Legislator Case Law & Legislation
404/2016 AI generated

404/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 404/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 404 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 404/2016

Legislator headnote

AI generated

404/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 404 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 404/2016

Keywords

AI generated
bank charges filing of a claim authorization to levy debt enforcement registration of legal lien consignment of debt register entry fee
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 404 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 404/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Oκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υποθηκοφύλακος Όρους Κέρκυρας, Α. Σ. - Α., με έδρα στους ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κωνσταντόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2014 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2014 αίτησή της, ενώ με τις από 2-9-2015 συμπληρωματικές προτάσεις της ζητά, κατά το άρθρο 579 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και με την από 14-10-2015 προσθήκη της δηλώνει την παραίτησή της από τους αναφερόμενους στην ως άνω προσθήκη λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294,295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αιτήσεως είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους. Η παραίτηση αυτή έχει ως συνέπεια να θεωρείται στην πρώτη περίπτωση ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε στο σύνολό της, ενώ στη δεύτερη ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι από τους οποίους έγινε παραίτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, προ της ενάρξεως της συζητήσεως, με προφορική της δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε από τους υπό στοιχεία Γ, ΣΤ, Ζ και Η (από το άρθρο 559 αριθμ. 8, 1-αντισυνταγματικότητα και εσφαλμένη εφαρμογή του 904 Α.Κ.- και 10 αντιστοίχως) λόγους του αναιρετηρίου. Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη και έχει ως συνέπεια ότι οι λόγοι τους οποίους αφορά θεωρούνται ως μη προβληθέντες.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 4 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων". Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο (υπό στοιχ. Β) λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, της υπερβάσεως δηλαδή δικαιοδοσίας στην ένδικη υπόθεση, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, αφορά διοικητική διαφορά ουσίας και ως τοιαύτη υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι η επιδιωκομένη με την αγωγή απόδοση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αχρεωστήτως καταβληθείσης αμοιβής υποθηκοφύλακα κατά την είσπραξη δικαιωμάτων υποθηκοφυλάκων, με εναγόμενο τον ίδιο (και όχι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.) δεν συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, ούτε δημιουργεί ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή ν.π.δ.δ. κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (άρθρο 1 παρ. 2 περ. η' του ν. 1406/83), ώστε να υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ' άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ιδιωτικού δικαίου διαφορά, υπαγομένη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου (ΑΠ 1666/2014, 2252/2013).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α' του ν. 3156/2003: "ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου". Ο νόμος αυτός προβλέπει στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 κατηγορίες ομολογιακών δανείων που είναι το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρα 10 και 11 του ιδίου νόμου αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις τιτλοποιήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα. Κατά το άρθρο 12 του ιδίου νόμου "1. Οι απαιτήσεις από ομολογιακά δάνεια του νόμου αυτού μπορεί να ασφαλίζονται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα με κάθε είδους εμπράγματη ασφάλεια ή εγγύηση. Η ασφάλεια αυτή μπορεί να λαμβάνεται είτε κατά την έκδοση του ομολογιακού δανείου είτε μεταγενέστερα. 