404/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7691/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1400/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated404/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν, την από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, (αρθ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) προβλεπόμενη δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (αρθ. 576 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 404 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 404/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τουρκικής Ανώνυμης Εταιρείας Βιομηχανικής και Εμπορικής Υφαντουργίας με την επωνυμία "... A.S." (... Α.Ε.) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Δ., 2) Π. Β. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7691/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1400/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/10/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις, μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα προσκομιζόμενες, υπ' αριθμ. .../1-12-2017 εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης Σ. Λ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση, [από 9-10-17 και με αριθμ. καταθ. 238/2017] αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο, επιδόθηκε από την, επισπεύδουσα την τελευταία, αναιρεσείουσα, νομοτύπως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους.
Εφόσον όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν, την από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, (αρθ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) προβλεπόμενη δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (αρθ. 576 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 216 εδ. α' ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επιδίκου σχέσεως, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Η αναγραφή των περιστατικών αυτών είναι απαραίτητη για να μπορέσει ο μεν εναγόμενος ν' αμυνθεί, το δε Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και κατά συνέπεια απορριπτέα ως απαράδεκτη, η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου,
ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διορθώσεως ή συμπληρώσεως από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 971/2013, ΑΠ 1425/2010, ΑΠ 1616/2007). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 713 και 719 ΑΚ συνάγεται ότι με την σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και να αποδώσει σ' αυτόν κάθε τι που απέκτησε από την εκτέλεσή της.
Η σύμβαση της εντολής δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συναφθεί ακόμη και προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (ΟλΑΠ 104/1975). Δεν αποκλείεται ωστόσο να συμφωνηθεί αμοιβή για τον εντολοδόχο, όπως συμβαίνει και επί εμπορομεσιτείας, που μπορεί να συνδυαστεί με σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο εντολέας πληρεξουσιοδοτεί τον εντολοδόχο μεσίτη να συνάψει ο τελευταίος, έναντι προμηθείας, την κυρία σύμβαση (ΑΠ 473/2016) δηλαδή να αποδεχθεί αυτός στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του την προσφορά του αντισυμβαλλόμενου τρίτου, οπότε ο μεσίτης έχει την ιδιότητα του αμέσου αντιπροσώπου του μεσιτικού εντολέα.
Αντιθέτως, αν με την σύμβαση εντολής συμφωνηθεί να καταρτίσει ο εντολοδόχος την κυρία σύμβαση στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του μη εμφανισθέντος εντολέως, ήτοι να ενεργήσει ως παρένθετο πρόσωπο, τότε η, μεταξύ τρίτου και του εντολοδόχου - παρενθέτου προσώπου, καταρτισθείσα δικαιοπραξία είναι σοβαρή και όχι εικονική, έστω και αν ο τρίτος γνωρίζει ότι ο αντισυμβαλλόμενός του ενεργεί ως παρένθετο πρόσωπο, όμως τα αποτελέσματα από την δικαιοπραξία επέρχονται στο πρόσωπο του εμφανισθέντος εντολοδόχου - παρενθέτου προσώπου, ο οποίος υποχρεούται ενοχικώς να μεταβιβάσει τα, υπ' αυτού, κτηθέντα πράγματα στον μη εμφανισθέντα εντολέα, για λογαριασμό του οποίου ενήργησε (ΑΠ 946/2003).
Στην πρώτη περίπτωση (της αμέσου αντιπροσωπεύσεως) ο μεν εντολέας γίνεται αμέσως κύριος ή δικαιούχος των, κτηθέντων δυνάμει της εντολής, πραγμάτων, που μπορεί να είναι και χρήματα (ΑΠ 1646/2005), ο δε εντολοδόχος υποχρεούται σε απόδοση του αποκτηθέντος πράγματος (ΑΠ 1569/2012), το οποίο είναι ξένο ως προς αυτόν, εάν δε αρνηθεί την απόδοση και το ιδιοποιηθεί παρανόμως διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 2039/2014, ΑΠ 657/2011, ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 1992/2007, ΑΠ 1646/2005) και, βάσει των διατάξεων των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ, ευθύνεται σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του εντολέα, εφόσον βεβαίως υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παρανόμου και υπαίτιου συμπεριφοράς του εντολοδόχου και της ζημίας του εντολέως.
