Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of substantive claim in the original lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a second-instance court decision regarding a debt dispute involving a bank. The appellants argued procedural errors and alleged substantive breaches of duty by the bank, but the court found no actual claim for contractual liability existed in the original lawsuit. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as it lacked a substantive basis affecting the case outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds raised do not constitute a substantive claim in the original lawsuit and do not affect the outcome of the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 404 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 404/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Γ. και 2) Α. Π. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 18-10-2016 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 13-3-2017 πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3896/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α` , 287, 289 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος και έχει ως συνέπεια ότι είναι άκυρη κάθε διαδικαστική πράξη, εκτός από την έκδοση της απόφασης, αν γίνει μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 266/2021).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 288 του ιδίου κώδικα, που ορίζει ότι στην περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286, που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους, συνάγεται ότι, αντίθετα, επί απλής ομοδικίας, η δίκη συνεχίζεται κανονικά για τους λοιπούς ομοδίκους και διακόπτεται μόνο για τον απλό ομόδικο, στον οποίο αφορά ο λόγος διακοπής, σχέση δε αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1101/1993).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, προς τον οποίο η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερόμενου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1059/2019, ΑΠ 1054/2014), υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο απολειπόμενος αναιρεσείων είτε επισπεύδει αυτός εγκύρως τη συζήτηση είτε έχει κλητευθεί νόμιμα, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1269/2019, ΑΠ 240/2014, ΑΠ 1852/2007).
Σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 4/1994, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 60/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στο οποίο περιλαμβάνεται 1) η από 13/10/2020 παραγγελία του καταθέσαντος την αίτηση αυτή πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Νικολάου Ντέσκα προς αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να επιδώσει την αίτηση στην αναιρεσίβλητη, με κλήση αυτής να παραστεί στην συζήτησή της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 31/5/2021 και 2) η από 14/10/2020 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι.
Κ., από την οποία αποδεικνύεται ότι αυτός εκτέλεσε την ανωτέρω παραγγελία και επέδωσε την αίτηση αναίρεσης στην αναιρεσίβλητη με κλήση για συζήτησή της στις 31/5//2021, συνάγεται ότι η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης γίνεται με επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Αυτοί, όπως προκύπτει από τα ευρισκόμενα στον φάκελο της δικογραφίας ειδικά πληρεξούσια υπ.
αριθμ. ... της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Αττικής Ευαγγελίας Καραλάκη και υπ. αριθμ. ... του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στην πόλη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Κωνσταντίνου Κούτρα, αντιστοίχως, ενέκριναν την ασκηθείσα στις 7/6/2019 από τον ανωτέρω δικηγόρο Νικόλαο Ντέσκα ένδικη αίτηση αναίρεσης και του περέσχον την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προσδιορίσει δικάσιμο της αίτησης αυτής ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και να παραστεί κατά την δικάσιμο, που θα οριστεί.
Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 24/31-5-2021 πρακτικό συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης στις 31/5/2021, εμφανίστηκε ο ανωτέρω καταθέσας την αίτηση αναίρεσης πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων και αφού προσκόμισε την υπ' αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου ..., από την οποία αποδεικνύεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 20/3/2021, δήλωσε την επελθούσα βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, ενώ, στην συνέχεια, εκπροσωπώντας την δεύτερη αναιρεσείουσα, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, το οποίο έγινε δεκτό από το δικαστήριο και αναβλήθηκε η υπόθεση για την δικασιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (14/11/2022).
Στην δικάσιμο αυτή δεν εμφανίστηκαν ούτε οι κληρονόμοι του πρώτου αναιρεσείοντος, για να επαναλάβουν την διακοπείσα ως προς αυτόν δίκη, ούτε η δεύτερη αναιρεσείουσα. Από την παραδεκτή επισκόπηση της επίδικης αγωγής των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτοί ζητούν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει, λόγω αδικοπραξίας, διακριτό ποσό αποζημίωσης σε έκαστο τούτων και συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, αυτοί συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας και γι' αυτό με τον θάνατο του πρώτου αναιρεσείοντος η δίκη διακόπηκε μόνο ως προς αυτόν.
