Legislator Case Law & Legislation
405/2008 AI generated

405/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 405/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

405/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ενάγουσα αμειβόταν με το νόμιμο ποσοστό 11% επί των λογαριασμών των καθήμενων πελατών. Ήταν πολύ καλή υπάλληλος και σε σύντομο χρονικό διάστημα απέσπασε την εμπιστοσύνη της διεύθυνσης της επιχείρησης, που, μετά παρέλευση έτους, της ανέθεσε καθήκοντα "υπεύθυνης" (μαιτρ) του καταστήματος, με σταθερές έκτοτε κατά τη συμφωνία τους μηνιαίες αποδοχές, που ήταν υπέρτερες των αποδοχών των σερβιτόρων.

Keywords

AI generated
abandonment of employment redundancy loss of work breach of employment obligations reduction of salary cessation of gainful employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 405 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 405/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΕΜ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ - ΠΟΤΩΝ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Νέο Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσατήρη. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκαστή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2719/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6417/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 28-12-2005 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στον μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως του λόγου που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στον νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία).

Επομένως ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτήν και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Όταν όμως ο τελευταίος δεν εκπληρώνει ή εκπληρώνει πλημμελώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις κακοβούλως, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, τότε η ενάσκηση της αξιώσεως για την καταβολή της αποζημιώσεως της απολύσεως υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, τον Οκτώβριο του 1986 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως σερβιτόρος στο εστιατόριο "........", που εκμεταλλευόταν αυτή.

Η ενάγουσα αμειβόταν με το νόμιμο ποσοστό 11% επί των λογαριασμών των καθήμενων πελατών. Ήταν πολύ καλή υπάλληλος και σε σύντομο χρονικό διάστημα απέσπασε την εμπιστοσύνη της διεύθυνσης της επιχείρησης, που, μετά παρέλευση έτους, της ανέθεσε καθήκοντα "υπεύθυνης" (μαιτρ) του καταστήματος, με σταθερές έκτοτε κατά τη συμφωνία τους μηνιαίες αποδοχές, που ήταν υπέρτερες των αποδοχών των σερβιτόρων.

Στο πλαίσιο των καθηκόντων της θέσεως αυτής είχε τη γενική ευθύνη για την προετοιμασία και καλή λειτουργία του εστιατορίου, κατάρτιζε το πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού, καθοδηγούσε και ήλεγχε του εργαζομένους, προΐστατο ιδίως των σερβιτόρων για την καταλληλότητα των οποίων είχε αποφασιστική γνώμη, των υπαλλήλων του ταμείου, της κουζίνας και των καθαριστριών και είχε την ευθύνη της συντήρησης του χώρου και των εγκαταστάσεων.

Η ιδιότητα της αυτή μάλιστα προβαλλόταν και με κατάλληλα, διαφημιστικού ενδιαφέροντος, δημοσιεύματα του τύπου, όπως στο περιοδικό ".........", στο οποίο, εκτός άλλων σχετικών με το εν λόγω εστιατόριο, τονιζόταν ότι το "ρόλο της οικοδέσποινας διεκπεραιώνει με θαυμαστή χάρη η ....., η πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα υπεύθυνη του καταστήματος".

Με την ιδιότητα αυτή ο μηνιαίος μισθός της (για εργασία 25 ημερών) διαμορφώθηκε από 1-1-2000 σε 600.000 δρχ. μετά την αφαίρεση των κρατήσεων (καθαρά), ενώ μετά των κρατήσεων (μικτά) σε 835.298 δρχ. Κατά τον Μάρτιο όμως του 2000, αφότου παράλληλα με την ενάγουσα άρχισε να εκπληρώνει καθήκοντα υπευθύνου στο κατάστημα και ο εμφανισθείς ως νέος υπάλληλος αυτού Γ1, η εναγομένη ανακοίνωσε προφορικά στην ενάγουσα, δια τουνόμιμου εκπροσώπου της, την πρότασή της η οποία συνίστατο στο ότι εφεξής θα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως σερβιτόρος σε πελάτες που θα τους υποδεχόταν στην είσοδο, θα τους συνόδευε και θα έπαιρνε τις παραγγελίες τους, τις οποίες θα εκτελούσε, ότι το εβδομαδιαίο ωράριο της απασχόλησης της θα μειωνόταν κατά 10 ώρες (από 43 ώρες σε 33) και ότι ο μικτός μηνιαίος μισθός της θα ανερχόταν σε 600.000 δρχ.

