403/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated403/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 403 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 403/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από: τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ", εδρεύουσα ομοίως ως άνω, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Διοικητή της. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Π., κατοίκου Α.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2532/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1906/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-12-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1906/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 2532/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 8/12/2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσείον με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στις 10/11/2020 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 12/1//2021, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού κόβιντ 19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 987/2022) και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση της αναίρεσης έληγε στις 15/5/2021.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (Α.Π. 1287/2018).
Eξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ.
α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012).
Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1462/2012). Περαιτέρω, ο Ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 177 του ισχύοντος από 1-1-2015 Ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις", αλλά έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού κατά το άρθρο 183 παρ. 2 γ' αυτού, οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 (που αφορά, μεταξύ άλλων, την παραγραφή, αναστολή και διακοπή της παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου) του Κεφαλαίου Β` του Μέρους Δ` ισχύουν για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου, που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή, όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.1 και 91 εδ.
α` (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 παρ.1, 141 του Ν. 4270/2014) τα ακόλουθα: α) Το άρθρο 90 παρ.1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β`) το άρθρο 91 εδ. α`: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ιδίου Ν. 2362/1995 "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεως, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη αυτή του άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.1 και 91 εδ. α` του Ν. 2362/1995, με τις οποίες ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της παραγραφής και της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου (ΑΕΔ 32/2008) και εφαρμόζεται μόνο αν ο δικαιούχος της απαίτησης είναι υπάλληλος του Δημοσίου, δηλαδή πρόσωπο, που συνδέεται με αυτό με σχέση εργασίας, ακόμα και αν αυτή είναι άκυρη, αντίθετα δε δεν έχει εφαρμογή, αν τον δικαιούχο της απαίτησης και το Δημόσιο συνδέει σύμβαση έργου, αφού στην περίπτωση αυτή ο δικαιούχος της απαίτησης δεν είναι υπάλληλος του Δημοσίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητη-ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), παρείχε τις υπηρεσίες της στη Β' Χημική Υπηρεσία Αθηνών, από το 2003, ως καθαρίστρια. Η αμοιβή για τις υπηρεσίες της, ονομαζόμενη πάγια επιχορήγηση, ανέρχονταν στο ποσό των 523 € μηνιαίως, και γινόταν μέσω ειδικής πίστωσης του κρατικού προϋπολογισμού.
Ειδικότερα, την πάγια επιχορήγηση, ως λειτουργική δαπάνη του Γενικού Χημείου του Κράτους, χορηγούσε το Ειδικό Ταμείο Ελέγχου Παραγωγής, Ποιότητας Αλκοόλης, Αλκοολούχων Ποτών (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α.), το οποίο είναι Ν.Π.Δ.Δ., εποπτευόμενο από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Από το τελευταίο τρίμηνο του 2003 το Δ.Σ.
του Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α. αποφάσισε τη διακοπή καταβολής της πάγιας επιχορήγησης, θεωρώντας τη δαπάνη μη νόμιμη, καθώς συνιστά μισθοδοσία και τροποποίησε ταυτόχρονα τον προϋπολογισμό του Ταμείου, καταργώντας τον σχετικό Κ.Α.Ε. Έκτοτε, δεν υπήρχε δυνατότητα πληρωμής της εφεσίβλητης-ενάγουσας. Η τελευταία, όσον αφορά τις αποδοχές της, για το διάστημα από 1-7-2003 έως 31-12-2006 άσκησε την από 8-3-2007 (αριθ.
εκθ. κατ. ...) αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 1289/2007 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδικής Διαδικασίας Εργατικών Διαφορών), και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 6178/2009 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι οι συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων χαρακτηρίζονται δεσμευτικά, εκ του νόμου, ως συμβάσεις έργου, ανεξαρτήτως, εάν αυτές εν προκειμένω τυγχάνουν έγκυρες, ή άκυρες, και απέρριψε την έφεση της εφεσίβλητης-ενάγουσας.
Επιπλέον, αναφορικά με τις αποδοχές της, για το χρονικό διάστημα 2006 έως 2008, η εφεσίβλητη- ενάγουσα, άσκησε εκ νέου αγωγή, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ..., επί της οποίας, γενομένης συζητήσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 565/2010 απόφαση του Δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε τελεσιδίκως ότι "δεν καταλείπεται στο Δικαστήριο πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων έργου της ενάγουσας, και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ακόμα και αν η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ενώ περαιτέρω οι συμβάσεις έργου της ενάγουσας δεν μπορούν να εκτιμηθούν, ούτε ως άκυρες σχέσεις εργασίας, ώστε να έχουν εφαρμογή οι περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ...".
