404/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 404 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 404/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Π, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δ. Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου Î...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 404 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 404/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Π, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δ. Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ν. Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν. Ρέκκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρλ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Δ.-Γ. Β., αγνώστου διαμονής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-5-2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 217/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 8-5-2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 16-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12.5.2008 αίτηση αναίρεσης κατά της 74/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προσδιορίσθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου για τη δικάσιμο της 4.11.2009. Με την 217/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η συζήτηση αυτής κηρύχθηκε απαράδεκτη. Ήδη με την από 8.5.2010 αίτηση - κλήση του αναιρεσείοντος επανεισάγεται προς συζήτηση η αίτηση αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασής του (της 12.1.2011). Όπως προκύπτει από τις με αριθ. 7144ΣΤ' και 7143ΣΤ' /21.9.2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Β.Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβή αντίγραφα, αντίστοιχα, της αίτησης αναίρεσης και της προαναφερθείσας αίτησης - κλήσης με τη συνημμένη σ'αυτή πράξη, με την οποία δικάσιμο για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής (12.1.2011), με κλήση για να παραστεί ο αναιρεσίβλητος κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον αγνώστου διαμονής (βλ. την από 23.3.2009 βεβαίωση του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή) αναιρεσίβλητο - καθ' ού η κλήση. Παράλληλα, περιλήψεις των ανωτέρω δικογράφων (αναίρεσης και κλήσης) δημοσιεύθηκαν στις ημερήσιες εφημερίδες "Η ΑΥΓΗ" (αρ. φύλλου 10938/6.10.2010) και "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ" (αρ. φύλλου (8941) 2341/6.10.2010). Όμως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει τη συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ' ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της . Εξάλλου , από τις διατάξεις των άρθρων 974,976,1045 και 1051 του ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία, με δικαίωμα εκείνου, που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπάροχου του. Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο. Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του (ΑΠ 29/2000, ΑΠ 1882/1999). Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η εγκατάσταση σ' αυτό, η εποπτεία και φύλαξη του, η οριοθέτηση του, η παραχώρηση του σε τρίτους με ή χωρίς αντάλλαγμα, η καταβολή του οικείου φόρου (ΑΠ 267/2007, 623/2007,1815/2006). Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδί-κων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες, ούτε αν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου ή την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το διεκδικούμενο από τον ενάγοντα ποσοστό συγκυριότητας (1/16 εξ αδιαιρέτου) αφορά ένα οικόπεδο εμβαδού 1050 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ... στη πόλη της ..., θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως και συνορεύει με γκαράζ ..., Δημοτικό τόπο, περιοχή στρατώνων και οικόπεδα Σ. Γ.. Τούτο στο απώτερο παρελθόν αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 8.906,78 τ.μ. που είχε περιέλθει στον απώτατο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Σ. Σ. με το ... παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου. Ο Σ. Σ. λόγω πωλήσεως μεταβίβασε στο Δ. Β. το 1/2 εξ αδιαιρέτου της πιο πάνω έκτασης με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάγνη Τζιώτη. Στη συνέχεια ο ανωτέρω Δ.ς Β.ς με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Γεωργίου Αποστολίδη που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο 88 και με αριθμό ... μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου της πιο πάνω έκτασης στον Κ. Α. και ο τελευταίος επίσης λόγω πωλήσεως με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αναστασίου Αγγελινίδη που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ... και με αριθμό ..., μεταβίβασε το 1/8 εξ αδιαιρέτου της ίδιας έκτασης στο Ν. Β. του Δ., πατέρα του ενάγοντος. Στις 6-9-1976 απεβίωσε ο Ν.