Επομένως, αφού η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, που είχε ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο και ο ίδιος δήλωσε νόμιμα την βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, λόγω θανάτου του, η δε δίκη αυτή δεν επαναλήφθηκε νόμιμα, θα πρέπει να χωρισθεί η δίκη ως προς τον πρώτο αναιρεσειοντα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς αυτόν, ενώ ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίστηκε στη τελευταία αυτή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (14/11/2022), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της, δικάζοντας σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), αφού και η ίδια επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 31/5/2021 και η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Στο άρθρο 82 εδ. α'και γ'ΚΠολΔ ορίζεται ότι "όποιος προσθέτως παρεμβαίνει έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που επιτρέπονται στη δίκη, προς το συμφέρον εκείνου, για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρέμβασής του" (εδ.
α') και ότι "αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σ' εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση"(εδ.γ'). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 110 παρ.2 ΚΠολΔ "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμα και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου".
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απευθύνεται κατ` αρχήν η αναίρεση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, ο προσθέτως παρεμβάς, όμως, πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.
Η κλήτευση αυτή επιβάλλεται γιατί και ο προσθέτως παρεμβαίνων είναι ανάγκη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, καθόσον, χωρίς την κλήτευσή του, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, σε αντίθετη δε περίπτωση η συζήτηση της τελευταίας κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 436/2016, ΑΠ 1282/2013), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη, οπότε ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013), το δε απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 813/2020, ΑΠ 447/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 232/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, που στρεφόταν τόσον κατά της αναιρεσίβλητης, όσον και κατά της προσθέτως υπέρ αυτής και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβάσας πρωτοδίκως ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 3896/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ανωτέρω πρόσθετη παρέμβαση και ως μη νόμιμη η από 26/9/2011 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ),δεν απαιτείται δε και επίδοση κλήσης στην προσθέτως παρεμβάσα, υπέρ της αναιρεσίβλητης, εταιρεία, για να παραστεί αυτή στην συζήτηση της αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε, γιατί η πρόσθετη παρέμβαση έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη και συνεπώς η προσθέτως παρεμβάσα δεν είναι πλέον διάδικος.
Για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Η κατάχρηση δικαιώματος, η οποία απαγορεύεται από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη και συνεπώς εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση σε αποζημίωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 425/2014).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 601/2022). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.
Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.
Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017).
Εξάλλου, η στο ιδιωτικό δίκαιο ιδιάζουσα σημασία των συμβάσεων προκύπτει ιδίως από το άρθρο 361 ΑΚ, κατά το οποίο για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Κάθε δε πρόσωπο, που έχει την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, έχει την εξουσία, με τη μορφή της φυσικής ευχέρειας, να συνάπτει ενοχικές, εμπράγματες ή άλλου είδους συμβάσεις με τρίτους ή να μη συνάπτει τέτοιες συμβάσεις ή και να αποκρούει τη σύναψή τους.
Η εξουσία αυτή αποτελεί έκφανση του, κατ`άρθρο 5 παρ. 1, του Συντάγματος, ατομικού δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας με ελεύθερη επαγγελματική και κοινωνική δράση και από τη φύση της δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο άρθρο προϋποθέτει άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος που παρέχεται στο δικαιούχο από θετική διάταξη του δικαίου και αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος(ΑΠ 167/1998).
Σε περίπτωση ζημίας λόγω απόκρουσης κατάρτισης σύμβασης, που δεν εμπίπτει στο άρθρο 281 ΑΚ, ο ζημιωθείς, του οποίου δεν έγινε δεκτή η πρότασή του για την κατάρτιση της σύμβασης, δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία της στον οφειλέτη, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017).
Το ίδιο ισχύει και επί της εκχωρήσεως που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στη μορφή αυτή εκχωρήσεως αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο, που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτό.
