Legislator Case Law & Legislation
404/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contradictory grounds regarding evidence interpretation and factual assessment.

Case Number 404/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' appeal against the Court of Appeal's decision, ruling that their arguments were legally inadmissible. The appellants claimed the lower court misinterpreted documents and failed to consider specific testimonies, but the court found these complaints contradictory because the same court could not both ignore evidence and claim it was considered. Consequently, the appeal was dismissed as baseless, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 20; Article 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on contradictory allegations regarding the consideration of evidence and the assessment of facts is inadmissible and must be rejected.

Keywords

AI generated
contradictory grounds appeal dismissal evidence interpretation factual assessment costs of appeal Code of Civil Procedure inadmissible plea

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 404 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 404/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Γ. Μ., χας Ν. Α., κατοίκου ..., 2) Μ. Ν. Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό ..., κληρονόμου της αποβιωσάσης στις ... αρχικής διαδίκου γιαγιάς της Ε. Α., δηλώνοντας συνέχιση της βιαίως διακοπείσας δίκης, 3) Φ. Ν. Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό ..., κληρονόμου της αποβιωσάσης στις ... αρχικής διαδίκου γιαγιάς του Ε. Α., δηλώνοντας συνέχιση της βιαίως διακοπείσας δίκης, και 4) Α. Σ. Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό ..., κληρονόμου της αποβιωσάσης στις ... αρχικής διαδίκου μητέρας του Ε. Α., δηλώνοντας συνέχιση της βιαίως διακοπείσας δίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τσατσάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Ατλαμάζογλου και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ε. Α. - Α. Μ." και ήδη "Μ. Α. Α. Ε." και δ.τ. "Μ. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από ... δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. χας Σ. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ... αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ... (αρ.κατ. ...) αίτηση αναιρέσεως των α) Θ. Γ. Μ., χήρας Ν. Μ., β) Μ. Α. του Ν., γ) Φ. Α. του Ν. και δ) Α. Α. του Σ., εκ των οποίων οι 2η, 3ος και 4ος ενεργούν ατομικά, αλλά και ως κληρονόμοι της αρχικώς ενάγουσας Ε. χήρας Σ. Α., που απεβίωσε την ... (ήτοι πριν την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως), επαναλαμβάνοντας τη διακοπείσα δίκη, όπως δηλώνουν με το αναιρετήριο, κατ' άρθρο 290 του ΚΠολΔ, προσβάλλεται η υπ'αρ. ...

τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 614 παρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (...), εντός δηλαδή της προθεσμίας των 30 ημερών του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στον αντίκλητο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Βασίλειο Τσατσάνη, με επιμέλεια της δεύτερης αναιρεσίβλητης στις ... (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, καθώς και η ήδη αποβιώσασα Ε. χήρα Σ. Α. (αρχικώς ενάγουσα) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από ... αγωγή τους κατά εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Δ. Σ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ε. Α..Ε..Ε..Γ..Α.. - Α.. Μ.", με την οποίαν, επικαλούμενοι ότι, στον τόπο και κατά το χρόνο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το με αρ.

κυκλ. ... όχημά του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, συγκρούστηκε από αποκλειστική υπαιτιότητά του, υπό τις εκτενώς αναφερόμενες συνθήκες, με την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Ν. Α. σύζυγος της 1ης, πατέρας της 2ης και του 3ου εκ των αναιρεσειόντων, υιός της 4ης αρχικώς και ήδη αποβιώσασας ενάγουσας και αδελφού του 5ου εξ αυτών, προκαλώντας τον θανάσιμο τραυματισμό αυτού, ζήτησαν την επιδίκαση υπέρ αυτών των ποσών που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν αυτοί από το θάνατο του ως άνω συγγενούς τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν αναγνωρίζοντας αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της με αρ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από ...

έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ..., επικαλούμενοι εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή αυτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ.

συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 εδ. α' του Κ.Ο.Κ.: "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ: "Ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως" και τέλος κατά το άρθρο 21 παρ. 1 αυτού (Κ.Ο.Κ): "Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν, πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου ... του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. ...03/2019).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1214/2023, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1214/2023, ΑΠ 1335/23, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ..., δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "..Στη ..., στις ...