ς Β.ς και κληρονομήθηκε από την νόμιμη σύζυγο του Α. Β. και τα τέκνα του Α., Ν. - Ξ. και Δ. - Γ. δηλαδή τον ενάγοντα, οι οποίοι νόμιμα αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους με τις ..., ... και ... πράξεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ερμίνας Κομίνη Συλλαίου η πρώτη και του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Χρήστου Βερβενιώτη οι λοιποί που νόμιμα μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στους τόμους ... και με αύξοντες αριθμούς ... και …. Στη συνέχεια οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ν. Β. με την ... πράξη διανομής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Τριβυζά-Κοτσώνη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό … διένειμαν μεταξύ τους τα καταλειφθέντα σε αυτούς κληρονομιαία ακίνητα. Έτσι περιήλθε στον ενάγοντα και στον αδελφό του Ν. -Ξ. Β., μη διάδικο στην παρούσα δίκη, κατ' ίση μερίδα το 1/8 εξ αδιαιρέτου δηλαδή το 1/16 εξ αδιαιρέτου σε καθένα, του επιδίκου οικοπέδου των 1050 τ.μ., που αποτελεί τμήμα της πιο πάνω μείζονος εκτάσεως των 8.905,78 τ.μ. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω πατέρας και δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ν.ς Β.ς, αφότου περιήλθε σε αυτόν με αγορά το επίδικο (1935) κατά το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας (1/8 εξ αδιαιρέτου), ακολούθως μετά το θάνατο του (1976) οι κληρονόμοι του και τέλος ο ενάγων από το έτος 1982 που περιήλθε σε αυτόν τούτο κατά τον ως άνω τρόπο κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου νεμήθηκαν το επίδικο συνεχώς και αδιαλείπτως κατά το διεκδικούμενο πιο πάνω ποσοστό συγκυριότητας μέχρι και το έτος 2003 ασκώντας διαδοχικά επί αυτού εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσιάσεως με διάνοια συγκυριών με τη θέληση δηλαδή να το έχουν δικό τους κατά το ως άνω ποσοστό, ο πρώτος ενασκώντας τη σύννομη του με καλή πίστη για το πριν τις 23-2-1946 χρονικό διάστημα έχοντας δηλαδή την πεποίθηση χωρίς βαριά αμέλεια ότι αποκτούσε συγκυριότητα. Πιο συγκεκριμένα επόπτευαν και προστάτευαν τα σύνορα του από τους τυχόν καταπατητές, είχαν δε διαρκώς στραμμένη την διάνοια κυρίου επάνω σε αυτό, ενώ ανά πάσα στιγμή, έστω και αν δεν βρίσκονταν σε διαρκή σωματική επαφή με το ακίνητό τους, μπορούσαν να ενεργήσουν σε αυτό πράξεις εξουσιάσεως. Ειδικότερα, ο δικαιοπάροχος πατέρας του ενάγοντος από κοινού με τους λοιπούς συγκυρίους μόλις πληροφορήθηκαν ότι ο Β. Ε., κάτοικος Χαλκίδας, εκμεταλλευόμενος την απουσία τους, αφού άπαντες ήταν κάτοικοι Αθήνας, κατέλαβε το ως άνω οικόπεδο, επικαλούμενος ότι αυτός είναι κύριος τούτου, άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από 12-6-1963 αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθούν συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους αποδώσει τούτο. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας απεβίωσε ο ανωτέρω εναγόμενος, μετά δε την γενόμενη από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποποίηση της κληρονομιάς, το Ελληνικό Δημόσιο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος στην τελευταία τάξη συνέχισε τη δίκη που διακόπηκε. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 646/1968 απόφαση του Πρωτοδικείου Χαλκίδας που δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και ειδικότερα αναγνώρισε το δικαιοπάροχο του ενάγοντος συγκύριο κατά το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας του ήτοι 1/8 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο, αφού παραιτήθηκε από την ασκηθείσα κατά της απόφασης αυτής έφεσης, στις 4-12-1969 παρέδωσε στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος κατά το πιο πάνω ποσοστό το διεκδικούμενο ακίνητο, σύμφωνα με το με ίδια ημεροχρονολογία πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής που συνετάγη μεταξύ αφενός του Σ. Τ., οικονομικού εφόρου Χαλκίδας, ενεργούντος ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου του Ν. Β. και υπογράφηκε από τους ίδιους, αντίγραφο του οποίου απεστάλη στο Υπουργείο Οικονομικών. Στη συνέχεια οι εκ των συγκυρίων του πιο πάνω ακινήτου Ν.ς Β.