Στην δεύτερη περίπτωση (της εμμέσου αντιπροσωπεύσεως), κατά την οποία, ως προεκτέθη, τα αποτελέσματα από την δικαιοπραξία επέρχονται στο πρόσωπο του εμφανισθέντος (παρενθέτου προσώπου - εντολοδόχου), ο τελευταίος αποκτά την κυριότητα των, υπ' αυτού, κτηθέντων κινητών πραγμάτων (άρα και χρημάτων), ούτως ώστε να απαιτείται στη συνέχεια άλλη δικαιοπραξία μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου για να μεταβιβασθούν στον τελευταίο τα χρήματα που απέκτησε ο αντιπρόσωπος με την αρχική δικαιοπραξία, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 1034 ΑΚ (ΑΠ 946/2003).
Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 719, 914 επ. ΑΚ και 375 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι, στην ως άνω δεύτερη περίπτωση, αν ο εντολοδόχος αρνηθεί να αποδώσει το κινητό αυτό πράγμα (ή τα χρήματα) στον εντολέα και το παρακρατήσει, αθετεί απλώς την, εκ του άρθρου 719 ΑΚ, σχετική ενοχική υποχρέωσή του, προσβάλλοντας το αντίστοιχο ενοχικό δικαίωμα του εντολέα και δεν διαπράττει υπεξαίρεση και συνακόλουθα ούτε αδικοπραξία, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ (ΑΠ 1865/2009).
Ενόψει των προεκτεθέντων, όταν, κατά τις περί εντολής, διατάξεις, ο εντολέας ζητά από τον εντολοδόχο να του αποδώσει τα χρήματα που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη του εντολοδόχου τελεσθείσα δι' υπεξαιρέσεως των χρημάτων πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106, 111, 118 παρ.4, 216 παρ. 1 και 335 του ΚΠολΔ, για την διαδικαστική πληρότητα της ιστορικής βάσεως της αγωγής, να προσδιορίζονται σ'αυτήν, ευσυνόπτως και σαφώς, τα, προσδιοριστικά της σχέσεως της εντολής, στοιχεία, ήτοι τη σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενό της και το είδος της υποθέσεως που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, ειδικότερα δε ότι ο τελευταίος ενήργησε στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του, καθώς και ό,τι ο εντολοδόχος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 185/2015, ΑΠ 1122/2010, ΑΠ 663/1985).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας, για τη θεμελίωση της, περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΟλΑΠ
18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/12, ΑΠ 823, 825/2015, ΑΠ 1495/09). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με την έννοια, ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 14 και όχι 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη την κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα ένδικη αγωγή αποζημιώσεώς της εξ αδικοπραξίας, τελεσθείσας σε βάρος της από τους τελευταίους (υπεξαίρεση), δεχθείσα, εσφαλμένως αοριστία, απορρέουσα από την έλλειψη εξειδικεύσεως των θεμελιωτικών της επικαλουμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς [των αναιρεσιβλήτων] στοιχείων, παρόλο που από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προέκυπτε ότι διελαμβάνοντο σ' αυτό όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 713, 719, 914 ΑΚ, 375 ΠΚ και 216 ΚΠολΔ απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού (δικογράφου) στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του ενδίκου (από 3-6-2011) αγωγικού δικογράφου κατά των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα-ενάγουσα εξέθετε σ' αυτό τα ακόλουθα: "Αποτελώ Τουρκική Ανώνυμη Εταιρεία, με αντικείμενο την παραγωγή υφασμάτων και την κατασκευή και εμπορία ετοίμων ειδών ένδυσης.
Στα πλαίσια της δραστηριότητάς μου αυτής, συμβλήθηκα με την ελληνική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...) Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" και το διακριτικό τίτλο "... Ε.Π.Ε.", της οποίας διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι είναι οι αντίδικοι, η οποία εταιρία ασχολείται με εισαγωγές και εξαγωγές κάθε είδους εμπορευμάτων, την αντιπροσώπευση οίκων του εσωτερικού και εξωτερικού και την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων γενικά, ετικετών υφαντών, τυπωμένων και χάρτινων.
