404/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: αναφέρονται 11 αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζιτζικάκη, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω αναφερόμενη ως ανήλικη ....(στους υπό στοιχ. 3 και 7 αναιρεσείοντες) ενηλικιώθηκε πλέον, παρίσταται ατομικά για τον εαυτό της στο ακροατήριο και διορίζει ως πληρεξούσιό της τον ίδιο δικηγόρο.
Legislator headnote
AI generated404/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' αναίρεση δίκης, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 404 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 404/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: αναφέρονται 11 αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζιτζικάκη, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω αναφερόμενη ως ανήλικη ....(στους υπό στοιχ. 3 και 7 αναιρεσείοντες) ενηλικιώθηκε πλέον, παρίσταται ατομικά για τον εαυτό της στο ακροατήριο και διορίζει ως πληρεξούσιό της τον ίδιο δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. .... 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ασημίνα Καούνη και 3. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1.....και 2. ...., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-6-1999 και 4-2-2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4929/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5385/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντες με την από 17 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους και το υπό στοιχείο Β. αναιρεσείον με την από 10 Ιουλίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε τις από 13 Σεπτεμβρίου 2006 και 28 Δεκεμβρίου 2006 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της από 17-2-2005 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την παραδοχή της από 10-7-2006 συνεκδικαζόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της από 17-2-2005 αίτησης και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' αναίρεση δίκης, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Α) Επί της υπ' αριθ. πινακίου 46 υπόθεσης.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στις 11-1-1999 και περί ώρα 10.10΄, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... Δ.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας και κατοχής του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου και ασφαλισμένο, για τις από τη λειτουργία του ζημίες προς τρίτους, στην ασφαλιστική εταιρεία "ΕΞΠΡΕΣ Α.Ε.Γ.Α.", της οποίας είχε ανακληθεί από 30-12-1998 η άδεια λειτουργίας για παράβαση του νόμου και έτσι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής υπεισήλθε το τρίτο εναγόμενο-ενάγον και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", εκινείτο επί της οδού ..., στην ...
Αττικής, με κατεύθυνση από Αθήνα προς ..., στο προοριζόμενο για την κατεύθυνση αυτή μέρος του οδοστρώματος, το οποίο αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας και χωρίζεται από το προοριζόμενο για την αντίθετη κατεύθυνση μέρος του οδοστρώματος της ιδίας οδού με διαχωριστική νησίδα. Ενώ πλησίαζε προς τη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό....
όπου την κίνηση πεζών και οχημάτων ερρύθμιζαν φωτεινοί σηματοδότες σε λειτουργία, είδε ότι ο φωτεινός σηματοδότης για την κατεύθυνσή του έδειχνε πράσινο σταθερό φως, γι' αυτό και συνέχισε την προς τα εμπρός κίνησή του, επί της αριστερής σε σχέση με την κατεύθυνσή του, λωρίδας κυκλοφορίας με ταχύτητα 36 χιλιομέτρων την ώρα.
Φθάνοντας όμως σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από το φωτεινό σηματοδότη για την κατεύθυνσή του και την εκεί διάβαση πεζών, αναγκάστηκε να τροχοπεδήσει απότομα γιατί είδε ότι ο πεζός και συγγενής των αναιρεσειόντων ....επιχείρησε να διασχίσει, κάθετα και με γρήγορο βηματισμό, τη διάβαση πεζών, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνσή του.
Παρά το φρενάρισμα όμως αυτό χτύπησε, με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του, τον προαναφερόμενο πεζό, ο οποίος έπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του, εξαιτίας του οποίου επήλθε την άλλη ημέρα ο θάνατός του. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το ατύχημα αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος πεζού.
Η αμέλειά του συνίσταται στο ότι, παρόλο που στη διάβαση πεζών την οποία επρόκειτο να χρησιμοποιήσει υπήρχε φωτεινός σηματοδότης, ο οποίος έδειχνε για τους πεζούς κόκκινο φως, δεν συμμορφώθηκε προς το σήμα του αυτό, αλλά επιχείρησε να διασχίσει τη διάβαση, κατά παράβαση των άρθρων 7 παρ. 1β και 38 παρ. 4β του Κ.Ο.Κ. (ν.2094/92), με γρήγορο βηματισμό, χωρίς να ελέγξει ή υπολογίζοντας εσφαλμένα την απόφαση και την ταχύτητα του επερχόμενου, σε μικρή απόσταση (10 περίπου μέτρων) και με μικρή ταχύτητα (36 χιλιομέτρων την ώρα), από αριστερά του, αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην ευθεία πορεία του, να χτυπηθεί από αυτό, με το εμπρόσθιο μέρος του, να τραυματιστεί και να επέλθει την επόμενη ημέρα, εξαιτίας του τραυματισμού του αυτού, ο θάνατός του.
Περιστατικά που να θεμελιώνουν υπαιτιότητα και του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του αυτοκινήτου για το ατύχημα αυτό δεν προκύπτουν από τις αποδείξεις, αφού εκινείτο κανονικά με ταχύτητα 36 χιλιομέτρων την ώρα και τη στιγμή που πλησίαζε προς τη διασταύρωση όπου έλαβε χώρα το ατύχημα ο φωτεινός σηματοδότης για την κατεύθυνσή του έδειχνε πράσινο σταθερό φως, δεν μπόρεσε δε να αντιδράσει αποτελεσματικά, παρά το απότομο φρενάρισμα που επιχείρησε, γιατί δεν είχε, λόγω της μικρής απόστασης από τον πεζό θανόντα όταν κινήθηκε, με γρήγορο βηματισμό, να διασχίσει τη διάβαση, τα προς τούτο τοπικά και χρονικά περιθώρια".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, της αποκλειστικής δηλαδή υπαιτιότητας του θανάσιμα τραυματισθέντος συγγενούς των αναιρεσειόντων, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή τους. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού αναφορικά με την επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.