και περί ώρα ..., ο συγγενής των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), Ν. Α. του Σ., οδηγούσε την υπ' αρ. κυκλοφορίας ... IX δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, στην περιφερειακή οδό ..., εντός της 1ης σήραγγας (τούνελ), στο ρεύμα πορείας προς ... στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αυξημένη ταχύτητα κατά την είσοδό του στο τούνελ ήτοι, ...

χιλ./ ώρα, με βάση τις καταγραφές των υπαρχουσών καμερών διαχείρισης κυκλοφορίας (βλ. την υπ' αρ. ... Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα της Τροχαίας - Γ.. Μ., Τεχνολόγου Μηχανολόγου Μηχανικού). Ο ανωτέρω οδηγός οδηγούσε το εν λόγω δίκυκλο όχημα φορώντας προστατευτικό κράνος και ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος (...gr/l η περιεκτικότητα στο αίμα του, ....

Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγούσε εντός της άνω σήραγγας (τούνελ), στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με την ίδια κατεύθυνση ήτοι, προς ..., το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.

Στο εν λόγω αυτοκίνητο, επέβαινε στην θέση του συνοδηγού η σύζυγος του, η δε ταχύτητά του, ήταν ... χιλ. / ώρα με βάση τις καταγραφές των υπαρχουσών καμερών διαχείρισης κυκλοφορίας... Η περιφερειακή Οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, κάθε ρεύμα της υφίσταται με την μορφή αυτόνομου ξεχωριστού τούνελ (σήραγγας), τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με το τοιχίο της σήραγγας.

Εντός του πρώτου τούνελ στο ρεύμα προς ..., όπου κινούνταν οι ως άνω οδηγοί, το οδόστρωμα είναι άσφαλτος, έχει πλάτος ... μέτρων, η οδός είναι οριζόντια με προηγηθείσα ευθεία και αριστερή καμπύλη, έως την έξοδο (προς τα δεξιά) για ... διαχωρίζεται σε τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας μήκους περίπου ... μέτρων με τη δεξιότερη ν' αποτελεί την έξοδο για ..., ενώ μετά την έξοδο (για ...) μέχρι το τέλος του τούνελ διαχωρίζεται σε δύο (2) λωρίδες κυκλοφορίας.

Την ως άνω χρονική στιγμή εντός του τούνελ υπήρχε επαρκής ηλεκτροδοτούμενος φωτισμός, ο οποίος υπάρχει καθ' όλο το 24ωρο δεδομένου ότι δεν επαρκεί το φως του εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ενώ η κυκλοφορία των πεζών ήταν ανύπαρκτη, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και επικρατούσε καλοκαιρία.

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας εντός του τούνελ, στην κατεύθυνση προς ... είναι ... χιλιόμετρα ανά ώρα, όπως καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-32). (βλ. .....). Ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ενώ κατά την είσοδό του στο τούνελ κινείτο αρχικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στη συνέχεια, στην ευθεία που προηγείται της αριστερής στροφής, ακολουθώντας σταδιακά διαγώνια πορεία άρχισε να πλησιάζει προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία (αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας) την ίδια χρονική στιγμή κινείτο καταλαμβάνοντας το δεξιό τμήμα της, το ως άνω Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.

Φθάνοντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας η μοτοσικλέτα κινούμενη για 5 δευτερόλεπτα παράλληλα με το ΙΧΕ αυτοκίνητο στη δεξιά πλευρά του και σε απόσταση μικρότερη από 70 εκ. από αυτό, το οποίο (ΙΧΕ αυτοκίνητο) είχε ήδη καταλάβει το αριστερό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του .., επιχείρησε να το προσπεράσει, έχοντας ταχύτητα τουλάχιστον ...

χιλ./ώρα, γεγονός (σχετικώς με το ύψος της ταχύτητάς του) που συνομολογούν οι ενάγοντες ... Κατά την επιχείρηση του προσπεράσματος του εν λόγω αυτοκινήτου, ο οδηγός της απώλεσε τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας και συγκρούσθηκε πλευρικά με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, ήτοι η αριστερή πλευρά του με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά (εμπρόσθια δεξιό καθρέφτη, φτερό) του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Εξαιτίας της σφοδρής σύγκρουσης, η δίκυκλη μοτοσικλέτα εκτράπηκε προς τα δεξιά της, ανετράπη και μαζί με τον οδηγό της προσέκρουσαν σε μεταλλικό τηλεφωνικό θάλαμο, ο οποίος καταστράφηκε και στη συνέχεια σε μεταλλικό στύλο προειδοποιητικού φωτεινού σηματοδότη επί του δεξιού πεζοδρομίου, ακολούθως, η δίκυκλη μοτοσικλέτα σύρθηκε για ...-...

