404/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟ λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Legislator headnote
AI generated404/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) για νομή και κατοχή των επιδίκων ακινήτων από τον ίδιο, για δικό του λογαριασμό, β) ότι δεν είχαν λήξει κατά το χρόνο αγοράς των επιδίκων οι αιτίες που τον ανάγκασαν να αγοράσει τα επίδικα στο όνομα του αναιρεσιβλήτου και γ) ότι με βάση τις μεταξύ τους συμβάσεις εντολής, υπήρχε υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να του μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα.
Full text
Απόφαση 404 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 404/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Δ. Θ. Θ., κατοίκου ... (...), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Καρρά.
Του αναιρεσιβλήτου Γ. Θ. Θ., κατοίκου ... (...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βεατρίκη Μεταλληνού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2000 αγωγή του αναιρεσείοντος στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 934/2002 μη οριστική και 3082/2010 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 4903/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-11-2012 αίτησή του και τους από 19-12-2018 προσθέτους αυτής λόγους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος ανέγνωσε τις από 22-10-2018 και 9-1-2019 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, αντίστοιχα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, στη δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, συζητήθηκαν η από 19-11-2012 αίτηση αναίρεσης και το από 19-12-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής, που στρέφονται κατά της 4903/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι παραπάνω πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 ΚΠολΔ, σχετ. η …238Ε/19-12-2018 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Κ. για την επίδοσή τους στον αναιρεσίβλητο). Η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 894/2018).
Αναιρεσιβαλλόμενη είναι η 4903/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3082/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή καταδίκης του αναιρεσιβλήτου σε δήλωση βουλήσεως μεταβίβασης ακινήτων στον αναιρεσείοντα, άλλως αναγνώρισης ως εικονικών των συμβάσεων κτήσεως των εν λόγω ακινήτων ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, ώστε αγοραστής τούτων να αναγνωριστεί, αντί του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων αυτής λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε: α) ότι ο αναιρεσίβλητος αγόρασε τα αναφερόμενα ακίνητα στο όνομά του και για λογαριασμό του και όχι, όπως είχε ισχυρισθεί ο αναιρεσείων αδελφός του με την αγωγή του, ως έμμεσος αντιπρόσωπος αυτού, στο όνομά του μεν (αναιρεσιβλήτου), αλλά με χρήματα και για λογαριασμό του ιδίου (αναιρεσείοντος) και β) ότι ο αναιρεσείων έκανε χρήση των παραπάνω ακινήτων βάσει συμβάσεως χρησιδανείου με τον αναιρεσίβλητο.
Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχτεί τα ίδια και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος για καταδίκη του αναιρεσιβλήτου σε δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να μεταβιβαστούν σ' αυτόν τα παραπάνω ακίνητα, άλλως για αναγνώριση της εικονικότητας των συμβάσεων κτήσεως των εν λόγω ακινήτων ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, ώστε αγοραστής τούτων να αναγνωριστεί, αντί του αναιρεσιβλήτου, ο ίδιος.
Επομένως, οι κύριοι λόγοι αναίρεσης πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του (ως προς την κατοχή από τον αναιρεσείοντα των αποδείξεων καταβολής μέρους του τιμήματος), όπως και οι τέταρτος, έβδομος, κατά το δεύτερος μέρος του και ένατος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά δε τον τέταρτο κύριο λόγο υπό την επίκληση και του αριθ. 1 του παραπάνω άρθρου, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραδοχή σύμβασης χρησιδανείου χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, πρωτίστως, διότι ο οικείος ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου, για να αντικρούσει τον υπό στοιχείο (1) πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για νομή και κατοχή των επιδίκων από τον ίδιο και, συνεπώς, δεν απαιτούταν να ταχθεί σχετικώς ίδιο θέμα απόδειξης.
2. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, με την προεκτεθείσα έννοια του όρου (ΟλΑΠ 3/1997), που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν οι ισχυρισμοί, τους οποίους φέρεται, ότι δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 539/2012, 532/2012, 75/2012). Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, ότι ο αναιρεσείων: α) κατείχε τα επίδικα ακίνητα κατόπιν σύμβασης χρησιδανείου και όχι κατόπιν αγοράς τους με συμβάσεις εντολής που κατάρτισε με τον αναιρεσίβλητο (αδελφό του), ο οποίος θα αγόραζε τα πιο πάνω ακίνητα στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, β) ότι κατείχε αποδείξεις καταβολής μέρους του τιμήματος κτήσης των ακινήτων αυτών, επειδή του τις είχε παραδώσει, για την αναφερόμενη δικαστική χρήση (αγορά ντουλαπιών υπνοδωματίου και κουζίνας) ο αναιρεσίβλητος και γ) ότι οι δικαστικές διενέξεις του με την πρώην σύζυγό του είχαν λήξει πριν από την αγορά των επιδίκων, τα δε υπηρεσιακά του προβλήματα ανάγονταν σε μεταγενέστερο της αγοράς χρόνο.