Ειδικότερα υπογράφηκε μεταξύ μας το από 01.03.2010 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκαν μεταξύ των άλλων ότι: α) εγώ, επιθυμώντας να χρησιμοποιήσω τις υπηρεσίες της εκπροσωπούμενης από τους αντιδίκους εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (στο εξής ... Ε.Π.Ε.), εξουσιοδότησα αυτήν, έναντι προμήθειας να μεσολαβεί, να διαπραγματεύεται και να αναζητά ευκαιρίες στις αγορές ενδυμάτων, με απώτερο σκοπό την επίτευξη πωλήσεων μεταξύ εμού και των εν δυνάμει αγοραστών (βλ.
άρθρο 1 του από 01.03.2010 Ιδιωτικού Συμφωνητικού), β) η προμήθεια της ... Ε.Π.Ε. θα ήταν ποσοστό επί της συνολικής αξίας των τιμολογίων που θα εξέδιδα, όταν πραγματοποιούνταν μία αγοραπωλησία. Για την εταιρεία "..." (...), η οποία σημειωτέον είναι εταιρεία που διατηρεί καταστήματα πώλησης ειδών ένδυσης, υπόδησης και αξεσουάρ σε όλο τον κόσμο, η προμήθεια συμφωνήθηκε σε ποσοστό κυμαινόμενο από 1 έως 7% (βλ.
άρθρο 3 του 01.03.2010 Ιδιωτικού Συμφωνητικού) και γ) η πληρωμή των προμηθειών της ... Ε.Π.Ε. θα ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από την ημέρα πραγματοποίησης της πώλησης και του εκδοθέντος τιμολογίου. Παρ' όλα αυτά, συμφωνήθηκε, ότι οι πληρωμές αυτές, για λόγους λογιστικής διευκόλυνσης και μόνο, θα εκκαθαρίζονταν και θα τακτοποιούνταν στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα (βλ.
άρθρο 4 του 01.03.2010 Ιδιωτικού Συμφωνητικού). Πράγματι, εγώ κατασκεύασα ενδύματα, συνολικής αξίας 1.205.161,30 Ευρώ, την πώληση των οποίων στην ... E.Π.Ε. ανέλαβε για λογαριασμό μου η τουρκική εταιρεία εξωτερικού εμπορίου με την επωνυμία "... A.S", που εδρεύει στη ... - Τουρκίας, συνοικία ..., Κτίριο της ... και εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει του από 31.12.2010 Συμφωνητικού Εξαγωγής με Μεσάζοντα που έχει υπογραφεί μεταξύ μας (και του με αριθμό .../23.12.2010 Πληρεξουσίου του ...
Συμβολαιογραφείου του ...). Για την πώληση των εν λόγω εμπορευμάτων μου λοιπόν, η εντολοδόχος μου εταιρεία "... A.S." εξέδωσε στο όνομα της ... Ε.Π.Ε. τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης (83 συνολικά), εντός του διαστήματος από 17.01.2011 έως 11.03.2011. Σημειωτέον, ότι τα εν λόγω εμπορεύματα, παραδόθηκαν εμπρόθεσμα και κανονικά από την "...
A.S." στα ανά τον κόσμο καταστήματα της εταιρείας "..." (...), η οποία τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα και κατέβαλε ήδη το ποσό των 932.297,01 Ευρώ σε λογαριασμό της ... Ε.Π.Ε. στην Τράπεζα EFG EUROBANK (Υποκατάστημα ...), το δε υπόλοιπο ποσό, των 272.86429 €, όπως προφορικά μου ανέφερε, το κρατά, (χωρίς τίποτα να με διασφαλίζει ότι δεν θα το καταβάλει στην ...
Ε.Π.Ε. αν αυτή το απαιτήσει ή το διεκδικήσει δικαστικά), επειδή πληροφορήθηκε από εμένα το πρόβλημα που ανέκυψε με την υπεξαίρεση από τους αντιδίκους - εκπροσώπους και διαχειριστές της ... Ε.Π.Ε. του ήδη κατατεθέντος από αυτήν ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας. Η εμπρόθεσμη παράδοση των εμπορευμάτων μου στα καταστήματα της εταιρίας ...
αποδεικνύεται από το από 10.05.2011 έγγραφο της ... με την συνημμένη λίστα - παραγγελία που πραγματοποιήθηκε, από το οποίο αποδεικνύεται ότι η ... παρέλαβε τα εμπορεύματά μου συνολικής αξίας 1.205.161,30 ευρώ. Η δε καταβολή του ως άνω μέρους της οφειλής (932.297,01 €) στον λογαριασμό της ... Ε.Π.Ε. αποδεικνύεται από το από 10.05.2011 έγγραφο της ...