2. Η εγγύηση παρέχεται με έγγραφη δήλωση του εγγυητή που πρέπει να περιέχεται στο πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου. Οι κάθε μορφής εμπράγματες ασφάλειες παραχωρούνται στο όνομα του εκπροσώπου των ομολογιούχων και για λογαριασμό των ομολογιούχων, με σύμβαση μεταξύ του παρέχοντος την ασφάλεια και του εκπροσώπου. Όπου απαιτείται για τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας η καταχώριση οποιουδήποτε εγγράφου ή της ανωτέρω σύμβασης σε οποιαδήποτε αρχή ή μητρώο ή κτηματολόγιο, η καταχώριση πραγματοποιείται στο όνομα του εκπροσώπου με ρητή μνεία ότι η ασφάλεια χορηγείται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο". Τέλος κατά το άρθρο 14 του ιδίου ως άνω νόμου:

"1. Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του Ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών. 2. Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλεισμένης οποιοσδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους". Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνο τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (Α.Π. 1358/1998), εμπίπτει δε στην ανωτέρω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ και η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης όταν με αυτές ασφαλίζονται απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο οποιοσδήποτε κατηγορίας (Α.Π. 2252/2013, 1206/2015) και όχι μόνο όταν πρόκειται για απαιτήσεις από συμβάσεις των άρθρων 10 και 11 του ν. 3156/2003. Για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως περί υποχρεώσεως καταβολής παγίου τέλους 100 ευρώ για πάγια δικαιώματα του υποθηκοφύλακος για την εγγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων αρκεί η συνομολόγηση συμβάσεως ομολογιακού δανείου, η κάλυψη του οποίου μπορεί να γίνει και από έναν ομολογιούχο, και δεν απαιτείται να έχει συντελεσθεί η έκδοση των ομολογιών και η ενσωμάτωση σ' αυτές (εγχάρτωση) των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως (Α.Π. 2252/2013,1206- 1207/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικώς στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. Α.Π. 1/1999. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα αυτών και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, (Ολ. ΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Προς...εξασφάλιση των τοκοφόρων απαιτήσεων ομολογιακού δανείου, ύψους 8.000.000 ευρώ, που συνήψε, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με την..."ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε," εκδόθηκε μετά από αίτηση της τελευταίας ως εκπροσώπου των ομολογιούχων...η υπ' αριθμόν 1439/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας..., με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας, μέχρι του ποσού των 10.400.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων...Το δάνειο... ήταν κοινό ομολογιακό, διαιρούμενο σε δέκα (10) ονομαστικές ενσώματες ομολογίες ποσού 800.000 ευρώ εκάστης, κατά τους ειδικότερους όρους που περιέχονται στη σύμβαση...Η ενάγουσα, με την από 29-06-2007 αίτησή της προς το...υποθηκοφυλακείο Όρους Ν. Κέρκυρας, στο οποίο εκτελεί χρέη υποθηκοφύλακα η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ζήτησε την εγγραφή της ως άνω προσημείωσης..., στα βιβλία υποθηκών, καταβάλλοντος, το πάγιο τέλος των 100 ευρώ που προβλέπεται από το άρθρο 14 παρ. 2 του ως άνω νόμου 3156/2003, ισχυρισθείσα ότι η αιτηθείσα εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ως αφορώσα ομολογιακό δάνειο, υπάγεται στις φοροαπαλλαγές και τους όρους του εν λόγω νόμου. Η εναγομένη αρνήθηκε την εγγραφή, ισχυρισθείσα ότι πρέπει να της καταβληθούν αναλογικά τέλη και δικαιώματα, όπως προβλέπονται για κάθε εγγραπτέα πράξη από το νόμο 325/1976 και 2408/1996 ... και συνολικά τέλη ύψους 80.866,87 ευρώ...Η ενάγουσα αφού διαμαρτυρήθηκε εγγράφως...