Απέρριψε δε, στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών, ως αβάσιμους τους, ενισχυτικούς της παραπάνω αγωγής του, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: α) για νομή και κατοχή των επιδίκων από τον ίδιο, β) για καταβολή του τιμήματος αγοράς των επιδίκων από τον ίδιο, επειδή κατείχε τις ανωτέρω αποδείξεις και γ) για εξακολούθηση και κατά το χρόνο κτήσης των επιδίκων των ανωτέρω διενέξεων και προβλημάτων του, που πρόβαλε ως αιτία αγοράς των επιδίκων δια του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αβάσιμοι οι κύριοι λόγοι αναίρεσης πρώτος, κατά το οικείο μέρος του και έκτος, όπως και ο έκτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πλήττονται, αντιστοίχως, οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, στο οποίο αποδίδεται, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος:
α) για νομή και κατοχή των επιδίκων ακινήτων από τον ίδιο, για δικό του λογαριασμό, β) ότι δεν είχαν λήξει κατά το χρόνο αγοράς των επιδίκων οι αιτίες που τον ανάγκασαν να αγοράσει τα επίδικα στο όνομα του αναιρεσιβλήτου και γ) ότι με βάση τις μεταξύ τους συμβάσεις εντολής, υπήρχε υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να του μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα.
Είναι δε αβάσιμοι οι λόγοι αυτοί, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, αφού απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς με την παραπάνω αιτιολογία, τους έλαβε υπόψη του.
3. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν μ' αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, απ' το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι "όχι ορθά και εσφαλμένως δεν έκανε δεκτό τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος, κατόπιν συμβάσεως εντολής μεταξύ των αντιδίκων κατά το έτος 1988, προέβη στην αγορά των επιδίκων ακινήτων στο όνομά του μεν, αλλά για λογαριασμό εμού (αναιρεσείοντος) και με χρήματα ιδικά μου (αναιρεσείοντος), με τη συμφωνία να μου τα μεταβιβάσει (αναιρεσείοντα), όταν θα του τα ζητούσα (αναιρεσείων), άλλως ότι οι γενόμενες συμβάσεις αγοραπωλησίας είναι άκυρες ως εικονικές, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, καθόσον τα συμβαλλόμενα μέρη εγνώριζαν και αποδέχονταν εμένα (αναιρεσείοντα) ως αγοραστή και όχι τον αναιρεσίβλητο".
Είναι δε απαράδεκτος ο λόγος αυτός, διότι πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο των οικείων πραγματικών γεγονότων, ήτοι η κρίση του ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε ότι δεν καταρτίστηκαν συμβάσεις εντολής μεταξύ των αντιδίκων για την αγορά των επιδίκων στο όνομα του αναιρεσιβλήτου, αλλά για λογαριασμό και με χρήματα του αναιρεσείοντος, ούτε, κατ' επέκταση συμφωνία τους, για μεταγενέστερη μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων στον αναιρεσείοντα, ούτε εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του αγοραστή των ένδικων συμβάσεων. 4.
Επίσης, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που είναι αυθύπαρκτοι, τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσοι, όχι, όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων, όπως η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν αυτοί σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 148/2008), αφού μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε (ΑΠ 2068/2007, 1852/2007).
Επομένως, ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδει στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή "δεν αναφέρονται σ' αυτή οι λόγοι για τους οποίους οι καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος δεν δημιούργησαν πεποίθηση περί των ισχυρισμών του, σε αντιπαραβολή με τις καταθέσεις των μαρτύρων του αντιδίκου", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτιολογία που φέρεται με το λόγο αυτό, ότι λείπει, ανάγεται και έχει σχέση με την αξιοπιστία των καταθέσεων των μαρτύρων των αντιδίκων.
5. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί η ύπαρξη και αμφιβολιών, μόνο για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, όπως και ο ένατος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος Α. Π., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων από αμφότερες τις πλευρές των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του εισηγητή Δικαστή...και περιέχονται στην 260/2003 εισηγητική έκθεση", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι τα επίδικα ακίνητα δεν αγοράστηκαν από τον αναιρεσίβλητο για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση.
6. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απέδωσε σε ορισμένα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας τα ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, απέδωσε σε ορισμένα από αυτά, τα οποία, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με τα τελευταία (ΑΠ 519/2013).