Έτσι, και στην περίπτωση αυτή, ο εκχωρητής απαραδέκτως ασκεί κατά του οφειλέτη αγωγή με την οποία επιδιώκει να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον εκδοχέα την απαίτηση (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 114/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 458 ΑΚ με μόνη την εκχώρηση της απαίτησης μεταβιβάζονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα, που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και τα προνόμια, τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση συνδέονται με την φύση της απαίτησης ή της εγγύησης.
Η μεταβίβαση αυτή γίνεται αυτοδικαίως κατά παρακολουθηματικό τρόπο με μόνη την εκχώρηση, χωρίς να απαιτείται σχετική μνεία σε αυτήν (ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 1109/2020)). Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του Ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου", είτε απλού, είτε επ` ανοικτώ λογαριασμώ, β) ...". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως ...". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2.
Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη".
Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις (ΑΠ 127/2020, ΑΠ 4/2020).
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαιτήσεως συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαιτήσεως, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαιτήσεως, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.
Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 1447/2018), συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής, η οποία και της μεταβιβάζεται και συνεπώς η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 376/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 422/2018).
Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ. α`, 1235 αριθμ. 1, 1243 αριθμ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1883/2014, 1388/2010 ΑΠ 512/2008).
Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζει κανόνα που προσδιορίζει τον τρόπο εκπληρώσεως της παροχής.
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ο εκδοχέας -δανειστής του άρθρου 39 παρ. 1 του ΝΔ 17.7/13.8.1923, επιδιώκοντας την ικανοποίησή του από την ενεχυρασθείσα απαίτηση, οφείλει έναντι του ενεχυραστή- εκχωρητή της απαίτησης να επιδείξει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρα 288, 330 του ΑΚ), η δε παράβαση των υποχρεώσεών του συνιστά αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων και τον καθιστά υπόχρεο να αποκαταστήσει τη ζημία που τυχόν υπέστη ο εκχωρητής από την παράβαση αυτή (ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1168/15), τέτοια δε υποχρέωση αυτονοήτως δεν έχει και κατά του οφειλέτη της εκχωρηθείσας απαίτησης, αφού δεν προβλέπεται στις ανωτέρω διατάξεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 26/9/2011 αγωγή τους, στην οποία εκθέτουν ότι είναι κύριοι 4.582.637 ονομαστικών μετοχών εκδόσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
οι οποίες διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος τούτων είναι κύριος 3.356.935 μετοχών, η δε δεύτερη είναι κυρία 1.225.702 μετοχών. Ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 21/16-6-2005 απόφασης Διαιτητικού Δικαστηρίου υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "...", το ποσό των 16.021.231,26 ευρώ, ως αποζημίωση, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, και το ποσό των 350.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από 27-10-2004, αφού προηγουμένως, δυνάμει της υπ' αριθ. 2663/2003 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εταιρεία "..." είχε επιβάλει, από την 1-7-2003, συντηρητική κατάσχεση στις παραπάνω μετοχές τους με αποτέλεσμα να στερηθούν εντελώς το δικαίωμα διάθεσης αυτών.
Ότι, στις 13-06-2006, η εταιρεία "..." σύναψε σύμβαση κοινοπρακτικού δανείου ποσού 80.826.544 ευρώ με την αναιρεσίβλητη, η οποία ενεργούσε, τόσο για λογαριασμό της όσο και ως διαχειριστής-αντιπρόσωπος και για λογαριασμό των λοιπών κοινοπρακτουσών τραπεζών, και δη της "...", στο πλαίσιο του οποίου της χορηγήθηκε ως δάνειο το ανωτέρω ποσό των 80.826.544 ευρώ, και ότι, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων των κοινοπρακτουσών τραπεζών, η εταιρεία "..." σύναψε με την αναιρεσίβλητη, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές της, την από 13- 06-2006 σύμβαση παροχής ενεχύρου - εκχωρήσεως απαιτήσεων κατά το Ν.Δ. 17-7/13-8-1923, που αναγγέλθηκε στους αναιρεσείοντες στις 16-06-2006, δυνάμει της οποίας η εταιρεία "..." εκχώρησε τις κάθε φύσεως απαιτήσεις της σε βάρος τους, μέχρι του ποσού των 16.000.000 ευρώ, στην αναιρεσίβλητη, ως διαχειριστή του κοινοπρακτικού δανείου και για λογαριασμό των κοινοπρακτουσών τραπεζών, κατά το ποσοστό συμμετοχής κάθε τράπεζας στο κοινοπρακτικό δάνειο, συμφωνήθηκε δε, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρεία "..." συνενεχυριάζει στον διαχειριστή του κοινοπρακτικού δανείου και τα παρεπόμενα δικαιώματα της, που ασφαλίζουν τις παραπάνω απαιτήσεις καθώς και τα προνόμια της στην αναγκαστική εκτέλεση, κατ' άρθρο 458 ΑΚ.