μέτρα ολισθαίνοντας διαγωνίως, προς τα αριστερά, επί του οδοστρώματος, ώσπου ακινητοποιήθηκε αριστερά επί του οδοστρώματος, μετά την έξοδο από το τούνελ (βλ. ......). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά την είσοδό του στην αριστερή στροφή τροχοπέδησε ελαφρώς το όχημά του με αποτέλεσμα να υπάρξει μικρή μείωση της ως άνω ταχύτητάς του, κατά δε, τη στιγμή της σύγκρουσης κινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον ίση και όχι μεγαλύτερη εκείνης της μοτοσικλέτας (...

χιλ./ώρα) καθόσον τα δύο οχήματα κινούνταν παράλληλα. Συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος αμφότερα τα εμπλεκόμενα οχήματα υπέστησαν υλικές ζημίες, ενώ ο οδηγός του δίκυκλου οχήματος τραυματίστηκε πολύ βαριά. Ο ανωτέρω διακομίστηκε με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β στο ... όπου λίγη ώρα αργότερα (ώρα ...), απεβίωσε συνεπεία βαρέων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και πολλαπλών κακώσεων σώματος ...

Η ανωτέρω σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθόσον δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός σε ανάλογη περίσταση. Ειδικότερα: α) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον έλεγχο του δίκυκλου σχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ΚΟ.Κ), β) δεν ρύθμισε την ταχύτητά του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε, την αριστερή καμπύλη της οδού, εντός του τούνελ στο οποίο κινείτο καθώς και την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου που κινείτο σταθερά επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, ώστε να είναι σε θέση να μειώσει αποτελεσματικά και με ασφάλεια την ταχύτητά του, μπροστά από κάθε προβλεπτό εμπόδιο (παράβαση άρθρου 19 παρ. 2.

Κ.Ο.Κ), γ) οδηγούσε συνεχώς με ταχύτητα μεγαλύτερη από την ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα των ... χιλ./ ώρα που καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-32), ήτοι με ταχύτητα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης τουλάχιστον ... χιλ./ ώρα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (παράβαση διάταξης άρθρου 20 παρ. 1 Κ.Ο.Κ) και δ) αν και όφειλε να οδηγεί εντός των ορίων της μίας, εκ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας που υπάρχει εντός του τούνελ, αυτός επιχείρησε αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας και ακολούθως υπέρβαση του ως άνω αυτοκινήτου, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς κίνδυνο των λοιπών που χρησιμοποιούν την οδό και στην προκειμένη περίπτωση του εναγομένου οδηγού, ήτοι, κινήθηκε με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, διαγωνίως από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στην αριστερή στην οποία κινείτο το αυτοκίνητο του εναγομένου, χωρίς να αφήσει στο άνω όχημα που προσπερνούσε παραπλεύρως αρκετό χώρο, με συνέπεια, όλων των ανωτέρω, και ιδίως της ως άνω αυξημένης ταχύτητάς του, να απωλέσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, η οποία λόγω της ελάχιστης πλευρικής τους απόστασης, κατά τα ανωτέρω, συγκρούσθηκε με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο (παράβαση διατάξεων 16 παρ. 2, 3 και 4, 21 παρ. 1 και 17 παρ. 5 Κ.Ο.Κ).

Στην ως άνω αμελή οδηγητική του συμπεριφορά συνέβαλε και το γεγονός ότι, οδηγούσε ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος (... gr/Ι η περιεκτικότητα στο αίμα του, ..., με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί η αντιληπτική του ικανότητα και τα αντανακλαστικά του, ώστε να μη δύναται να οδηγήσει με ασφάλεια και σύμφωνα με τον Κ.Ο.Κ.