προς την εναγομένη..., για την άρνηση της εγγραφής της ως άνω προσημείωσης, κάλεσε αυτήν να προβεί στην εγγραφή, αντί προβλεπομένου υπό του ως άνω νόμου, τέλους των 100 ευρώ ..., αναγκάσθηκε όμως τελικά να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 80.866,87 ευρώ, προκειμένου να μην απολέσει το δάνειο και λόγω του κατεπείγοντος..., για την άρση της αμφισβήτησης αυτής, κατέθεσε την από 17-7-2007 αίτηση...ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ... με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η ανωτέρω άρνησή της δεν είναι σύννομη...και να υποχρεωθεί αυτή να προβεί στην σχετική εγγραφή της ως άνω προσημείωσης υποθήκης αντί του παγίου τέλους των 100 ευρώ που προβλέπεται για τα δάνεια αυτού του είδους από το άρθρο 14 παρ. 2 του εν λόγω νόμου....Η εναγομένη, μετά την προς αυτήν καταβολή του ποσού των 80.868,87 ευρώ, προέβη στην εγγραφή της προσημείωσης αυτής στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Όρους Ν. Κέρκυρας στις 19-7-2007.... Η ως άνω καταβολή ενεγράφη στο βιβλίο τελών και δικαιωμάτων του Υποθηκοφυλακείου με αύξ. αριθ. ... και αναλύεται στα εξής ποσά : α) ποσό 10,96 ευρώ για τέλη πιστοποιητικών, β) 7,04 ευρώ για δικαιώματα υποθηκοφύλακα επί των πιστοποιητικών, γ) ποσό 49.339,82 ευρώ για δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου και δ) ποσό 31.224,46 ευρώ για δικαιώματα της ιδίας της εναγομένης ως υποθηκοφύλακος...Ωστόσο, για την εγγραφή της ανωτέρω προσημείωσης ήταν επιβεβλημένη η καταβολή μόνο παγίων δικαιωμάτων αμίσθων υποθηκοφυλάκων, ύψους εκατό ευρώ, αποκλειομένης οποιοσδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους, σύμφωνα με τη σαφή περί του ζητήματος τούτου, διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003...., δεδομένου ότι επρόκειτο για ομολογιακό δάνειο, διαιρεθέν σε δέκα ομολογίες..., διεπόμενο από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και ν. 3156/2003...Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ως άνω διάταξη δεν πρέπει να εφαρμοσθεί, στην προκειμένη περίπτωση, διότι δεν ισχύει για τα κοινά ομολογιακά δάνεια, αλλά μόνον για τα ομολογιακά δάνεια των άρθρων 10 και 11 του ως άνω νόμου, ήτοι στις ειδικές συμβάσεις ομολογιακού δανείου. Ωστόσο, από την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 14 του ως άνω νόμου προκύπτει ότι αυτό τυγχάνει εφαρμογής σε όλα τα ομολογιακά δάνεια του προαναφερθέντος νόμου και όχι μόνο σε αυτά των άρθρων 10 και 11 αυτού, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη..., το αυτό προκύπτει και από τη γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης... Κατόπιν των παραπάνω παρέπεται ότι η ενάγουσα αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία κατέβαλε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, ενώ έπρεπε να καταβάλει μόνον το ποσό των 100 ευρώ ως πάγια δικαιώματα άμισθου υποθηκοφύλακα και το ποσό που αντιστοιχεί για τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικών...Επομένως με βάση τα ανωτέρω, τα αντίθετα που υποστηρίζει η εναγομένη ...ότι οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν.3156/2003...αφορά μόνον τα ομολογιακά δάνεια των άρθρων 10 και 11 του ως άνω νόμου ήτοι στις ειδικές συμβάσεις ομολογιακού δανείου και στις εταιρείες ειδικού σκοπού και όχι στα κοινά ομολογιακά δάνεια, είναι αβάσιμος ...

Συνεπώς, για τη συγκεκριμένη εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης στο ως άνω Υποθηκοφυλακείο, αφού με αυτή εξασφαλιζόταν απαίτηση από κοινό ομολογιακό δάνειο του Ν.3153/2003, απαιτείτο, κατ' εφαρμογή της ρητής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του νόμου αυτού, η καταβολή μόνο πάγιων-δικαιωμάτων της εναγομένης υποθηκοφύλακα, ποσού 100 ευρώ εγγραφή, αποκλειόμενης οποιοσδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους...Επί της προαναφερθείσας αίτησης της ενάγουσας...εκδόθηκε η υπ' αριθ. 245/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας..., διά της οποίας αφού κρίθηκε το προδικαστικό ζήτημα ότι η εγγραπτέα πράξη υπάγεται στις διατάξεις του ν.3156/2003 και ως τέτοια δεν υπόκειται σε αναλογικά τέλη υποθηκοφύλακα αλλά στο πάγιο τέλος των 100 ευρώ που ορίζει το άρθρο 14 αυτού, ως κοινό ομολογιακό δάνειο διατάχθηκε η εγγραφή με το τέλος αυτό. Η απόφαση αυτή, μετά από άσκηση έφεσης υπό της εναγομένης, επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 161/2009 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας)...