Ότι στις 11-07-2007 υποβλήθηκε από την εταιρεία "... που είχε αποκτήσει ποσοστό 47,37 % του συνολικού καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου και των δικαιωμάτων ψήφου της εταιρείας "...", δημόσια πρόταση αγοράς των κοινών ονομαστικών μετοχών της, με τιμή εξαγοράς 1,67 ευρώ ανά μετοχή και καταληκτική ημερομηνία αποδοχής της δημόσιας πρότασης από τους μετόχους της εταιρείας "...", την 10η -09-2007.
Ότι πριν την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, με την από 28-08-2007 (όπως παραδεκτώς η κρινόμενη αγωγή διορθώθηκε, ως προς την ημερομηνία της εξώδικης πρόσκλησης), εξώδικη πρόσκληση, που απηύθυναν προς την αναιρεσίβλητη, κάλεσαν την τελευταία να προβεί, σε κάθε νόμιμη ενέργεια προκειμένου να γίνει αποδεκτή η παραπάνω δημόσια πρόταση και να διατεθούν οι μετοχές τους στην προκαθορισμένη τιμή των 1,67 ευρώ η μία , προτείνοντας μάλιστα το τίμημα από την πώληση των μετοχών να τεθεί υπό μεσεγγύηση.
Ότι η αναιρεσίβλητη - παρά το γεγονός ότι η εταιρεία "..." συναινούσε στην αποδοχή της πρότασης - ουδέν έπραξε, με αποτέλεσμα να παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία, έκτοτε δε η μετοχή της εταιρείας "..." σημείωσε ραγδαία πτώση και σήμερα παρουσιάζει μηδενική αξία. Ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία ήταν η μόνη αρμόδια, ως εκδοχέας της προαναφερόμενης απαίτησης της εταιρείας "..." και δικαιούχος της δεσμευτικότητας, που απέρρεε από τη συντηρητική κατάσχεση των μετοχών, να συναινέσει ώστε να γίνει αποδεκτή η παραπάνω δημόσια πρόταση αγοράς των μετοχών, παράνομα και υπαίτια, και δη εκ προθέσεως, και με τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, τους ζημίωσε, με την άρνησή της να συναινέσει.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής τους, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να αποκαταστήσει τη ζημία τους, καταβάλλοντάς τους, στον μεν πρώτο τούτων το ποσό των 5.606.081,40 ευρώ (= 3.356.935 μετοχές X 1,67 ευρώ), στη δε δεύτερη τούτων το ποσό των 2.046.922,30 ευρώ (= 1.225.702 μετοχές X 1,67 ευρώ), άλλως το συνολικό ποσό των 5.957.742,81 ευρώ (= 4.582.637 μετοχές X 1,30 ευρώ [διαφορά της τιμής εξαγοράς της μετοχής, από την τιμή της μετοχής κατά τον χρόνο σύνταξης της αγωγής]), και συγκεκριμένα στον μεν πρώτο, το ποσό των 4.364.015,50 ευρώ (= 3.356.935 μετοχές X 1,30 ευρώ), στη δε δεύτερη, το ποσό των 1.593.412,60 ευρώ (= 1.225.702 μετοχές X 1,30 ευρώ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Η αγωγή αυτή κρίθηκε μη νόμιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία επικύρωσε την εκκληθείσα από τους αναιρεσείοντες πρωτόδικη απόφαση, που είχε επίσης κρίνει ομοίως, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητη).
