγού αυτοκινήτου (απορριματοφόρου), του Δήμου Ιωαννίνων, που οδηγούσε ο Β. Χ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη, ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, της εν λόγω συγκρούσεως οφειλομένης στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, που οδηγούσε κατά παράβαση των άρθρων 12, παρ. 1, 23 παρ. 2, 21 παρ. 1, 2 και 26 του ΚΟΚ, όπως δέχθηκε επί του θέματος της υπαιτιότητος η εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς να προσβάλλεται κατά τούτο.

Συνεπεία του ενδίκου τροχαίου ο ενάγων υπέστη τις ακόλουθες ζημίες. Ειδικότερα, ο ηλικίας 29 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενάγων μεταφέρθηκε τραυματισμένος στο νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου νοσηλεύθηκε από την 21-8-2008 (ημέρα ατυχήματος) μέχρι την 3-9-2008. Εκεί διαπιστώθηκε κατά την διάρκεια εγχειρητικής διερεύνησης, ατελής μη βιώσιμος ακρωτηριασμός στο ύψος του δεξιού αγκώνα με degloving, μέχρι την μεσότητα του αντιβραχίου.

Ειδικότερα, διαγνώσθηκαν οι εξής βλάβες: μη βιώσιμος ακρωτηριασμός του δεξιού άνω άκρου στο ύψος του αγκώνα, degloving (τραυματική απόσχιση του δέρματος του αντιβραχίου και του χεριού, όπως βγαίνει το γάντι), τραυματισμός εξωτερικού χιτώνα βραχιονίου αρτηρίας, τραυματισμός επινευρίου του μέσου νεύρου, διατομή με έλλειμμα του έξω δερματικού νεύρου του αντιβραχίου και πλήρης παράλυση του βραχιονίου πλέγματος δεξιά.

Στη συνέχεια, ο ενάγων νοσηλεύθηκε εκ νέου, για τρεις ημέρες, στο νοσοκομείο METROPOLITAN, όπου χειρουργήθηκε στις 20-10-2008 και διαπιστώθηκε απόσπαση όλων των ριζών, με διατήρηση της ακεραιότητος του μακρού θωρακικού νεύρου, άρα διατήρηση κάποιων ινών της 5ης ρίζας. Έγινε γεφύρωση με νευρικά μοσχεύματα του μυοδερματικού νεύρου με το παραπληρωματικό νεύρο και συρραφή του υπερπλατίου νεύρου με το φρενικό νεύρο για την αποκατάσταση της κάμψης του αγκώνα και της απαγωγής και εξωστροφής του ώμου.

Μετεγχειρητικά τοποθετήθηκε κολάρο αυχένος και βραχιονοπηχεοκαρπικός νάρθηκας για την ακινητοποίηση του δεξιού άνω άκρου για διάστημα 3 εβδομάδων. Μετά την αφαίρεση της ακινητοποίησης συνεστήθη παθητική κινητοποίηση όλων των αρθρώσεων του άνω άκρου. Κατά το επόμενο διάστημα ο ενάγων υπέφερε από τοπικούς πόνους και κατάθλιψη για την οποία λάμβανε φαρμακευτική αγωγή.

Παρόλα αυτά, ο ενάγων κατέστη μόνιμα ανάπηρος, λόγω πλήρους παράλυσης του δεξιού άνω άκρου, σε ποσοστό 70%, σύμφωνα με τον κανονισμό αναπηριών, χωρίς να διαφαίνεται πιθανότητα βελτίωσης, καθώς έχει γίνει ήδη προσπάθεια εγχειρητικής αποκατάστασης χωρίς αποτέλεσμα. Τ' ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ως προς τον τραυματισμό του ενάγοντος, προκύπτουν ιδίως από τα σχετικά πιστοποιητικά των προαναφερθέντων δύο νοσοκομείων, όπου νοσηλεύθηκε και χειρουργήθηκε ο ενάγων, από την έκθεση πραγ/νης του ιατρού ορθοπεδικής Β.