και ο καθαρός σε 460.465 δρχ. Την πρόταση αυτή της εναγομένης, η ενάγουσα ευλόγως θεώρησε ως βλαπτική μεταβολή των όρων λειτουργίας της εργασιακής της σχέσης, που χωρίς την επίκληση κάποιου σοβαρού λόγου ή δικαιώματος, ήθελε μονομερώς να επιβάλει σε βάρος της η εναγομένη, αφού συνεπαγόταν μείωση των μηνιαίων αποδοχών της και ανάθεση καθηκόντων υποδεέστερης θέσης, γι' αυτό και την απέκρουσε αμέσως και δεν αποδέχτηκε την πρόταση, συνεχίζοντας να προσφέρει τις προηγούμενες υπηρεσίες της, παρόλες τις δυσχέρειες που συναντούσε, διότι σταδιακά στην πραγματικότητα, στα περισσότερα από τα υπεύθυνα καθήκοντά της αναπληρωνόταν πλέον από τον υπάλληλο Γ1.

Στις 25-4-2000 η εναγομένη για τελευταία φορά, δια του νόμιμου εκπροσώπου της ........., διευθύνοντος συμβούλου αυτής, πίεσε την ενάγουσα να αποδεχτεί την ανωτέρω μεταβολή των όρων της εργασιακής τους σχέσης. Στην αρνητική της απάντηση, της δήλωσε ότι από εκείνη την ημέρα θα τελούσε σε υποχρεωτική άδεια έως τις 2-5-2000 και της εγχείρισε έντυπη επιστολή με την οποία, παρότι τονίζεται γενικώς και αορίστως, η πλημμελής δήθεν εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας (αδικαιολόγητες απουσίες) παρά τις συστάσεις της να συμμορφωθεί κλπ, παρά ταύτα δεν μπορεί να αποκρυβεί η διάχυτη σε όλο το περιεχόμενο της επιστολής αληθινή προσπάθεια της εναγομένης, να πείσει την ενάγουσα ότι, αν μέχρι την επιστροφή της από την άδεια, δεν αποδεχτεί τη μεταβολή των ως άνω όρων που επέβαλε, θα πρέπει να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της.

Στις 2-5-2000 η ενάγουσα ασθένησε από οξεία πυελονεφρίτιδα του δεξιού νεφρού και υποδείχτηκε σ' αυτήν από τους ιατρούς των εξωτερικών ιατρείων του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" να παραμείνει κλινήρης επί 4ήμερο, της χορηγήθηκε δε και η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Για την ασθένεια αυτή και την εντεύθεν αδυναμία να εργαστεί, η οποία διήρκεσε μέχρι 25-5-2000, η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη δια του λογιστή της ..........

Άλλωστε παρόμοια γνωστοποίηση της ασθένειας και της αδυναμίας της να εργαστεί, η ενάγουσα έκανε και με την από 11-5-2000 εξώδικη δήλωση της προς την εναγομένη. Παρά ταύτα, η τελευταία με την από 19-5-2000 εξώδικη δήλωση της, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 23-5-2000, κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση από 13-5-2000, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση, για το λόγο ότι, όπως υποστηρίζει στη δήλωση, με δική της ευθύνη και υπαιτιότητα σταμάτησε την εργασία της.

Με τα περιστατικά αυτά, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, πρωτίστως επειδή έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, αφού, για σκόπιμη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας (ώστε να υποχρεωθεί η εναγομένη να την απολύσει για να λάβει την αποζημίωση απολύσεως) δεν μπορεί να γίνει λόγος, διότι δικαιολογημένα απείχε αυτή από την εργασία της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι, για να είναι έγκυρη η απόλυση της ενάγουσας, όφειλε η εναγομένη να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, ακολούθως δε δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεώς της, την καταβολή της οποίας αυτή είχε επιλέξει, θεωρώντας έγκυρη την απόλυσή της.

Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, αφού με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, κατέληξε στο όλο ως άνω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμά του, σαφώς αποκλείοντας την περίπτωση κακόβουλης συμπεριφοράς της ενάγουσας, για να επιτύχει την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, με το σκοπό να εισπράξει αποζημίωση.

Ειδικότερα δε υφίστανται πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και αναφορικά με το ουσιαστικά αβάσιμο της ενστάσεως της αναιρεσείουσας για το ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, με κάθε σαφήνεια και πληρότητα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι λόγοι για τους οποίους αποκλείστηκε η περίπτωση της από κακοβουλία μη εκπληρώσεως ή, σε κάθε περίπτωση, πλημμελούς εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει την αναιρεσείουσα εργοδότιδά της να την απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, ώστε η ενάσκηση της ένδικης αξιώσεως για καταβολή της αποζημιώσεως αυτής να μην υπερβαίνει τα από το άρθρο 281 του ΑΚ τιθέμενα αντικειμενικά όρια (κριτήρια) και έτσι να μην είναι καταχρηστική κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως.

Ενόψει αυτών: 1) Οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα μέρη τους με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως, αντίστοιχα, αφενός των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, και των άρθρων 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, άλλων διατάξεων του ίδιου νόμου και των άρθρων 200, 288 και 281 του ΑΚ, δηλαδή λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Και 2) οι επίσης ενιαίως κρινόμενοι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα μέρη τους με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των ως άνω ζητημάτων, δηλαδή λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

2.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί, που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (Ολ.

ΑΠ 469/1984). Εξάλλου, ο από την περ. β' του αριθμού 8 του ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με το ένα από τα μέρη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους αυτή προέβαλε για τη στήριξη του ισχυρισμού της ότι δεν είχε λάβει χώρα βλαπτική για την αναιρεσίβλητη μεταβολή των όρων της επίδικης συμβάσεως εργασίας και ότι η αναιρεσίβλητη προκάλεσε σκόπιμα την απόλυσή της για να εισπράξει τη σχετική αποζημίωση.

Ειδικότερα δε α) ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως σερβιτόρος στην επιχείρηση εστιατορίου που διατηρούσε και ότι ο μισθός της ήταν το νόμιμο ποσοστό 11% επί των εισπράξεων των καθημένων πελατών (όπως ίσχυε για όλους τους σερβιτόρους), στο οποίο είχε προστεθεί και επιμίσθιο για τα καθήκοντα της ως "μαιτρ" και σταδιακά διαμορφώθηκε στο ποσό των 835.289 δρχ.

μηνιαίως, χωρίς ποτέ να μειωθεί, β) ότι σκόπιμα και μεθοδικά, με την αντισυμβατική, κακόπιστη και συκοφαντική συμπεριφορά της, προκάλεσε την απόλυσή της για να εισπράξει τη σχετική αποζημίωση και γ) ότι στην πραγματικότητα δεν απολύθηκε, αλλά παραιτήθηκε, αφού η αναιρεσείουσα στις 25.5.2000 της ζήτησε να επανέλθει στην επιχείρηση με τις ίδιες αποδοχές, αλλά αυτή αρνήθηκε.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω να απορριφθεί στο σύνολό του και δη κατά μεν το τμήμα του μέρους του τούτου που αφορά τους υπό τα στοιχεία α' και γ' ισχυρισμούς ως απαράδεκτος, γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελούν και "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, κατά δε το υπόλοιπο τμήμα του μέρους του τούτου που αφορά τον υπό το στοιχείο β' ισχυρισμό ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν, τον ερεύνησε και τελικά, ως εκ του πράγματος, τον απέρριψε ως αβάσιμο και έτσι δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Περαιτέρω, με το υπόλοιπο μέρος του ίδιου (δεύτερου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό για ακυρότητα της εκ μέρους της αναιρεσείουσας γενόμενης καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης εξαιτίας της μη καταβολής στην τελευταία της νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως παρά το ότι αυτή τέτοιο ισχυρισμό δεν είχε προβάλει με την ένδικη αγωγή της.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί πλήττεται αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως που εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια, όπως εκτιμάται, αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που στηρίζει το διατακτικό της, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα είχε καταγγείλει την ένδικη με την αναιρεσίβλητη υφιστάμενη σύμβαση εργασίας της στις 13.5.2000 με εξώδικη δήλωσή της που είχε επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη στις 23.5.2000, χωρίς να έχει καταβληθεί στην τελευταία η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, σύμφωνα με τη σχετική βάση της ένδικης αγωγής, με επιλογή αυτής (αναιρεσίβλητης) να απαιτήσει τη νόμιμη αυτήν αποζημίωσή της εξαιτίας της προαναφερόμενης καταγγελίας της συμβάσεώς της εργασίας εκ μέρους της αντιδίκου της (αναιρεσείουσας). 3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 β', 453 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005 και 9/2000).

Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη της προαναφερόμενης ενστάσεως της και ειδικότερα α) τις υπογεγραμμένες από την αναιρεσίβλητη αποδείξεις των μηνιαίων εκκαθαρίσεων πληρωμής, από τις οποίες προκύπτει ότι ουδέποτε έγινε μείωση του μισθού της και στις οποίες αυτή εμφαίνεται ως σερβιτόρος, β) την από 11-5-2000 εξώδικη διαμαρτυρία, κλήση και δήλωση, με την οποία η αναιρεσείουσα καλούσε την αναιρεσίβλητη να επανέλθει στην εργασία της και γ) το από .....

πρακτικό συζητήσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας, από το οποίο προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα της ζήτησε να επανέλθει στην εργασία της και αυτή αρνήθηκε. Όπως προκύπτει όμως από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, η αναιρεσείουσα ενσωμάτωσε -με αυτούσια αντιγραφή τους- τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς περαιτέρω ειδική επίκληση των προαναφερόμενων εγγράφων.

Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη αποδείξεων, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευομένων ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, ενόρκων βεβαιώσεων τρίτων ενώπιον συμβολαιογράφων και ομολογιών που έγιναν με την ένδικη αγωγή, καθώς και τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και την υπ' αριθ. 17611/4.7.1997 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε από την αναιρεσίβλητη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα (εφόσον δεν γίνεται μνεία για το αντίθετο στην εν λόγω απόφαση), λαμβανομένου υπόψη ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση, που είχε δοθεί πριν από τη δίκη, αποτελούσε στην προκειμένη περίπτωση έγγραφο που είχε προσκομιστεί για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 339 ΚΠολΔ), έστω και αν δεν τη μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.

Επομένως ο αμέσως πιο πάνω (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη της αμέσως πιο πάνω ένορκης βεβαιώσεως (ως εγγράφου που είχε προσκομιστεί για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

4.- Επειδή ο, από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, στη διαδικασία των άρθρων 664 επ., το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και ανεπικύρωτα, αχρονολόγητα, ανυπόγραφα ή άκυρα έγγραφα, αλλά και μηχανικές απεικονίσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα ηλεκτρονικά έγγραφα και οι ηλεκτρονικές επιστολές (e-mail) και τα αντίγραφα αυτών που εκτυπώνονται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του αποστολέα -εκδότη ή του παραλήπτη αυτών.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 11 περ. α', κατά την αληθινή έννοιά του, (και όχι 12 που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα το από .....

έντυπο ανυπόγραφο σημείωμά της που μπορούσε να εκτυπωθεί σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό υπολογιστή και το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το σημείωμα αυτό, αν και η αναιρεσείουσα είχε αμφισβητήσει ότι προερχόταν από την ίδια είναι αβάσιμος, αφού με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα είχε απλώς ισχυριστεί ότι ουδέποτε παραδόθηκε το σημείωμα στην αναιρεσίβλητη.

Τέλος, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως (κατά το τρίτο μέρος του), από την ίδια διάταξη (και όχι από τον αριθμό 12 που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το ....... δελτίο εργατικής διαφοράς, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη της προαναφερόμενης ενστάσεώς της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν έγινε νόμιμη επίκληση του εγγράφου αυτού με τον τρόπο, που προεκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΕΜ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ - ΠΟΤΩΝ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 6417/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