ς και Π. Ζ. άσκησαν εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου την από 8-4-1970 αγωγή ζητώντας να υποχρεωθεί τούτο να τους καταβάλει τα μισθώματα που κατά το χρονικό διάστημα της πιο πάνω αντιδικίας, 1-1-1963 έως 31-12-1969 είχε εισπράξει από την εκμίσθωσή του από τη μισθώτρια Α. Χ., η οποία σημειωτέον το είχε υπομισθώσει στον ήδη εναγόμενο Α. Κ., ο οποίος εντός αυτού από το έτος 1960 λειτουργούσε συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 9953/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δέχθηκε, την αγωγή εν μέρει και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό δημόσιο να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα το ποσό των 4.738,50 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Μετά την παράδοση από το Ελληνικό Δημόσιο του ανωτέρω ακινήτου στους συγκυρίους, στην αρχή η ανωτέρω μισθώτρια και στη συνέχεια μετά την αποχώρησή της από το μίσθιο ο εναγόμενος ως μισθωτής, καθόλον το χρονικό διάστημα από το έτος 1970 μέχρι το έτος 1986, ανελλιπώς κατέβαλαν τα μισθώματα στο δικηγόρο Χαλκίδας Δ. Βασιλείου, ο οποίος ήταν εξάδελφος των συγκυρίων Δ. και Σ. Κ.. Μετά το θάνατο του εν λόγω δικηγόρου που συνέβη τον Ιούλιο του έτους 1986 ο εναγόμενος έπαυσε να καταβάλλει το οφειλόμενο μίσθωμα. Έτσι οι συγκύριοι του μισθίου ακινήτου Ε. Σ., Δ.ς Κ., Σ. Κ., Π. Ζ., Ν.ς Β.ς και Δ.ς Β.ς, δηλαδή ο ενάγων, άσκησαν την από 8-11-1994 αγωγή στην οποία επικαλούμενοι ότι ο εναγόμενος μισθωτής Α. Κ. καθυστερεί από δυστροπία να τους καταβάλλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 15-7-1986 έως και την άσκηση της αγωγής, ζήτησαν να υποχρεωθεί να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε• στις 2-6-1995 και επί αυτής εκδόθηκε η 413/1995 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της, επειδή οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν βεβαίωση ότι περιέλαβαν στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος τα καθυστερούμενα μισθώματα, ενώ ακολούθως κατά τη νέα συζήτηση της ματαιώθηκε χωρίς έκτοτε κάποιος από τους διαδίκους να επισπεύσει τη συζήτηση της. Εξάλλου, πρέπει να αναφερθεί ότι ο ενάγων επί σειρά ετών και ενδεικτικά τα έτη 1983 έως 1988 κατέβαλε στο Δήμο Χαλκιδέων το βεβαιωθέντα φόρο ακαλύπτων χώρων. Έτσι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα (1935-2004) λόγω των συνεχών πιο πάνω ενεργειών του ενάγοντος, των συγκληρονόμων του και του δικαιοπαρόχου του, τόσο οι περίοικοι όσο και οι αρχές αυτούς εγνώριζαν ως συνιδιοκτήτες του διεκδικούμενου ακινήτου, Αντίθετα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος από το 1956 και εφεξής μέχρι την άσκηση της αγωγής νεμόταν το επίδικο και ειδικότερα ότι ασκούσε σε αυτό πράξεις φυσικής εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου, γενόμενος έτσι κύριος τούτου με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία, οι δε κατασκευές στις οποίες προέβη (υπόστεγα, περίφραξη κλπ) έγιναν κατά την διάρκεια της μακρόχρονης παρουσίας του στο μίσθιο με την ιδιότητά του αρχικά ως υπομισθωτής και στη συνέχεια ως μισθωτής για την εξυπηρέτηση του στην άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και όχι με τη θέληση να το εξουσιάσει ως κύριος αυτού. Ο ισχυρισμός του ότι ο Β. Ε. φερόμενος ως κύριος του επιδίκου επέτρεψε σε αυτόν το έτος 1953 να εγκαταστήσει εντός αυτού συνεργείο αυτοκινήτων και ότι ακολούθως το έτος 1956 ατύπως του μεταβίβασε την κυριότητα καθόσον δεν μπόρεσε να του επιστρέψει το ποσό των 60.000 δραχμών που ως δάνειο του είχε χορηγήσει το έτος 1955 νεμηθείς έκτοτε τούτο, δεν αποδεικνύεται δεδομένου ότι εάν ήταν αληθές ότι από το 1956 και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 40 ετών νεμόταν τούτο ασφαλώς θα το εδήλωνε στην αρμόδια εφορία ως ιδιοκτησία του, προκειμένου να την κατοχυρώσει και να την προστατέψει γιατί και η απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αποτελεί νόμιμο τρόπο κτήσεως αυτής, την οποία μπορούσε να επικαλεστεί ενώπιον οποιασδήποτε αρχής, ενέργεια στην οποία όμως δεν προέβη γιατί ουδέποτε άσκησε με διάνοια κυρίου τις επικαλούμενες διακατοχικές πράξεις, ενόψει και του ότι ασφαλώς γνώριζε τη δικαστική αντιδικία των αληθινών συγκυρίων αρχικά με τον Β. Ε. και στη συνέχεια με το Ελληνικό Δημόσιο και την έκβαση των σχετικών αγωγών. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ. και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Σ. Ρ. και Ι. Ρ.. Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών δεν μπορούν να στηρίξουν διαφορετική δικαστική κρίση, καθόσον όσα καταθέτουν αναφορικά με την επικαλούμενη άτυπη πώληση του επιδίκου προς τον εναγόμενο, τα γνωρίζουν από διηγήσεις του ίδιου, ενώ εξάλλου δεν δίδουν καμία εξήγηση για το γεγονός όχι επί σειρά ετών ο τελευταίος κατέβαλε μίσθωμα ως μισθωτής τούτου.
