Legislator Case Law & Legislation
404/2008 AI generated

404/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 404/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Αναστασίου - Φιλητά Περίδη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

404/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά το άρθρο 261 Α.Κ., που εφαρμόζεται και επί της αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρ. 279 Α.Κ.), η παραγραφή και συνεπώς και η αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, είτε καταψηφιστική είναι αυτή, είτε αναγνωριστική, με την προϋπόθεση ότι η έννομη σχέση, που αφορά η αναγνωριστική αγωγή, αποτελεί τη βάση της μη ασκηθείσης καταψηφιστικής αγωγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 404 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 404/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Αναστασίου - Φιλητά Περίδη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλαμούτσο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΕΩΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "MERSER Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωτσοβίλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2389/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4852/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-12-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 10-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 672 Α.Κ., ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει οποτεδήποτε και τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, του οποίου όμως η μη βασιμότητα καθιστά άκυρη την καταγγελία, με συνέπεια ο εργοδότης να καθίσταται υπερήμερος και να υποχρεούται στην καταβολή μισθών υπερημερίας, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού, η οποία πηγάζει από άκυρη καταγγελία συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της συμβάσεως. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική αποσκοπεί στην ανάγκη ταχείας άρσης κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη.

Όταν δε παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ. ΑΠ 1338/1985). Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνο για τους μισθωτούς, που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω Νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη, που έχουν ισχύ νόμου.

Έτσι, η αγωγή του μισθωτού και στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου από μέρους του εργοδότη και της εντεύθεν υποχρεώσεως αυτού προς καταβολή μισθών υπερημερίας πρέπει να κοινοποιηθεί εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η οποία αρχίζει από την επομένη της ημέρας, που έλαβε χώρα η καταγγελία με την περιέλευσή της στο μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε κατά το άρθρο 243 Α.Κ.

Τέλος, κατά το άρθρο 261 Α.Κ., που εφαρμόζεται και επί της αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρ. 279 Α.Κ.), η παραγραφή και συνεπώς και η αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, είτε καταψηφιστική είναι αυτή, είτε αναγνωριστική, με την προϋπόθεση ότι η έννομη σχέση, που αφορά η αναγνωριστική αγωγή, αποτελεί τη βάση της μη ασκηθείσης καταψηφιστικής αγωγής.

Η αποσβεστική όμως προθεσμία, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, λογίζεται, κατά το άρθρο 263 Α.Κ., ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή απορριφθεί αυτή τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών ή, προκειμένου περί αξιώσεων, που υπόκεινται σε βραχύτερη από το χρόνο αυτό αποσβεστική προθεσμία, εντός του βραχύτερου αυτού χρόνου, οπότε η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη από 17-8-2001 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι από κοινού με τους αναφερόμενους εταίρους συνέστησε εταιρία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία και ότι, σύμφωνα με όρο του καταστατικού της, συνήψε παράλληλα με αυτή και σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που ταυτίζεται με τη διάρκεια (25 ετών) της εταιρίας, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός στο συνεργείο αυτοκινήτων αυτής, αντί συμφωνηθέντος μισθού, που ανερχόταν κατ' αρχήν σε ποσοστό επί ων ετησίων κερδών της και από το έτος 1992 στο ποσό των 450.000 δρχ.

μηνιαίως. Ότι, συνεπεία καλόπιστης κριτικής του σχετικά με τη διοίκηση της εταιρίας από μέρους του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, επέσυρε την οξύτατη έχθρα και αντιπάθεια αυτού, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να καταγγείλει χωρίς σπουδαίο λόγο στις 15-11-1994 την ως άνω σύμβαση εργασίας. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, η δε αναιρεσίβλητη αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την εργασία του, καταστάσα πλέον υπερήμερη.

Ότι είχε ασκήσει προηγουμένως κατά της αντιδίκου του την από 31-10-1999 αγωγή, που είχε την ίδια με την κρινόμενη ιστορική και νομική αιτία, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε νομίμως στις 28-2-2001. Ζήτησε δε, κατόπιν του προεκτιθεμένου ιστορικού, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει σ' αυτόν το ποσό των 42.300.000 δρχ.

συνολικώς για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και άδειας του χρονικού διαστήματος από 1-12-1994 έως το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (Αύγουστος 2001), καθώς επίσης να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται την εργασία του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος έχουν ως γενεσιουργό αιτία την ακυρότητα της γενόμενης στις 15-11-1994 χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με εντεύθεν συνέπεια την περιέλευση της αναιρεσίβλητης σε κατάσταση υπερημερίας και την υποχρέωση αυτής προς καταβολή των μισθών υπερημερίας, συνεπεία αρνήσεώς της να αποδεχθεί την εργασία του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, η αγωγή αυτή έπρεπε να ασκηθεί εντός της ως άνω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από το χρόνο (28-2-2001) της παραιτήσεως του τελευταίου από το δικόγραφο της προηγούμενης πανομοιότυπης κατά το περιεχόμενο από 31-10-1999 αγωγής του, ήτοι μέχρι τις 28-5-2001, ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 23-8-2001, ήτοι μετά την πάροδο της εν λόγω αποσβεστικής προθεσμίας, ανεξάρτητα του ότι και η πρώτη αγωγή κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη μετά την πάροδο της αυτής προθεσμίας από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων είναι και η αγωγή, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναιρέσεως, πέραν από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 559 του αυτού Κώδικα.

Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε στοιχεία περισσότερα ή θεώρησε επαρκή λιγότερα στοιχεία απ' όσα κατά νόμο χρειάζονται για τη θεμελίωση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, υπάρχει παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, αν έλαβε τούτο υπόψη γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμιμο της αγωγής ή αν δεν έλαβε υπόψη του παρόμοια γεγονότα, που εκτίθενται στην αγωγή, υπάρχουν λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντων, ως μη περιεχομένων στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ισχυρισμών, κατά τους οποίους α) συνήψε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και β) οι ένδικες αξιώσεις του γεννήθηκαν από την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής, οι ανωτέρω ισχυρισμοί περιέχονται σ' αυτό και συνεπώς, το Εφετείο παραδεκτώς έλαβε υπόψη αυτούς, ως προταθέντας από τον αναιρεσείοντα, αφού ο τελευταίος ρητώς εκθέτει ότι α) η επικαλούμενη σύμβαση εργασίας καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και επόμ.

Α.Κ., β) η αναιρεσίβλητη στις 15-11-1994 κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο τη σύμβαση αυτή, η οποία δεν έληξε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, γ) η ίδια αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την εργασία του ακόμη και με την παρεμπόδισή του στον τόπο παροχής αυτής από το νόμιμο εκπρόσωπό της και τα αρμόδια όργανά της να εργασθεί και δ) η αναιρεσίβλητη κατέστη πλέον υπερήμερη και, συνεπεία αυτής, υποχρεούται να του καταβάλει, μετά από επίκληση των διατάξεων των άρθρων 648 παρ. 1, 653, 656 εδ.

α' και 669 παρ. 1 Α.Κ., τους αιτουμένους μισθούς υπερημερίας. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα υπάγεται στο λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, για τον προαναφερόμενο λόγο, με βάση τα όσα εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, χωρίς να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως. Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία ως προς το γεγονός ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος γεννήθηκαν από την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αυτού, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.12.2003 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 4852/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