Θ., καθώς και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του στο ακροατήριο, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίσθηκαν. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, εξαιτίας των ανωτέρω συνεπειών του τραυματισμού του και σε συνδυασμό με την δεξιοχειρία του, έχει καταστεί μόνιμα ανίκανος να ασκήσει το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου, το οποίο ασκούσε προ του ατυχήματος, καθώς και άλλο παρεμφερές (τεχνικό επάγγελμα).

Όπως επισημαίνει ο διορισθείς πραγματογνώμων στην ως άνω έκθεσή του, ενδεχομένως να μπορούσε να εργασθεί ως φύλακας και με σοβαρό μειονέκτημα την μονοχειρία του. Η πιο πάνω αναπηρία του, θα έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική εξέλιξή του. Ειδικότερα, είναι βέβαιο ότι η πιο πάνω βλάβη της υγείας του, θα επηρεάσει το οικονομικό του μέλλον, αφού δεν θα μπορεί να συνεχίσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως ηλεκτρολόγος.

Επηρεάζει όμως άμεσα και το κοινωνικό του μέλλον, αφού δεν είναι πλέον σε θέση να απολαμβάνει, στο βαθμό που θα ήθελε, δραστηριότητες της καθημερινής ζωής (κολύμπι, οδήγηση κ.λπ.), ενώ η ως άνω κατάσταση της υγείας του είναι εμφανής και στους τρίτους (στον κοινωνικό ή και επαγγελματικό, στη συνέχεια, περίγυρο του), αφού πλέον για το σύνολο των συνανθρώπων του θα είναι "σακάτης" και συνεπώς, δημιουργεί σ' αυτόν ψυχολογικά προβλήματα και περιορίζει τις κοινωνικές του συναναστροφές.

Αυτό θα επηρεάσει άμεσα και την προσωπική του ζωή στη δημιουργία σχέσεων με το άλλο φύλο. Όπως είναι φυσικό, οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν εντελώς με τις παροχές των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω συντρέχουσες περιπτώσεις (ηλικία, φύλο, είδος και έκταση της αναπηρίας του, επιπτώσεις αυτής, κοινωνική και οικονομική κατάστασή του κ.λπ.), κρίνει ότι για την παραπάνω αιτία πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 80.000 ευρώ, για την κάλυψη της αντίστοιχης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας του.

Έσφαλε, επομένως η εκκαλουμένη η οποία, αν και ορθώς έκρινε ότι ο ενάγων υπέστη την ως άνω μόνιμη αναπηρία, εν τούτοις του επιδίκασε για την ως άνω αιτία το μικρότερο ποσό των 60.000 ευρώ και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία ο πρώτος λόγος της εφέσεως του ενάγοντος και ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία ο σχετικός δεύτερος λόγος της εφέσεως και της, δια των προτάσεων ασκηθείσης, αντεφέσεως της εναγομένης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, υγιής και αρτιμελής μέχρι τότε, συνεπεία του τραυματισμού του, υπέστη ηθική βλάβη λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία του παθόντος ενάγοντος, το είδος, την ένταση και την έκταση της σωματικής κακώσεώς του, την διάρκεια της νοσηλείας του, την εξέλιξη της υγείας του, τον πόνο που δοκίμασε, τις ως άνω συνέπειες της σωματικής, αλλά και ψυχικής, υγείας του, με τη δια βίου προαναφερόμενη μονιμότητα της σωματικής του βλάβης, το βαθμό του πταίσματος (αποκλειστικού) του οδηγού του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, την κοινωνική κατάσταση του ενάγοντος, την οικονομική κατάσταση (μέτρια, χωρίς ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού δεν γίνεται άλλη επίκληση επ' αυτού) των διαδίκων μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμούνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα, το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του για την ηθική βλάβη που υπέστη, πέραν εκείνων των 30 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων.

Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρ 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης ...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, ήτοι οι συνθήκες του ατυχήματος, η ηλικία του παθόντος, το είδος, η ένταση και η έκταση της σωματικής κάκωσης αυτού, η διάρκεια της νοσηλείας του, η εξέλιξη της υγείας του, ο πόνος που δοκίμασε, οι συνέπειες της σωματικής και ψυχικής του υγείας, με την δια βίου μονιμότητα της σωματικής του βλάβης, ο βαθμός του πταίσματος (αποκλειστικού) του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η κοινωνική κατάσταση του ενάγοντος, η οικονομική κατάσταση (μέτρια, χωρίς ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού δεν γίνεται άλλη επίκληση επ' αυτού) των διαδίκων μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, και οι εν γένει περιστάσεις.

Ήτοι, ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι για την επιμέτρηση του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα, δεν λήφθηκε υπόψη η οικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, η δε μνεία της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών (αντί του ενάγοντος, αφού δεν υπήρχε άλλος διάδικος πλην της ασφαλιστικής εταιρείας), μεταξύ των στοιχείων που το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού, γενομένη προφανώς εκ παραδρομής, δεν οδηγεί στο αντίθετο συμπέρασμα ούτε δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το ζήτημα αυτό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, κατά την αναιρεσείουσα, αφενός προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 Α.Κ. και αφετέρου με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναπηρία του αναιρεσίβλητου επιδρά στην κοινωνική του εξέλιξη καθόσον ειδικότερα, δεν γίνεται επίκληση ειδικών περιστατικών, εκτός εκείνων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι εξ αιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην κοινωνική ζωή του παθόντος καθώς και στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του, που δεν την ερεύνησε, ως όφειλε, ούτε των προσδιοριστικών παραγόντων της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 Α.Κ., άλλως διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες περί την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, δεχόμενο ότι δεν είναι αναγκαία η πρόκληση περιουσιακής ζημίας στον παθόντα για την επιδίκαση της εν λόγω παροχής και παρά ταύτα λαμβάνοντας υπόψη τη δυσμενή επίδραση της αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου στο οικονομικό του μέλλον.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η αναπηρία έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος, με τρόπο που δεν δύναται να προσδιορισθεί, το δε ύψος του εύλογου ποσού που επιδικάζεται υπολογίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας και την ηλικία του παθόντος, με συνεκτίμηση και της τυχόν συνυπαιτιότητας αυτού, περίπτωση που δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση, κατά την οποία κρίθηκε αποκλειστικώς υπαίτιος ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου.

Όλα δε τα ως άνω προσδιοριστικά στοιχεία, ήτοι το είδος, η έκταση, ο βαθμός και οι συνέπειες της αναπηρίας στο μέλλον του παθόντος αναιρεσιβλήτου, καθώς και η ηλικία αυτού (29 ετών), αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, εξάλλου, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της δεδομένης δυσμενούς επίδρασης της αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου στο οικονομικό και κοινωνικό μέλλον του και της αδυναμίας προσδιορισμού της εξ αυτής προκαλούμενης συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, η οποία δεν απαιτείται να καθορίζεται.

Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά την τρίτη αιτίαση αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, προκειμένου να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ έλαβε υπόψη προσδιοριστικά στοιχεία μη πρόσφορα προς θεμελίωση της από το άρθρο αυτό αξίωσής του, όπως π.χ. την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι πλήττεται πλεοναστική κρίση της απόφασης, που δεν επηρεάζει το αποδεικτικό πόρισμα της επίδρασης της αναπηρίας του παθόντος στο κοινωνικό μέλλον του, το οποίο στηρίζεται επαρκώς από την κύρια αιτιολογία της που σχέση έχει με το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του από το ένδικο ατύχημα, την ηλικία αυτού και την έλλειψη υπαιτιότητας στην πρόκληση της αναπηρίας του.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 648/26-8-2014 αίτηση για αναίρεση της 1352/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