Legislator Case Law & Legislation
403/2024 AI generated

403/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 403/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

403/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων, 286 περ. α, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 403 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 403/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ι. θυγατέρας Π. Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μπιρπανάγου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Λ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η συνήγορος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων Π. Σ. του Α. απεβίωσε στις 3/11/2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου …, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ι. Σ. του Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/1/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων, 286 περ. α, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του θανόντος του λόγου διακοπής, με την επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή και εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, ενώ η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, η οποία μπορεί να γίνει και ενιαία μαζί με τη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής (ΑΠ 1562/2022, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 546/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανίστηκε ο πρώτος αναιρεσείων, Π. Σ., εμφανίστηκε, όμως, η δεύτερη αναιρεσείουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Μαρία Μπιρπανάγου, η οποία δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων αποβίωσε στις …, ήτοι μετά την άσκηση της αναίρεσης, σύμφωνα με τη με αριθμό …/2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου … και τη δίκη συνεχίζει η δεύτερη αναιρεσείουσα, θυγατέρα του, Ι.

Σ., ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, εκπροσωπούμενη από την ίδια (πληρεξούσιο δικηγόρο). Ο θάνατος του πρώτου αναιρεσείοντος και η ιδιότητα της δεύτερης αναιρεσείουσας, ως κληρονόμου του, αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικά περί μη αποποίησης, μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος και περί μη δημοσίευσης διαθήκης και την …/2023 πράξη αποδοχής κληρονομίας εξ αδιαθέτου της συμβολαιογράφου Αιγίου, Μαρίας Μουντζουρούλια).

Συνεπώς, η κατά τα ως άνω διακοπείσα βίαια λόγω του θανάτου του πρώτου αναιρεσείοντος δίκη, νομίμως συνεχίζεται από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, με την ιδιότητα της κληρονόμου του, για την οποία πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 202/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, από τη σχέση της οροφοκτησίας (αρθρ. 17 παρ. 3, σε συνδυασμό με 647 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015), το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της με αριθμό 211/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να του καταβάλουν ως αποζημίωση, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 12.415,96 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 24/2015).

Έτσι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 353/2020).

Εξάλλου, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 849/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, ότι οι ίδιοι είναι υπαίτιοι της ζημίας που προκλήθηκε από την πλημμύρα του διαμερίσματός του αναιρεσιβλήτου, λόγω της υπερχείλισης του κοινού βόθρου της οικοδομής (στην οποία οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες) και ότι ο αναιρεσίβλητος είναι συνυπαίτιος, μόνο κατά ποσοστό 20%, ως προς την πρόκληση της ζημίας του.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ούτε οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, κατά τις οποίες, α) ουδέποτε έλαβε χώρα η επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο πλημμύρα του διαμερίσματός του από την υπερχείλιση του βόθρου, β) κανένα καιρικό φαινόμενο μεγάλης έντασης δεν εκδηλώθηκε κατά τον επίδικο χρόνο και γ) ο κοινός βόθρος της οικοδομής είναι υψομετρικά χαμηλότερος από το διαμέρισμα του αναιρεσιβλήτου, έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η διοχέτευση των λυμάτων από την υπερχείλισή του, στο άνω διαμέρισμα του, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 1487/2017).

Ανεξάρτητα πάντως, από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρθηκε στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης από τον εναγόμενο σε βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητου, προς απόκρουση της έφεσης και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019), στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 192/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, χωρίς επίκληση ενάριθμης αναιρετικής πλημμέλειας, αλλά κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και των κονδυλίων της ζημίας, τα οποία δέχθηκε ως ορισμένα, καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτήν η κατάσταση των καταστραφέντων πραγμάτων κατά τον χρόνο της προκλήσεως της ζημίας, η ποιότητα, οι διαστάσεις και η παλαιότητα αυτών, δεχόμενο εν μέρει την ένστασή τους περί αοριστίας της ένδικης αγωγής.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αίτησης, το περιεχόμενο του ισχυρισμού (ένστασης) των αναιρεσειόντων και ειδικότερα τα συγκεκριμένα κονδύλια τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως ορισμένα, ενώ κατά τους ισχυρισμούς τους ήταν αόριστα, ούτε αυτό της αγωγής, ούτε και οι σχετικές με το περιεχόμενο παραδοχές του Εφετείου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σφάλμα, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή όχι, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ορισμένη και δεν την απέρριψε.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσείουσα υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά της, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 202/2021 τελεσίδικης απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