Επομένως, ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης (ΑΠ 278/2010). Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν πείστηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, ότι δεν εκτίμησε τις εν λόγω καταθέσεις στο σύνολό τους, παρά αποσπασματικά και ότι, αξιώνοντας την ύπαρξη αντεγγράφου του αναιρεσιβλήτου που να αναφέρει ότι αυτός αγοράζει τα επίδικα για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, προσέδωσε ήσσονα αποδεικτική αξία στις καταθέσεις των μαρτύρων του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη και, συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, καθόσον, εκτιμώντας τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα ελεύθερα, έδωσε σε εκείνα του αναιρεσιβλήτου, όπως, σύμφωνα με το νόμο, μπορούσε, μεγαλύτερη αξιοπιστία σε σχέση με εκείνα του αναιρεσείοντος.
7. Επίσης, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους για έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 519/2013).
Επομένως, ο δεύτερος κύριος, κατά το οικείο μέρος του και ο πρώτος πρόσθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η παραδοχή του Εφετείου, ότι "κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής όταν καταρτίζεται σύμβαση εντολής τέτοιας σπουδαιότητας (για αγορά ακινήτων), ο εντολέας φροντίζει να εξασφαλίσει ένα ιδιωτικό αντέγγραφο, δηλαδή έγγραφη δήλωση του εντολοδόχου ότι η επίδικη αγορά γίνεται για λογαριασμό και με χρήματα αυτού (του εντολέα), πράγμα που δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού τα όσα παραπάνω δέχτηκε το Εφετείο ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του και με τον ερευνώμενο λόγο πλήττεται ευθέως η εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων από το Εφετείο.
8. Περαιτέρω, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου, όπως η εξώδικη ομολογία που ανακλήθηκε, επειδή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (άρθρο 354 ΚΠολΔ), ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ. Η ανάκληση μπορεί να γίνει και στο εφετείο. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, ότι έγινε ανάκληση της ομολογίας, στην οποία το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Διαφορετικά, ο λόγος απορρίπτεται, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος. Εξ άλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν από συγκεκριμένο έγγραφο, που προσκομίσθηκε με επίκληση από τους διαδίκους, συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία, κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτιμάται ελεύθερα, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1232/2004).
Δεν ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση, κυρίως, σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 324/2009). Σύμφωνα με αυτά, οι τρίτος κύριος και τρίτος πρόσθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 11 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχτηκε χωρίς απόδειξη, και έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη εξώδικη ομολογία του αναιρεσείοντος και, ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων "σε αντιδικία που είχε με τους Θ.
Π....για την καταβολή του τιμήματος των ντουλαπιών υπνοδωματίου...για το επίδικο διαμέρισμα, ομολόγησε (με την από 17-5-1991 εξώδικη δήλωσή του και με τις προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε αγωγή του Θ. Π. κατ' αυτού) ότι ο πραγματικός αγοραστής και κύριος του διαμερίσματος ήταν" ο αναιρεσίβλητος, ενώ δεν υπήρξε τέτοια ομολογία του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττεται η οικεία, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου, αλλά και ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε την απορριπτική της αγωγής κρίση του κυρίως στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει.
9. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Συνεπώς, δεν συνιστούν ζητήματα, κατά την παραπάνω έννοια, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016). Επομένως, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κύριος λόγος αναίρεσης, για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την παραδοχή της, ότι η οικονομική κατάσταση του αναιρεσιβλήτου ήταν καλύτερη εκείνης του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος, αφενός μεν ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε ζήτημα με την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αλλά σε επιχείρημα του Εφετείου σχετικά με την αξιολόγηση των αποδείξεων, αφετέρου δε και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι, με την επίκληση ανεπαρκούς αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά τα ανωτέρω, εκτίμηση από το Εφετείο των γεγονότων που προαναφέρθηκαν και βάσει των οποίων διαμόρφωσε την παραπάνω απορριπτική της αγωγής κρίση του.
10. Επίσης, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε μ' αυτή, ότι από την κατοχή από τον αναιρεσείοντα των αναφερομένων εγγράφων αποδείξεων καταβολής μέρους του τιμήματος αγοράς των επιδίκων ακινήτων, δεν αποδεικνυόταν η καταβολή του τιμήματος αυτού από τον αναιρεσείοντα, όχι διότι τις εν λόγω αποδείξεις του τις είχε παραδώσει ο αναιρεσίβλητος, αλλά επειδή αναφέρονταν σ' αυτές, ότι την καταβολή την είχε κάνει ο αναιρεσίβλητος. Επομένως, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, σχετικά με την παραδοχή του Εφετείου για την αποδεικτική αξία της κατοχής των παραπάνω αποδείξεων από τον αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου, ότι η μη καταβολή του ποσού των αποδείξεων αυτών από τον αναιρεσείοντα αποδεικνυόταν από το ότι του τις παρέδωσε ο αναιρεσίβλητος, την οποία, όμως, το Εφετείο δεν εξέφερε.