με την συνημμένη λίστα-παραγγελία για την οποία πραγματοποιήθηκε ήδη πληρωμή-κατάθεση σε λογαριασμό της ... Ε.Π.Ε. Σύμφωνα με τους όρους των προαναφερθεισών συμφωνιών, ήτοι, αφ' ενός μεν της συμφωνίας μεταξύ εμού και της ... Ε.Π.Ε., αφ' ετέρου δε μεταξύ εμού και της "... A.S.", η ... Ε.Π.Ε. θα έπρεπε να παρακρατήσει από το συνολικό ποσό των 932.297,01 Ευρώ που της καταβλήθηκε, το ποσό της προμήθειάς της, ήτοι το πολύ 7% και συγκεκριμένα (932.297,01 Χ 7%)= 65.260,79 Ευρώ, και το υπόλοιπο ποσό των (932.297,01 - 65.260,79=) 867.036,22 Ευρώ (τουλάχιστον), θα έπρεπε ήδη να το έχει καταθέσει-καταβάλει, σύμφωνα με τον αναγραφόμενο στα ένδικα τιμολόγια όρο πληρωμής σε 20 ημέρες από την ημερομηνία αποστολής (δηλαδή από την ημερομηνία έκδοσης έκαστου τιμολογίου) στον αναγραφόμενο σε αυτά λογαριασμό της εντολοδόχου μου "...
A.S." (συγκεκριμένα υπ' αριθμ. ... της Τράπεζας "EUEROBANK TEFKEN A.S."), η οποία είναι η εκδότρια αυτών (τιμολογίων) και η οποία θα κατέβαλε περαιτέρω το ανωτέρω ποσό σε εμένα, που είμαι η αποκλειστική και νόμιμη δικαιούχος του τιμήματος των εν λόγω αγοραπωλησιών. Ενώ λοιπόν από την 01.04.2011 έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το ποσό που αφορά και το τελευταίο εκδοθέν για λογαριασμό μου από την "...
A.S." (συγκεκριμένα το με αριθμό .../11.03.2011 τιμολόγιο) και παρά το γεγονός ότι τόσον εγώ, όσο και η "... A.S." έχουμε εξαντλήσει τις παντός είδους οχλήσεις προς την ... Ε.Π.Ε. και τους αντιδίκους ως νομίμους εκπροσώπους και διαχειριστές της και τις παντός είδους προσπάθειες εξωδικαστικής επίλυσης της προκείμενης - διαφοράς, όπως αυτές θα εκτεθούν αναλυτικά στη συνέχεια, οι αντίδικοι χρησιμοποιώντας δολίως διάφορες προφάσεις, αρνούνται μέχρι και σήμερα να καταβάλλουν το ως άνω οφειλόμενο ποσό, το οποίο και έχουν ιδιοποιηθεί παράνομα, παραβιάζοντας το Νόμο, τη μεταξύ μας σύμβαση και κάθε έννοια καλής πίστης και υγιών συναλλακτικών και χρηστών ηθών, προκαλώντας σε εμένα, τη νόμιμη δικαιούχο των χρημάτων, ανυπολόγιστη ζημία, η οποία συνίσταται, όχι μόνο στη θετική μου ζημία, αλλά και σε βλάβη της εν γένει άριστης εμπορικής μου φήμης και αναμφίβολης αξιοπιστίας μου, καθόσον πλήττεται σοβαρά ένεκα της αξιόποινης συμπεριφοράς τους, η οικονομική μου φερεγγυότητα, επιπρόσθετα δε με έχουν οδηγήσει και σε μία σωρεία δικαστικών εξόδων, λόγω του δικαστικού αγώνα, τον οποίο έχω αποδυθεί ομού μετά της εντολοδόχου μου "...
A.S.", τόσον στην Ελλάδα, όσο και στη Τουρκία, προκειμένου να υπερασπίσω τα έννομα συμφέροντά μου από την εγκληματική συμπεριφορά των αντίδικων......". Εν συνεχεία, αφού ιστορούσε τις επαφές των εκπροσώπων της με τους εναγομένους, προκειμένου να της καταβληθεί το ανωτέρω ποσό, το οποίο, ως εν τέλει καταλήγει, δεν της καταβλήθηκε καθ' όσον υπεξαιρέθηκε από την εταιρία "...
