Legislator Case Law & Legislation
403/2025 AI generated

403/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 403/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

403/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 403 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 403/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: J. (Τ.) B. (Μ.) του A. (Α.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κούρεντα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ρουβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 810/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1198/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-2-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 26-2-2021 (αρ. εκθ. κατ....2021) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθ. 1198/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.),με κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 28-2-2019 ,εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.2 του ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον η προσβαλλόμενη δημοσιεύτηκε στις 28-2-2019 και ο χρόνος προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ. α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α' του ν. 4790/2021, δεν υπολογίζεται. ( ΑΠ 1171/2023, ΑΠ 1232/2023) . Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες(ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις (άρθρ. 559 αριθ. 1α' και 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο τη προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1217/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α' Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος". Το διαφυγόν κέρδος, αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων.

Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Απαιτείται, δηλαδή, η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων"), και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους.

Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1092/2022,ΑΠ 486/2020, ΑΠ 1516/2018).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 1563/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 210/2020, AΠ 206/2020, ΑΠ 134/2019).

Στο νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας.

Ειδικότερα, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 298 Α.Κ., αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και συνεπώς, η ύπαρξη της από αυτή αναφυόμενης αξιώσεως ( ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 67/2017, ΑΠ 600/2009). Για να γίνει δεκτή η σχετική αξίωση, πρέπει ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας.

Είναι διαφορετικό ζήτημα, αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1205/2018, ΑΠ 67/2017). Η ζημία δηλαδή από την πιο πάνω αιτία υπολογίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο. (ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 1208/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο της ένδικης αγωγής για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος , λόγω της απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, στην επιχείρηση της συζύγου του ,ως διανομέας κατ'οίκον , εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., καθόσον απαίτησε, ως προϋπόθεση για την ύπαρξη διαφυγόντων κερδών, τη συνδρομή περιστατικών που καθιστούν βέβαιη την εργασιακή απασχόλησή του.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το ως άνω κονδύλιο της ένδικης αγωγής, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "..... Ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται, κατά τη διάταξη του εδ.

β' του άρθρου 298 Α.Κ. "εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και εξαιτίας τούτου κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, γι' αποζημίωσή του και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε, αν δεν γινόταν εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του ανίκανος για εργασία ....

Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την ύπαρξη διαφυγόντος κέρδους, αρκεί η προσδοκία του με πιθανότητα [....] κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, η ύπαρξη δηλαδή προσφόρου αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ υπαιτίου ζημιογόνου συμπεριφοράς και διαφυγόντος κέρδους.

Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. έχει ουσιαστικό χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, τα οποία ο ενάγων οφείλει να επικαλείται για το ορισμένο της αγωγής του, κατ' άρθρα 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ. αλλά και δικονομικό (χαρακτήρα), εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση [...].

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει επίσης ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν τη προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς επίσης οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. να εκτίθενται στην αγωγή....

Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 Α.Κ., ούτε του κέρδους που φέρεται συνολικά ως διαφυγόν, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών. [...] Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή και να αποδεικνύεται το πρόσωπο του εργοδότη, στον οποίο θα εργαζόταν στο μέλλον και αν αυτός έχει τη δυνατότητα να απασχολήσει τον τραυματισθέντα.

Στο νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, η προσδοκία των κερδών δεν συναρτάται με μία και μόνο αιτία πορισμού αυτού και, ειδικότερα, αποκλειστικώς και μόνο, από μία έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά ως "διαφυγόντα κέρδη" θεωρούνται και τα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, έστω και από άκυρη σύμβαση εργασίας.

Για την εφαρμογή δε της ως άνω διατάξεως (άρθρο 298 Α.Κ.), αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πόρισμά εισοδήματος από την παρεχόμενη , αντί οικονομικού ανταλλάγματος ( μισθού) ,εργασία είτε με βάση έγκυρη είτε άκυρη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, η ύπαρξη της από αυτή αναφυομένης αξιώσεως [...].

Είναι διαφορετικό ζήτημα το θέμα αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.[ ....] Σε κάθε όμως περίπτωση δεν αρκεί για τη θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση, η επίκληση της υποκειμενικής βουλήσεως του παθόντος για μελλοντική επιλογή επαγγέλματος ούτε της ευκαιριακής ενασχολήσεώς του με ορισμένη δραστηριότητα, αν δεν γίνεται παράλληλα επίκληση και συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να πιθανολογείται η μελλοντική άσκηση του σχετικού επαγγέλματος....[...].

Εν προκειμένω, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε η (πραγματική) δυνατότητα του ζημιωθέντος - ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), προς πορισμό εισοδήματος από την παροχή εργασίας (είτε με βάση έγκυρη είτε άκυρη σύμβαση εργασίας) και συνεπώς, η ύπαρξη της από αυτή αναφυομένης αξιώσεως ενόψει μάλιστα του ότι, όπως προαναφέρθηκε, για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως δεν αρκεί η επίκληση της υποκειμενικής βουλήσεως του παθόντος για μελλοντική επιλογή επαγγέλματος ούτε της ευκαιριακής ενασχολήσεώς του με ορισμένη δραστηριότητα, ως αναπόδεικτη, είναι απορριπτέα.