Ειδικότερα, η σιωπηρή άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην πώληση των μετοχών των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), αποτελούσε φυσική ευχέρεια της εναγόμενης και δεν ήταν απόρροια κάποιας προηγούμενης δεσμεύσεως ή υποσχέσεώς της, και ως εκ τούτου, η άρνηση καταρτίσεως αυτής της συμφωνίας δεν εμπίπτει στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Επιπρόσθετα, ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 919 του ΑΚ, που επικαλούνται οι ενάγοντες συντρέχουν, αφού η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά (παράλειψη) της εναγόμενης, δεν ενέχει, σύμφωνα με τις αντιλήψεις, του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, αντίθεση στα χρηστά ήθη, ειδικά μάλιστα λαμβανομένου υπόψη ότι η πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών των εναγόντων συντελέστηκε (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή), σε μεταγενέστερο χρόνο, αφού δηλαδή είχε ήδη λήξει η προθεσμία για την αποδοχή της δημόσιας πρότασης.
Επιπλέον στην υπό κρίση αγωγή, δεν γίνεται μνεία, αφενός μεν ότι η πτώση της τιμής των μετοχών ήταν λίαν πιθανή και αντικειμενικά προβλέψιμη, αφετέρου δε ότι η χορήγηση συναίνεσης για εκποίηση των μετοχών δεν θα ήταν επιβλαβής για την ίδια την εναγόμενη. Το αναφερόμενο στην αγωγή γεγονός, ότι η ραγδαία πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών των εναγόντων, συντελέστηκε αφού είχε λήξει η προθεσμία για την αποδοχή της δημόσιας πρότασης, χωρίς επιπλέον αναφορά ότι η πτώση της αξίας τους ήταν πιθανή ή προβλέψιμη, αναιρεί, κατ' ουσίαν, την ύπαρξη του αυξημένου βαθμού υπαιτιότητας, που απαιτείται ως προϋπόθεση, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ, και δη της επαγωγής της ζημίας εκ προθέσεως, ως προς την οποία οι ενάγοντες στην αγωγή τους αρκούνται σε γενική και αόριστη αναφορά και στην απλή διατύπωση του νόμου, χωρίς άλλη εξειδίκευση.
Εξάλλου, η περιγραφόμενη στην αγωγή παράλειψη της εναγόμενης δεν είχε την ικανότητα να οδηγήσει στην ζημία που επικαλούνται οι ενάγοντες ότι υπέστησαν, με βάση τα υφιστάμενα τότε δεδομένα, αφού η ζημία αυτή, λαμβανομένης υπόψη της ιδιομορφίας της συγκεκριμένης περίπτωσης, συνδέεται με το τυχαίο περιστατικό που συντελέστηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι αυτό της πτώσης της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η συμπεριφορά της εναγομένης, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνδέεται, κατά τρόπο πρόσφορο με τη ζημία των εναγόντων, ούτε άλλωστε κάτι τέτοιο εκθέτουν με σαφήνεια οι ενάγοντες στην υπό κρίση αγωγή. Επιπλέον η περιγραφόμενη στην αγωγή παράλειψη της εναγόμενης, από μόνη της, δεν ήταν ικανή και δεν μπορούσε κατ' αντικειμενική κρίση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, και, επομένως, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της παραλείψεως ταύτης και ζημίας που επικαλούνται οι ενάγοντες ότι υπέστησαν.
Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας του άρθρου 914 του ΑΚ ήτοι, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, αλλά και ούτε του άρθρου 919 του ΑΚ, ήτοι της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, από την οποία προκλήθηκε ζημία, ηθελημένη, στους ενάγοντες κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώσουν το αγωγικό αίτημα, για αναγνώριση αξιώσεως αποζημίωσης, κατά της εναγόμενης".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 330, 297 και 298 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1224 εδ. α', 1235 αρ. 1, 1243 αρ. 1 και 1256 του ίδιου Κώδικα, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται υποχρέωση αυτής για καταβολή αποζημίωσης στην (δεύτερη) αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι μόνη, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, η επικαλούμενη άρνηση της αναιρεσίβλητης, ως διαχειρίστριας όχι μόνον του δικού της δανείου, αλλά και του δανείου που είχαν χορηγήσει κοινοπρακτικώς και οι λοιπές Τράπεζες στην εταιρεία ..., να συναινέσει στη διάθεση στην εταιρεία ...