Ε.Π.Ε.", η οποία εν προκειμένω διέπραξε την υπεξαίρεση δια των καταστατικών της οργάνων, ήτοι των εναγομένων, εξέθετε ότι από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη ενέργεια των εναγομένων, έχει υποστεί θετική ζημία ανερχομένη στο ποσό των 1.120.800,00 € ήτοι 1.205.161,30 € που ήταν η συνολική αξία των πωληθέντων στην εταιρία "...", εμπορευμάτων, αφαιρουμένης της προμηθείας που εδικαιούτο η εταιρία "...
Ε.Π.Ε.", το πολύ ποσοστού 7%, δηλαδή ποσού 84.361,30 € (1.205.161,30 - 1.205.161,30 Χ 7 / 100) και συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 253.763,79 € που δεν καταβλήθηκε στον λογαριασμό της εταιρία, "... Ε.Π.Ε.", από την ως άνω αγοράστρια εταιρία, ("..."), από υπαιτιότητα των εναγομένων. Επίσης εξέθετε ότι υπέστη και ηθική βλάβη, ...". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία, μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφαινομένης πρωτοδίκου αποφάσεως (7691/2013 ΠΠρΘ), την απέρριψε ως αόριστη με την αιτιολογία ότι "η ενάγουσα δεν εκθέτει με τρόπο σαφή και καταληπτό επιπρόσθετα πραγματικά περιστατικά σχετικώς με την περαιτέρω σχέση της με την μεσίτρια εταιρία "...
Ε.Π.Ε.", από την οποία να προκύπτει ότι το τίμημα που θα αποκτούσε η τελευταία από την πώληση των εμπορευμάτων της ενάγουσας προς της αλλοδαπή εταιρία ("...") θα το αποκτούσε για λογαριασμό της ενάγουσας και όχι ιδίω ονόματι, ώστε η τυχόν μη απόδοσή του προς την ενάγουσα να συνιστά αδικοπραξία, τελεσθείσα δι' υπεξαιρέσεως.
Και τούτο διότι, μολονότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρεται, εντούτοις από το σύνολο του περιεχομένου του συνάγεται ότι τα ενδύματα που κατασκεύασε η ενάγουσα και αρχικώς πωλήθηκαν από την εντολοδόχο της τουρκική εταιρία ("... A.S.") προς την εταιρία "... Ε.Π.Ε.", εκδοθέντων στο όνομα της τελευταίας, ως αγοράστριας, και των, αναφερομένων στο δικόγραφο 83 τιμολογίων πωλήσεως της ως άνω τουρκικής εταιρίας, εν συνεχεία μεταπωλήθηκαν από την αγοράστρια ημεδαπή εταιρία ("...
Ε.Π.Ε.") προς την, περαιτέρω, αγοράστρια αλλοδαπή εταιρία ("..."), η οποία και κατέβαλε μέρος του τιμήματος σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η ημεδαπή μεταπωλήτρια εταιρία σε υποκατάστημα της τράπεζας "EFG EUROBANK" στην ......".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω αναιρετικό, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγο πλημμέλεια καθόσον προέβη στην απόρριψη της ενδίκου αγωγής λόγω αοριστίας με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα-ενάγουσα δεν εξέθεσε στο σχετικό αγωγικό δικόγραφο "σαφώς και ευκαταλύπτως" τον τρόπο με τον οποίο τα από την εντολοδόχο της [τουρκική εταιρεία με την επωνυμία "...
A.S."] για λογαριασμό της (ενάγουσας) πωληθέντα προς την ... ΕΠΕ - εμπορεύματα, περιήλθαν, στη συνέχεια, από την τελευταία στην κυριότητα της τελικής αγοράστριας ... και ειδικότερα αν αυτό εγένετο δια μεταπωλήσεως από εντολοδόχο με σαφή προσδιορισμό [στην περίπτωση αυτή] της ιδιότητος με την οποία συμμετείχε σ' αυτή (μεταπώληση) η εν λόγω εντολοδόχος [...