Όμως η εναγομένη και μετά απ' αυτά, ενέμεινε στην άποψή της για είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων και, έτσι, η ενάγουσα, θέλοντας να αποφύγει τη χρονική καθυστέρηση που θα συνεπαγόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 791 Κ.Πολ.Δ..., κατέβαλε στην εναγομένη υποθηκοφύλακα το αξιούμενο υπ' αυτής συνολικό ποσό των 80.668,87 ευρώ, προκειμένου να γίνει η αιτούμενη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, ενώ ταυτόχρονα προέβαλε τις αντιρρήσεις της και επιφυλάχθηκε ρητώς των νόμιμων δικαιωμάτων της...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρου 12 και 14 του ν. 3156/2003, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του ότι επρόκειτο για κοινό ομολογιακό δάνειο, διεπόμενο από τις διατάξεις του 3156/2003, και ως εκ τούτου η προς εξασφάλιση αυτού εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του νόμου αυτού, σε πάγιο τέλος 100 ευρώ. Επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά τις αιτιάσεις του περί παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, διότι επρόκειτο περί απλού τραπεζικού και όχι ομολογιακού δανείου, αφού μοναδικός ομολογιούχος δανειστής ήταν η Τράπεζα Πειραιώς, ενώ κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως δεν είχαν εκδοθεί ομολογίες που να ενσωματώνουν τις αντίστοιχες αξιώσεις της τελευταίας, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τη προεκτεθείσα νομική σκέψη, η μη έκδοση των ομολογιών καθώς και η ανάληψη αυτών από ένα μόνο δανειστή δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του δανείου ως ομολογιακού, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α' του ν. 3156/2003. Περαιτέρω δε ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά τις λοιπές αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ήχθη στον χαρακτηρισμό του συγκεκριμένου δανείου ως ομολογιακού, είναι απαράδεκτος, αφού η εκτίμηση των αποδείξεων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επί πλέον, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλομένη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η επίμαχη εγγραφή αφορούσε ομολογιακό δάνειο διεπόμενο από το ν. 3156/2003 και ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση, κατόπιν αυτού, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ως πάγια δικαιώματα αυτής, μόνο το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ως άνω νόμου ποσό των 100 ευρώ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος (υπό στοιχ. Δ) από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού του δανείου ως κοινού ομολογιακού τοιούτου, συνιστάμενες κυρίως στην έλλειψη παραδοχής της αποφάσεως περί εγχαρτώσεως των ομολογιών, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 904 εδ. α' και β' του Α.Κ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή δημιουργείται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 909 του Α.Κ. "η υποχρέωση για απόδοση, κατά το προηγούμενο άρθρο (908 ΑΚ) αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά τον χρόνο της επίδοσης της αγωγής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απόσβεση της υποχρεώσεως προς απόδοση του πλουτισμού ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε, πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες, άλλως, δεν θα προέβαινε. Έτσι, ο πλουτισμός, θεωρείται, ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (Α.Π. 682/2003, Α.Π. 922/2007). Η διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., παρέχει στον εναγόμενο ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος προς απόδοση της ωφέλειας (Α.