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έγινε συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά το πιο πάνω ποσοστό συγκυριότητας με παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο, η δε ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε ο εναγόμενος είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ασκούσε νομή επί του επιδίκου κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα διαρκώς και ανενόχλητα. Επομένως, με τις προαναφερόμενες ενέργειες του απέβαλε τον ενάγοντα κατά τρόπο παράνομο, αυθαίρετο και χωρίς δικαίωμα από το ακίνητο του κατά το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας του, θίγοντας με τον τρόπο αυτό τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα επί αυτού και αποστερώντας τον του δικαιώματος χρήσης και κάρπωσης του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, χωρίς ελλείψεις, αντιφάσεις ή ενδοιασμούς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης της κτήσης δηλαδή της κυριότητας τουεπιδίκου ακινήτου από μέρους του ενάγοντος. Ειδικότερα το Εφετείο, στήριξε το αποδεικτικό του πορίσματος στο ότι τόσο οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος όσο και ο ίδιος ο ενάγων ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στο επίδικο πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι ασκήσεως της αγωγής συνεχώς και αδιαλείπτως, ενώ ο εναγόμενος ουδέποτε άσκησε σ' αυτό πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, καθόσον υπήρξε υπομισθωτής και μισθωτής αυτού, οι δε κατασκευές, στις οποίες προέβη εντός αυτού, έγιναν προς διευκόλυνση της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε πότε ακριβώς καταρτίσθηκε η υπομίσθωση, ούτε ποιο ήταν το υπομίσθωμα και αν καταβαλλόταν αυτό στην υπεκμισθώτρια, ούτε με ποιους από τους συγκύριους καταρτίσθηκε η σύμβαση, ούτε υπό ποια ιδιότητα καταβαλλόταν το μίσθωμα στον Δ. Β., ούτε, τέλος, ο λόγος που οι συγκύριοι δεν άσκησαν αγωγή αποδόσεως του μισθίου (επιδίκου), όταν ο εναγόμενος από, το έτος 1986 έπαυσε να καταβάλει τα μισθώματα. Οι λοιπές όμως αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επισημαίνεται, ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι, αν ο εναγόμενος θεωρούσε τον εαυτό του κύριο του επιδίκου, θα το δήλωνε στην αρμόδια ΔΟΥ, αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος ήταν μισθωτής του επιδίκου έλαβε υπόψη τρεις (3) τηλεφωνικές εντολές πληρωμής μισθώματος της Εθνικής Τράπεζας, υποκατάστημα Χαλκίδας και συγκεκριμένα τις από 13/12/1979 για ποσό 4956 δρχ, από 21/3/1979 για ποσό 6965 δρχ και από 21/11/1979 για ποσό 4972 δρχ, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος - ενάγων δεν επικαλέσθηκε. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα (3 αποδείξεις) και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ,από το άρθρο 559 αριθ. 11γ'ΚΠοΛΑ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα:1) Την από 8-11-1994 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, την οποία άσκησαν εναντίον του οι Ε. χήρα Α. Σ., Δ. Κ., Σ. Κ., Π. Ζ., Ν.ς Β.ς και Δ.ς Β.ς, 2) την εκδοθείσα επ' αυτής 413/1995 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, 3) την από 20-5-1996 κλήση προς συζήτηση της αγωγής, και 4)το υπ' αριθ. 130/1996 πρακτικό ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, από τα οποία προκύπτει ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν υπήρξε μισθωτής του επιδίκου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, βεβαιώνει, πως στο αποδεικτικό πόρισμα του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα μετ' επικλήσεως προσκομίζουν". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, από τα οποία μάλιστα τα δύο πρώτα ρητώς μνημονεύονται σ' αυτή (απόφαση).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, τα οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, η επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε το μη προταθέντα ισχυρισμό του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ότι αυτός (ενάγων-αναιρεσείων) είχε εκμισθώσει ή υπομισθώσει το επίδικο στον αναιρεσείοντα-εναγόμενο και, έτσι, απέρριψε την περί ιδίας κυριότητας ένστασή του, στηριζόμενη στο ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) νεμόταν το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη προταθείς ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα του Δικαστηρίου, το οποίο προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2008 αίτηση του Α. Ι.Κ., για αναίρεση της 74/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