ΕΠΕ] και δη αν ενήργησε ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος της ενολέως-ενάγουσας αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο στην περίπτωση της αμέσου αντιπροσωπεύσεως, κατά την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας επέρχονται απ' ευθείας στο πρόσωπο της εντολέως-ενάγουσας, η μη απόδοση του εισπραχθέντος τμήματος θεμελιώνει την αποδιδομένη στους αναιρεσιβλήτους αδικοπρακτική συμπεριφορά της υπεξαιρέσεως όχι όμως και στη δεύτερη (της εμμέσου αντιπροσωπεύσεως), κατά την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας επέρχονται στο πρόσωπο του εντολοδόχου (...
ΕΠΕ), ο οποίος έτσι αποκτά την κυριότητα του καταβληθέντος τιμήματος (αποκλειομένης συνακολούθως της διαπράξεως του αδικήματος της υπεξαιρέσεως) το οποίο θα μεταβιβαστεί περαιτέρω στη δικαιούχο εντολέα-ενάγουσα με νέα δικαιοπραξία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω αοριστία δεν αίρεται, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, από την αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο του από 1.3.2010 ιδιωτικού, μεταξύ της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και της παραπάνω ...
ΕΠΕ, συμφωνητικού μεσιτείας και του περί προμηθείας διαλαμβανομένου όρου αυτού [το οποίο έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη απόφαση με ρητή παραδοχή, απορριπτομένης συνακολούθως της από το αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ σχετικής αιτιάσεως] ενόψει του ότι η εκ του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού απορρέουσα υποχρέωση της ...
ΕΠΕ περιορίζετο και εξαντλείτο μόνο στην ανεύρεση αγοραστών των εμπορευμάτων της αναιρεσείουσας προς κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (και εν προκειμένω της ...) και δεν κάλυπτε τον τρόπο υλοποιήσεως των εν λόγω συμβάσεων [απευθείας πώληση από την αναιρεσείουσα στην αγοράστρια ή πώληση προς την τελευταία δια εντολοδόχου - ενεργούντος ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος της εντολέως πωλήτριας] ο οποίος προφανώς θα αποφασίζετο ενόψει της συγκεκριμένης κάθε φορά αγοραπωλησίας, και ο οποίος - δεν διευκρινίζεται κατά τρόπο σαφή και παραδεκτό (δια της μη παραπομπής δηλαδή σε άλλα, εντός της αγωγής, έγγραφα ή προτάσεις) στην ένδικη περίπτωση, στην οποία, ενώ αναφέρεται η πώληση των εμπορευμάτων από την εντολοδόχο της αναιρεσείουσας ...
στο όνομα και για λογαριασμό της προς την ... δεν γίνεται καμμία αναφορά για τον τρόπο που αυτά (εμπορεύματα) περιήλθαν ακολούθως από την τελευταία (... ΕΠΕ) προς την τελική αγοράστρια H&M, ώστε να μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο η θεμελίωση της αποδιδομένης στους αναιρεσιβλήτους αδικοπρακτικής συμπεριφοράς συνισταμένης στην υπεξαίρεση του καταβληθέντος τιμήματος, το οποίο όμως, ενώ η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ανήκει στην ίδια, ως κυρία και πωλήτρια των πωληθέντων εμπορευμάτων, εκθέτει περαιτέρω στην αγωγή ότι η ως άνω εντολοδόχος της τουρκική εταιρεία ...
έχει καταθέσει κατά της ... ΕΠΕ αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως στο Μον. Πρωτ. Θεσ/νικης επικαλουμένη ότι το καταβληθέν τίμημα ανήκει στην ίδια (...) ως πωλήτρια των εμπορευμάτων, επιτείνοντας έτσι την υπάρχουσα αοριστία ως προς το θέμα αυτό, απορριπτομένου συνακολούθως ως αβασίμου του προβαλλομένου ως άνω λόγου.
Η περαιτέρω, δια του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως, προβαλλομένη από την αναιρεσείουσα αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως μετ'επικλήσεως προσκομισθέντα από την ίδια αποδεικτικά έγγραφα κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού ο λόγος αυτός προϋποθέτει κατ'ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, μη δυνάμενος να θεμελιωθεί στην περίπτωση απορρίψεως της αγωγής ως αορίστου (Ολ ΑΠ 3/97, ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 446/2004).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (κυρίου ή προσθέτου) αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 9-10-17 και με αριθμ. καταθ. 238/2017] αίτηση αναιρέσεως της 1400/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νικης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