Π.2167/2013, 432/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, προέβαλε επικουρικώς τον ισχυρισμό ότι εφόσον θεωρηθεί ότι το επίδικο χρηματικό ποσό καταβλήθηκε σ' αυτήν αχρεωστήτως, συνιστά μεν πλουτισμό, ο οποίος, ωστόσο, δεν σώζεται κατά το χρόνο ασκήσεως της εναντίον της αγωγής, καθόσον αυτή, μετά την παρακράτηση της αμοιβής της, των δαπανών μισθοδοσίας του προσωπικού του Υποθηκοφυλακείου και των εισφορών υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, κατέθεσε το εναπομείναν χρηματικό ποσό ως δημόσιο έσοδο στο οικείο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του ν. 325/1976 και 811/1971 και του άρθρου 2 του α.ν. 153/1967. Επί του ισχυρισμού αυτού, ο οποίος συνιστά καταλυτική της αγωγής ένσταση, ερειδομένη επί του άρθρου 909 Α.Κ. και η σιγή απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απετέλεσε σχετικό λόγο εφέσεως, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του και τα εξής: " ...η εκκαλούσα - εναγομένη, ισχυρίζεται επικουρικά, ότι εφόσον ήθελε θεωρηθεί το παρ' αυτής εισπραχθέν από την εφεσίβλητη, ποσό, ως αχρεωστήτως καταβληθέν και ότι έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ποσό αυτό, ο πλουτισμός της δεν σώζεται καθότι το κατέβαλε ολόκληρο στο Ελληνικό Δημόσιο ως συμπεριλαμβανόμενο στην τριμηνιαία απόδοση τελών Ιουλίου έως και Σεπτεμβρίου 2007, προ της άσκησης της κρινόμενης αγωγής και ως εκ τούτου έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση αυτή και ν' απορριφθεί η εναντίον της ένδικη αγωγή. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της... προσκομίζει την εκκαθαριστική δήλωση του τριμήνου Ιουλίου - Αυγούστου - Σεπτεμβρίου έτους 2007 και το υπ' αριθ. .../... διπλότυπο είσπραξης..της Α' ΔΟΥ Κέρκυρας, εκ της οποίας αποδεικνύεται ότι απέδωσε στην ως άνω ΔΟΥ, το ποσό των 112.670,51 ευρώ συνολικά για το τρίμηνο αυτό, προκύπτοντος τούτου, μετ' αφαίρεση εκ των συνολικών εσόδων, ύψους 149.116,66 ευρώ (που αφορούν ολόκληρο το τρίμηνο Ιουλίου -Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2007), του ποσού των εξόδων εκ 36.446,15 ευρώ. Στο ποσό των 36.446,15 ευρώ συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 20.176,38 ευρώ που αντιστοιχεί στα αναλογικά δικαιώματά υπέρ αυτής για το σύνολο των εγγραπτέων πράξεων του ως άνω τριμήνου όπως η ίδια συνομολογεί και προκύπτει από τον προσκομιζόμενο υπ' αυτής πίνακα, που περιέχεται αναλυτικά και στο δικόγραφο της έφεσής της..., το δε υπόλοιπο εξ 11.023,062 ευρώ, αντιστοιχεί σε έξοδα, ήτοι μισθοδοσία υπαλλήλων της, εισφορές προς το ΙΚΑ, ΦΜΥ και Ταμείο Νομικών.

Συνεπώς.. δεν απέδωσε στο Δημόσιο το ποσό της αμοιβής της, αφού αυτή, καθ' ομολογία της, συμπεριλαμβάνεται στα έξοδα του εν λόγω τριμήνου, τα οποία παρακράτησε. Ο ισχυρισμός της ...ότι ο πλουτισμός αυτής δεν σώζεται, ως εκ του ότι απέδωσε στο Δημόσιο το ανωτέρω ποσό (112.670,51 ευρώ) τυγχάνει (ανεξαρτήτως εάν προβλήθηκε παραδεκτά ή όχι ως ένσταση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια το ποσό που αποδόθηκε στο Δημόσιο για την ένδικη αιτία, αλλά αναφέρεται γενικά η εναγομένη σε απόδοση τριμήνου με βάση γενικό άθροισμα των εισπράξεων του υποθηκοφυλακείου, από το οποίο (ποσό) δεν μπορεί να προσδιορισθεί ότι περιλαμβάνεται σε αυτό και το εισπραχθέν ποσό του Δημοσίου για την ένδικη εγγραφή, σε κάθε δε περίπτωση, από την γενική εκκαθαριστική δήλωση του τριμήνου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδειχθέν μη ειδικά προσδιοριζόμενο ως καταβληθέν στο Δημόσιο και στο ΤΑΧΔΙΚ, ποσό, εκ του συνολικά αναφερομένου ποσού των 112.670,51 ευρώ, δεδομένο ότι τούτο αφορά όλα τα έσοδα για το σύνολο των εγγραπτέων πράξεων αυτού του χρονικού διαστήματος. Σε ό,τι αφορά το παρακρατηθέν για το ίδιο διάστημα ποσό των εξόδων, ύψους 36.446,15 ευρώ που επίσης αναλογεί στο σύνολο των εγγραπτέων πράξεων στο ως άνω υποθηκοφυλακείο, συμπεριλαμβανομένου, καθ' ομολογία της εναγομένης, και του ποσού που αναλογεί στις αμοιβές της για όλες τις εγγραπτέες πράξεις του εν λόγω τριμήνου, ύψους 20.176,38 ευρώ, ως προς το υπόλοιπο εξ 11.023,62 ευρώ που αφορά έξοδα λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου (31.200 - 20.176,38 = 11.023,62), θεωρείται ότι με αυτό η εναγομένη κάλυψε δικές της οικονομικές υποχρεώσεις, δηλαδή το διέθεσε προς εξόφληση δικού της χρέους το οποίο θα κάλυπτε με δική της δαπάνη, στην οποία ούτως ή