Ειδικότερα (όπως εξάλλου ήδη έχει γίνει δεκτό - βλ. την προαναφερομένη υπ' αριθμόν 116/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) ο ενάγων κατά τον προ του ενδίκου ατυχήματος χρόνο δεν προέκυψε ότι εργαζόταν (είτε, κατά τον αναφερόμενο στην προγενεστέρως ασκηθείσα από 20-6-2012 ...αγωγή ισχυρισμό στο κατάστημα ψιλικών - "τυροπιτάδικο" που διατηρεί η σύζυγός του στην Καλλιθέα Αττικής, επί της οδού ..., έναντι αμοιβής οκτακόσιων (800) ευρώ μηνιαίως, είτε ως διανομέας ("delivery"), κατά τα κατατεθέντα από την με επιμέλειά του εξετασθείσα μάρτυρα- σύζυγό του (βλ.

την προαναφερομένη υπ' αριθμόν 116/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών). Υπέρ της κατά τα ανωτέρω κρίσεως του Δικαστηρίου συνηγορούν: α) το ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων οποιαδήποτε στιγμή του βίου του παρείχε οποιουδήποτε είδους (μισθωτή ή μη) εργασία, καθόσον ουδεμία σχετική περί αυτού έγγραφη απόδειξη δεν προσκομίζεται (αντίγραφο υποβληθείσης φορολογικής δηλώσεως, αναγγελία προσλήψεως, κ.λ.π.) και β) ότι ο ίδιος ο παθών - ενάγων στην από 10.11.2011 έκθεση ενόρκου εξετάσεως μάρτυρα δηλώνει ως επαγγελματική του απασχόληση "άνεργος").

Και ναι μεν είναι αληθές, όπως προαναφέρθηκε, ότι: α) δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή και να αποδεικνύεται το πρόσωπο του εργοδότη στον οποίο θα παρείχε την εργασία του ο ενάγων στο μέλλον και β) για τη βασιμότητα του σχετικού αγωγικού αιτήματος (περί επιδικάσεως διαφυγόντων κερδών) το δικαστήριο αρκείται σε πιθανολόγηση πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε από το φέροντα το σχετικό βάρος αποδείξεως ενάγοντα αυτή καθ' εαυτή (ενόψει των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων, κ.λ.π.) η δυνατότητά του προς πορισμό εισοδήματος από παροχή εργασίας και συνεπώς το σχετικό αγωγικό αίτημα, ως αναπόδεικτο, τυγχάνει απορριπτέο...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα και στη συνέχεια αφού έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας , εξαφάνισε την υπ'αριθμ. 810/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, λόγω απώλειας εισοδημάτων , κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες , που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Και τούτο διότι αιτιολογείται σαφώς και επαρκώς : α) το ουσιώδες ζήτημα της μη εργασιακής απασχόλησης του ενάγοντος κατά τον προ του ενδίκου ατυχήματος χρόνο και β) και ότι δεν αναφέρονται ποια ήταν τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί ώστε να προσδοκώνται με πιθανότητα ,σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων εισοδήματα από μελλοντική εργασία του ενάγοντος, εξαιτίας της ανικανότητας του προς εργασία , για το ένδικο χρονικό διάστημα. .

Τέλος, με τις αιτιάσεις του για έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογιών στο σύνολο τους, ο αναιρεσείων δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού , που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ( ΑΠ 687/2024,ΑΠ 208/2020) και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας , η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ,σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 687/2024,ΑΠ 1198/2023,ΑΠ 1226/2023).

Επομένως, πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ούτε όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής ( ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1051/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 194/2021).

Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 697/2024, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019) ή στη περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020).

Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, όπως αυτός αναλύθηκε παραπάνω δηλαδή θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 605/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση , κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ότι " για το δικάσαν Εφετείο αρκούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση η πιθανολόγηση ,που προσεγγίζει τα όρια της βεβαιότητας , ότι (ο αναιρεσείων), δεν θα μπορούσε να εργαστεί μετά το ατύχημα οπουδήποτε ,με οποιαδήποτε ειδικότητα ή ιδιότητα και μισθό και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να γίνεται λόγος για λήψη οποιωνδήποτε προπαρασκευαστικών μέτρων, για άσκηση εργασίας και για τον παραπάνω λόγο έσφαλε η προσβαλλόμενη". Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα αναγόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας από τον λόγο αυτό, προβάλλεται αιτίαση για τη, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.

β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017). Στη περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 109/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εάν ελάμβανε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας θα είχε δεχθεί ότι για την απόδειξη του αγωγικού κονδυλίου για την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών από την απώλεια εισοδήματος του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, θα αρκούσε απλή πιθανολόγηση, και ότι δεν απαιτείται να αποδεικνύεται η λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων.

Ωστόσο και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς), ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αντίθετα αναφέρεται ένα απόσπασμα των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι οι επικαλούμενες με τον λόγο αυτό αιτιάσεις, δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας , κατά την προεκτεθείσα έννοια , οι δε επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1226/2023).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων , λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ.), όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2021 (αρ. εκθ. κατ. ...2021) αίτηση για αναίρεση, της υπ'αριθμ. 1198/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών).

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