Ειδικότερα δεν αναφέρει: α) ποιο ήταν το συνολικό πλάτος και των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της οδού ... στο ρεύμα προς... β) ποια ήταν η κυκλοφοριακή κίνηση στον τόπο του ατυχήματος και ποιος ο λόγος οδήγησης του φορτηγού αυτοκινήτου στην αριστερή και όχι στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, γ) από ποια ακριβώς απόσταση ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός, ενόψει της υπάρχουσας ευθείας και της κίνησης των οχημάτων, αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον θανατωθέντα πεζό να διασχίζει κάθετα την οδό Κύπρου από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, ώστε να κριθεί το μεν αν η μετέπειτα ενέργειά του και συγκεκριμένα η τροχοπέδηση, που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει το μήκος ιχνών της τελευταίας, έλαβε χώρα εγκαίρως προς αποτροπή του ατυχήματος, το δε αν υπήρχε το χρονικό περιθώριο να ενεργήσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό και δ) σε ποιο ακριβώς σημείο της αριστερής λωρίδας του προς ....ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ....βρισκόταν ο πεζός όταν παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο και πόσο απείχε αυτό (σημείο) από την παρακείμενη, διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, νησίδα ασφαλείας.
Έτσι, όμως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του ως άνω κρίσιμου ζητήματος της υπαιτιότητας που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ως διαλαμβάνουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της υπαιτιότητας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.
Β) Επί της υπ' αριθ. πινακίου 40 υπόθεσης.
Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 2761 και 2760/18.9.2006 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 10.7.2006 αίτησης αναίρεσης, μετά της κάτωθι αυτής πράξης ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσιβλήτους.
Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την παρούσα συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει αυτή παρά την απουσία τους.
ΙΙ.- Επειδή ορίζει η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσας έφεσης. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία του νόμου.
Η μη επέκταση αυτή της αναίρεσης και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της κύριας αγωγής έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και επίσης είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως νικήσαντα εναγόμενο της κύριας αγωγής επικουρική έφεση κατά του νικήσαντος επίσης συναγομένου του για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής ήθελε γίνει δεκτή με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του.
Αν η παραπάνω έφεση καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής απόφασης ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας έφεσης ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναίρεσης περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης μεταξύ των οποίων θα διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την έρευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ.
Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή εφόσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν το μεν την από 412 2002 έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής περί αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό, σε τροχαίο ατύχημα, του στενού συγγενούς τους κατά της 4929/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή τους λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος το δε την από 3.1.2003 επικουρική έφεση, που άσκησε το ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής Επικουρικό Κεφάλαιο που υπεισήλθε στη θέση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΠΡΕΣ Α.Ε.Γ.Α." μετά την ανάκληση της λειτουργίας της, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, του οποίου οδηγός και ιδιοκτήτης ετύγχαναν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, κατά της ίδιας ως άνω απόφασης που απέρριψε κατ' ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή του, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής.
Κατά της εφετειακής απόφασης οι ενάγοντες της κύριας αγωγής - εκκαλούντες της κύριας έφεσης άσκησαν την από 17.2.2005 αίτηση αναίρεσης, παραπονούμενοι για την απόρριψη της έφεσής τους και ζήτησαν την αναίρεση της απόφασης με σκοπό το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να κάνει δεκτή την έφεσή τους και δικάζοντας κατ' ουσίαν επί της κύριας αγωγής τους να την κάνει δεκτή.
Στην περίπτωση αυτή και σύμφωνα με την νομική σκέψη που προηγήθηκε, το εναγόμενο της κύριας αγωγής και ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής, το οποίο στη δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητο στην έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής και εκκαλούν της επικουρικής έφεσης, έχει έννομο συμφέρον με την ιδιότητα του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής και εκκαλούντος της επικουρικής έφεσης να ασκήσει κατά της εφετειακής απόφασης (με την οποία απορρίφθηκε η επικουρική έφεση του ενάγοντος της απορριφθείσας πρωτοδίκως παρεμπίπτουσας αγωγής του), επικουρική αναίρεση με αίτημα για την περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση των εναγόντων της κύριας αγωγής και αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των εναγόντων της απορριφθείσας πρωτοδίκως κύριας αγωγής τους, να αναιρεθεί η ίδια απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική έφεση του ενάγοντος της απορριφθείσας πρωτοδίκως παρεμπίπτουσας αγωγής του, έτσι, ώστε, εφόσον γίνει δεκτή η κύρια αγωγή να γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 17.2.2005 και 10.7.2006 αιτήσεις των ....κλπ και του ΝΠΕΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" αντίστοιχα για αναίρεση της 5385/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την 5385/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους της από 17.2.2005 αίτησης αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους της από 10.7.2005 αίτησης επικουρικής αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσειόντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