άλλως θα προέβαινε ανεξαρτήτως του χρηματικού ποσού που εισέπραξε από την ενάγουσα και δεν ανάλωσε το παρ' αυτής εισπραχθέν ποσό, πραγματοποιώντας δαπάνες στις οποίες δεν θα προέβαινε, οπότε και μόνο θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι αποσβέστηκε η υποχρέωσή της προς απόδοση του πλουτισμού που επήλθε με την είσπραξη του εν λόγω ποσού ως αχρεωστήτου. Κατά συνέπεια η σχετική ένστασή της ότι ο πλουτισμός της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (19-11-2007), δεν υπήρχε ήτοι δεν σωζόταν, είναι απορριπτέα ως αόριστη κατά το μέρος που αφορά το αποδοθέν στο Δημόσιο ποσό και ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος των εξόδων ...Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το ένδικο ποσό των 31.200 ευρώ που αξιώνει η ενάγουσα, αποδόθηκε υπ' αυτής εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο (Α' ΔΟΥ Κέρκυρας), όπως εκ του νόμου είχε υποχρέωση και ως εκ τούτου, ότι αυτό είχε εκφύγει των χειρών της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αντιφατικός δεδομένου ότι η ίδια συνομολογεί καθ' υποφορά με την έφεση ότι παρακράτησε για τον εαυτό της (ως αμοιβή) το ποσό των 20.176,36 ευρώ, για αναλογικά τέλη και δικαιώματά της, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο ανωτέρω ποσό των εξόδων. Άλλωστε, η ενάγουσα δεν ζητεί τα τέλη υπέρ του Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ που συμπεριλαμβάνονται στο συνολικά απαιτηθέν υπό της εναγομένης ποσό των 80.000 ευρώ αλλά το ποσό των 31.200 ευρώ που εισέπραξε παρανόμως η εναγομένη για τον εαυτό της ως αναλογικά δικαιώματα (3%0 επί του ποσού των 10.400.000 ευρώ της προσημείωσης) και συνεπώς, είναι και αλυσιτελής ο ως άνω ισχυρισμός της ότι το αιτούμενο ποσό των 31.200 ευρώ, το έχει αποδώσει στο Δημόσιο και ότι για τη διεκδίκηση αυτού είναι αρμόδια τα διοικητικά δικαστήρια και συνακολούθως αβάσιμος και απορριπτέος στο σύνολό του είναι και ο σχετικός ως άνω λόγος της έφεσης...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 και 909 Α.Κ., απορρίπτοντας την εκ της τελευταίας ένσταση της αναιρεσείουσας ότι δεν σωζόταν ο πλουτισμός κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ως αόριστη, κατ' ουσίαν αβάσιμη και αλυσιτελή, αφού η κρίση του αυτή ανταποκρίνεται πλήρως στις προπαρατεθείσες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, με προεξάρχουσα εκείνη ότι το αντικείμενο της ένδικης αγωγής δεν αφορά τα υπέρ του Δημοσίου και ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. εισπραχθέντα από την αναιρεσείουσα τέλη, αλλά τα υπέρ αυτής παρανόμως εισπραχθέντα αναλογικά τέλη αντί του προβλεπομένου ποσού των 100 € . Επομένως ο περί αντιθέτου ένατος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με την απόρριψη της ρηθείσης ενστάσεως το Εφετείο παρεβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι αβάσιμος. Ενώ ο αυτός αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που πλήττει τις μη υποκείμενες σε αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος. Αβάσιμος είναι επίσης και ο συναφής δέκατος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο, υπέπεσε στην αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., μη απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, λόγω της αποδόσεως των εισπραχθέντων τελών στους υπέρ ων εισεπράχθησαν τρίτους ( Ελληνικό Δημόσιο και ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.). Τούτο δε διότι επί αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό νομιμοποιείται παθητικώς εκείνος προς τον οποίον έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, η οποία και κατέστη πλουσιότερη κατά το ποσό της αμοιβής που απαίτησε και εισέπραξε παρανόμως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 KΠoλΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των ως άνω διατάξεων του ν. 3156/2003 ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της Α. Σ.-Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 57/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα την 30η Μαΐου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