Η μέθη αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος καθόσον, περιόρισε σημαντικά τις πνευματικές και σωματικές του ικανότητες για ασφαλή οδήγηση. Περαιτέρω, το γεγονός ότι υπήρξε πλευρική σύγκρουση των δύο ως άνω οχημάτων ήτοι, επαφή της αριστερής πλευράς της μοτοσικλέτας με την δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου αποδεικνύεται από το ότι, η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου φέρει ίχνη χρώματος μπλε, κόκκινου και λευκού, όμοιων με τα χρώματα της μοτοσικλέτας.

Συγκεκριμένα στην εξωτερική άκρη του πλαστικού του εμπρός δεξιού εξωτερικού καθρέπτη του ΙΧΕ αυτοκινήτου, υπάρχει πλευρική τριβή με ίχνη μπλε χρώματος και επάνω στο εμπρός δεξιό φτερό του υπάρχουν ίχνη τοπικού βαθουλώματος και ίχνη πλευρικής τριβής κόκκινου χρώματος. Τα ανωτέρω ίχνη μετρήθηκαν από τον άνω πραγματογνώμονα Γ..

Μ., σε ύψος και θέση και συμφωνούν ότι προέρχονται από την πλευρική επαφή με την αριστερή πλευρά του δίκυκλου. Αντιθέτως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, καθόσον οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα περί τα ...

χιλιόμετρα ανά ώρα κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Τούτο διότι, αποδείχτηκε μεν, ότι κινείτο με ταχύτητα, μεγαλύτερη από την ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα των ... χιλιομέτρων ανά ώρα (ήτοι, σύμφωνα με την καταγραφή των τεσσάρων (4) καμερών διαχείρισης κυκλοφορίας, όπως και ανωτέρω εκτίθεται, αρχικά κινείτο με ταχύτητα ... - ...

χιλιόμετρα ανά ώρα και ακολούθως κατά την είσοδό του στην αριστερή στροφή τροχοπέδησε ελαφρώς το όχημά του με αποτέλεσμα να υπάρξει μικρή μείωση της ταχύτητάς του) κατά δε, τη στιγμή της σύγκρουσης κινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον ... χιλ./ ώρα, όση δηλαδή και της δίκυκλης μοτοσικλέτας και όχι μεγαλύτερη αυτής, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, καθόσον κινούνται παράλληλα όπως φαίνεται και από το ως άνω βιντεοληπτικό υλικό και τις φωτογραφίες και συνεπώς δεν μπορούσε αυτό να έχει μεγαλύτερη ταχύτητα.

Όμως, παρόλο που κινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης, δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια της ταχύτητάς του με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, δεδομένου ότι το εν λόγω αυτοκίνητο κινείτο συνεχώς στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και μάλιστα πλησίον του σημείου σύγκρουσης αποδεικνύεται ότι αυτό έχει πλησιάσει και κινείτο στο άκρο αριστερό τμήμα της οδού, όπως φαίνεται και από το ως άνω βιντεοληπτικό υλικό και τις φωτογραφίες και δεν αποδεικνύεται, ότι πραγματοποίησε κάποιο ελιγμό προς τα δεξιά, με συνέπεια αυτό να προσκρούσει στη μοτοσικλέτα, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Θα πρέπει να σημειωθεί, πως το γεγονός ότι ο εναγόμενος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου καταδικάσθηκε πρωτοδίκως για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε φυλάκιση ... μηνών με την ... απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, καθόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν δεσμεύουν το πολιτικό δικαστήριο...." Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, ομοίως, απέρριψε την αγωγή των τελευταίων δεχόμενο έστω και με διαφορετική αιτιολογία, αποκλειστική υπαιτιότητα του Ν.

Α., οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, διέλαβε αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν (άρθρα 330 και 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 12 παρ. 1, 17 παρ. 8α του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή αποκλειστικής υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα Ν.