11. Εξάλλου, ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αιτιολογίες, διότι "δεν εξηγεί γιατί η υπερδεκαετής και ανενόχλητη νομή των επιδίκων από τον αναιρεσείοντα δεν αρκεί για την απόδειξη του ισχυρισμού του", ότι αυτά αγοράσθηκαν για λογαριασμό του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, αιτιολογεί την παραπάνω κρίση του με την αναιρετικά ανέλεγκτη παραδοχή του ότι ο αναιρεσείων κατείχε τα επίδικα ακίνητα βάσει της ανωτέρω σύμβασης χρησιδανείου με τον αναιρεσίβλητο.
12. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, που επιδρά, δηλαδή, στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμιμο ή ισχυρισμό για αρχή έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 1190/1982).
Συνεπώς, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 30/1997).
Πρέπει, ακόμη, να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο οποίος ισχυρισμός θα πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό (ΑΠ 53/2013). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 270 παρ. 6 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους µε τα άρθρα 5, 12 και 16 του νόμου 2915/2001, προκύπτει, ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα µε το άρθρο 341 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 691/2009).
Επομένως, ο έβδομος, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, κύριος λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των …136/1999 και …952/2010 συμβολαιογραφικών ενόρκων βεβαιώσεων των Χ. Η. και Δ. Γ., αντίστοιχα, που προσκόμισε ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος αφενός μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός, που θα αποδεικνυόταν με τις βεβαιώσεις αυτές, αφετέρου δε ως αβάσιμος, διότι, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκδόθηκε, για την παραπάνω αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την τακτική διαδικασία, η 934/2002 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έταξε αποδείξεις και όρισε ότι οι μάρτυρες θα εξεταστούν είτε ενώπιον των διορισθέντων εισηγητή και εντεταλµένου δικαστών, είτε ενώπιον των αρμοδίων προξενικών αρχών, η εξέταση των ανωτέρω προσώπων σε συμβολαιογράφο δεν ήταν επιτρεπτή και οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις δεν ήταν παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, γι' αυτό και το Εφετείο, που δεν τις έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό της κρίσης του για το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ.
13. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, για την ίδια παραπάνω αιτία, είναι και ο ένατος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση από το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 του ΔΣΑΠΔ και 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος.
14. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης (ΑΠ 633/2012). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος ο όγδοος, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι εσφαλμένα έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικά μέσα τις απορριπτικές …03/2009 και …64/66 (6569/2011) αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, που είχαν εκδοθεί σε αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του άλλου αδελφού του Π., με αντικείμενο να του μεταβιβάσει και αυτός, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, κατάστημα, που, κατά τους ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος), είχε αγοράσει στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του ιδίου. Είναι δε απαράδεκτος ο λόγος αυτός, διότι δεν αναφέρονται τα παραπάνω στοιχεία, που απαιτούνται για να είναι ορισμένος.
15. Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης: όγδοος, από τον αριθ. 11α και ένατος, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη του, ως αποδεικτικά μέσα, α) την 6569/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί σε δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ετέρου αδελφού του Π., με αντικείμενο όμοιο με αυτό της προκείμενης δίκης, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του αναιρεσιβλήτου, που είχε εξετασθεί τότε ως μάρτυρας του αντιδίκου του, καίτοι ήταν εξαιρετέος και β) την από 12-10-2001 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του πατέρα των αντιδίκων, αν και είχε γίνει για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός μεν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικά μέσα τα ανωτέρω, αλλά απλώς τα αναφέρει ως επιχειρήματα, ενισχυτικά της απορριπτικής του κρίσης ως προς την ένδικη, αφετέρου δε διότι, σε κάθε περίπτωση, δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο την παραπάνω μαρτυρική κατάθεση που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
16. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όπως προαναφέρθηκε, ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997), όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012). Σύμφωνα μ' αυτά, ο έκτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο έβδομος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ο ένατος, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι επέβλεπε για λογαριασμό του τις εργασίες κατασκευής των επιδίκων και ενδιαφέρθηκε για την αποπεράτωσή τους, όπως και ότι χρησιμοποιούσε τα επίδικα για περισσότερο από 10 χρόνια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχείρημα του αναιρεσείοντος, για την ενίσχυση της αγωγής του.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση και το δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2012 αίτηση και τους από 19-12-2018 προσθέτους λόγους του Δ. Θ., για αναίρεση της 4903/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