των αναφερόμενων μετοχών της ενεχυράστριας εταιρείας ..., οι οποίες ανήκαν στην (δεύτερη) αναιρεσείουσα και των οποίων μετοχών είχε διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση, δυνάμει της υπ' αρ. 2663/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς εξασφάλιση της ενεχυριασθείσας - εκχωρηθείσας στις δανείστριες τραπεζικές εταιρείες απαίτησης της εταιρείας ...
κατά της δεύτερης αναιρεσείουσας, που πήγαζε από την υπ' αρ. 21/2005 διαιτητική απόφαση, δεν στοιχειοθετεί παράνομη πράξη, υπό την έννοια ότι αντίκειται είτε σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου είτε στις επιταγές της εννόμου τάξεως, ούτε πρόκειται για συμπεριφορά καταχρηστική, ως ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, ή αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή αντίθετη στις αντιλήψεις του, κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και με φρόνηση σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που μπορούσε να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και συνεπώς πρόσφορη αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αλλά αποτελεί νόμιμη ενέργεια της αναιρεσίβλητης προς διαφύλαξη της εκχωρηθείσας σ' αυτή απαίτησης της ενεχυριάστριας, προς προάσπιση των συμφερόντων τόσον της ίδιας και των λοιπών δανειστριών τραπεζών, όσο και της ενεχυριάστριας εταιρείας ..., αφού η πώληση των μετοχών της (δεύτερης) αναιρεσείουσας στην εταιρεία ..., θα αποστερούσε τις ανωτέρω εταιρείες από ένα κρίσιμο εξασφαλιστικό στοιχείο της απαίτησης, δηλαδή τη συντηρητική κατάσχεση των μετοχών της δεύτερης αναιρεσείουσας, η οποία μάλιστα, με την από 28/8/2007 αίτησή της προς την αναιρεσίβλητη, δεν πρότεινε τη μερική εξόφληση της κατ' αυτής εκχωρηθείσας απαίτησης από το τίμημα της πωλήσεως των μετοχών της, αλλά μόνον τη θέση του τμήματος αυτού υπό μεσεγγύηση.
Επομένως, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, πρέπει οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, και δεύτερος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τον αρ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης, η (δεύτερη) αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη και τον προταθέντα με την αγωγή της πραγματικό ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη, με την ιδιότητα της ενεχυρούχου δανείστριας, στην οποία είχαν εκχωρηθεί και τα παρεπόμενα δικαιώματα, που ασφαλίζουν την ενεχυρασθείσα - εκχωρηθείσα απαίτηση, είχε συμβατική υποχρέωση και έναντι της ίδιας να διαφυλάξει την απαίτηση, την οποία υποχρέωση παρ' όλα αυτά παρέβη, αρνούμενη να συναινέσει στην πώληση των υπό συντηρητική κατάσχεση μετοχών της στην εταιρεία ....
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι σε αυτήν δεν υπήρχε πραγματικός ισχυρισμός περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης λόγω της ανωτέρω άρνησης της. Ανεξαρτήτως αυτού, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι περιεχόταν ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός στην αγωγή, αυτός σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη είναι μη νόμιμος, γιατί τέτοια υποχρέωση διαφύλαξης της απαίτησης η αναιρεσίβλητη, ως ενεχυρούχος δανείστρια και εκδοχέας της απαίτησης, έχει μόνον έναντι της ενεχυριάστριας - εκχωρήτριας της απαίτησης, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση την εταιρεία ...
και όχι και κατά της οφειλέτη της απαίτησης δεύτερης αναιρεσείουσας. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω ισχυρισμός, μη ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια και, συνεπώς, ο παραπάνω πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην δεύτερη αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 6-6-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 232/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει την ίδια αίτηση αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα Α. Π..
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