Α. οδηγού, της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που κατ' αιτιώδη συνάφεια συνετέλεσε στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και συγκεκριμένα ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, εισερχόμενος στο τούνελ, κινείτο αρχικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτού και ακολούθως, πλησιάζοντας στην ευθεία, που προηγείται της αριστερής στροφής, ακολούθησε σταδιακά διαγώνια πορεία και άρχισε να κατευθύνεται προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου την ίδια στιγμή κινείτο το ως άνω Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, καταλαμβάνοντας το δεξιό τμήμα της, ο δε θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας φθάνοντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας επί 5 δευτερόλεπτα κινήθηκε παράλληλα με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, στη δεξιά πλευρά του, και σε απόσταση μικρότερη από 70 εκ.

από αυτό, το οποίο επεχείρησε να προσπεράσει, με ταχύτητα τουλάχιστον ... χιλ./ώρα, κατά τη στιγμή δε που επιχειρούσε να προσπεράσει το αυτοκίνητο, αυτός απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πλευρικά με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, και ειδικότερα η αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας συγκρούσθηκε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά (εμπρόσθια δεξιό καθρέφτη, φτερό) του ΙΧΕ αυτοκινήτου, εξαιτίας δε της σφοδρότητας της σύγκρουσης, η δίκυκλη μοτοσικλέτα, αφού εξετράπη προς τα δεξιά, ανετράπη και μαζί με τον οδηγό της προσέκρουσε αρχικά σε μεταλλικό τηλεφωνικό θάλαμο και στη συνέχεια σε μεταλλικό στύλο προειδοποιητικού φωτεινού σηματοδότη επί του δεξιού πεζοδρομίου, ο δε οδηγός της σύρθηκε για ...-...

μέτρα, ολισθαίνοντας διαγωνίως προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε αριστερά επί του οδοστρώματος, μετά την έξοδο από το τούνελ. Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ελλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλομένης πλήττουν ανεπιτρέπτως (561 εδ. 1 ΚΠολΔ) την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν "αιτιολογία", στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη.

Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει στην πλημμέλεια της ως άνω διάταξης, αν, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, δεν λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαφορετικά, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008). (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) (Ολ.

ΑΠ 42/2002, ΑΠ ...5/2005, 1874/2008), ούτε επιβάλλεται η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Περαιτέρω, προϋπόθεση για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου), είναι η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος-λάθους "στην ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου.

Αντίθετα, ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν αυτός αναφέρεται στην εκτίμηση, από το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας, του περιεχομένου του εγγράφου, προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο, το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων (ΑΠ 438/2021, ΑΠ 295/2018). Εξάλλου, οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.

Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφενός πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό και αφετέρου από τον αρ. 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το ίδιο έγγραφο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 281/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες η πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 γ' και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, αφενός για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο μεταξύ των οποίων ειδικότερα:

α) την ένορκη προανακριτική κατάθεση της συζύγου και συνοδηγού του πρώτου εναγομένου, η οποία αναφέρει ότι ο πρώτος εναγόμενος "... δεν αντιλήφθηκε καθόλου οποιαδήποτε κίνηση της μοτοσυκλέτας παρά μόνο έναν ελαφρύ θόρυβο..", β) το προανακριτικό υπόμνημα του πρώτου εναγομένου, που αναφέρει "...πιθανώς να ήλθαμε σε επαφή...", εννοώντας την μοτοσυκλέτα και ότι σε κάθε περίπτωση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και γ) την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και αφετέρου ότι εσφαλμένα ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά.

Οι σωρευτικώς όμως ασκούμενες από τους αριθμούς 11 περ. γ' και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες ως αντιφατικές, καθόσον δε νοείται το δικαστήριο να παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και παράλληλα να μην τα έλαβε υπόψη. Εξάλλου, και αν ακόμη θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του λόγου αυτού ότι διατυπώνεται επικουρικότητα των ως άνω αποδιδομένων πλημμελειών, τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσο και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τους αναιρεσείοντες, με την επισήμανση, ακόμη, ότι στην προσβαλλόμενη γίνεται ειδική μνεία της καταδικαστικής απόφασης του Ποινικού Δικαστηρίου, ενώ τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς τούτο ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του, η αιτίαση δε, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, σχετικά με την επικαλούμενη πλημμέλεια εκ του αρ. 20, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση και την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου αυτού για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα.

Υπό τα ανωτέρω, ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη αυτού. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από ... αίτηση για αναίρεση της υπ'αρ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των ... ευρώ, για έκαστο εξ' αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