Περαιτέρω, μετά τη λήξη της συνεργασίας της εφεσίβλητης-ενάγουσας με το εκκαλούν-εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον), η ...ενάγουσα, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7-1-2005 αίτηση (αριθ. εκθ. κατ. 1412/2005, Ειδικής Διαδικασίας Ασφαλιστικών Μέτρων), επικαλούμενη ότι η έννομη σχέση, που τη συνέδεε με το ...Ελληνικό Δημόσιο, ήταν η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8623/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που επιδόθηκε στο ...Ελληνικό Δημόσιο, στις 17-11-2005, και έκανε δεκτή την εν λόγω αίτηση, υποχρεώνοντάς το ...να αποδέχεται προσωρινά μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της οικείας ασκηθείσας αγωγής την προσηκόντως προσφερόμενη υπηρεσία της εφεσίβλητης-ενάγουσας.
Παράλληλα, η τελευταία άσκησε την από 17-1-2005, υπ' αριθ. εκθ. κατ. 6942/196/2005 αγωγή επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 1972/2008 μη οριστική απόφαση του Δικαστη-ρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το δικάσαν εκείνο Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, μέχρι την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.), επί των τεθέντων προδικαστικών ζητημάτων.
Τελικώς, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, κατέθεσε εκ νέου αγωγή (αριθ. εκθ. κατ. 53879/1796/2013), ενώπιον του Δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που τη συνδέει με το ...Ελληνικό Δημόσιο, και να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες (της)..., με τους όρους, που ίσχυαν πριν την καταγγελία.
Επί της νέας αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2916/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασίας Εργατικών διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ...και ως εκ τούτου από την ημερομηνία δημοσίευσής της (13-11- 2013) έχει λήξει η ισχύς της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 8623/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδικής Διαδικασίας Ασφαλιστικών Μέτρων).
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη- ενάγουσα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από την 1-2-2011 μέχρι τις 30-11-2013, απασχολήθηκε στο έργο της καθαριότητας του κεντρικού κτηρίου του Γενικού Χημείου του Κράτους από το ...Ελληνικό Δημόσιο, συμμορφούμενο προς την ως άνω, υπ' αριθ. 8623/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...
Εξάλλου, αποδείχθηκε, ότι η εφεσίβλητη- ενάγουσα, αν και εκτέλεσε προσηκόντως και παρέδωσε το ανατεθέν σε αυτήν έργο στο... Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και παρελάμβανε το έργο αυτό ανεπιφύλακτα, εντούτοις το τελευταίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ...αρνείται να καταβάλει, και εξακολουθεί να οφείλει στην εφεσίβλητη - ενάγουσα, τις αμοιβές της, για το διάστημα, από την 1-2-2011 έως τις 30-11-2013, ανερχόμενες στο ποσό των 523 € μηνιαίως.
Το ...Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον δέχθηκε και παρέλαβε το έργο που εκτελούσε η εφεσίβλητη - ενάγουσα, συμμορφούμενο στην ως άνω, υπ' αριθ. 8623/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ...κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία, και συνεπώς, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που αποκόμισε, η οποία αντιστοιχεί στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος από την εφεσίβλητη-ενάγουσα έργου και στη δαπάνη, την οποία εξοικονόμησε, και στην οποία θα υποβάλλονταν το ...Ελληνικό Δημόσιο, εάν ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου, με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο, με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες, και τούτο ανεξαρτήτως της ύπαρξης, ή μη κενής οργανικής θέσης για τη θέση της καθαρίστριας, στην παραπάνω υπηρεσία του ...
Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, που δεν αμφισβητούνται βάσιμα με έγγραφα ή μάρτυρες, από το ...Ελληνικό Δημόσιο, οφείλει αυτό να καταβάλει στην εφεσίβλητη- ενάγουσα, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τις οφειλόμενες αμοιβές της, για το εκ μέρους αυτής παρασχεθέν έργο, και συγκεκριμένα για: 1) Το χρονικό διάστημα από 1-2-2011 έως 31-12-2011, το συνολικό ποσό των (11 μήνες X 523 €=) 5.753 €. 2) Το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2012, το συνολικό ποσό των (12 μήνες X 523 €=) 6.276 €, και 3) το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-11-2013, το συνολικό ποσό των (11 μήνες X 523 €=) 5.753 €, ποσά τα οποία δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Ενόψει δε όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο το ...Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και λόγω πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ένσταση του ...περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων της εφεσίβλητης-ενάγουσας, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον κρίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, εφόσον έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, ότι η σύμβαση, που συνδέει την εφεσίβλητη-ενάγουσα, με το ...Ελληνικό Δημόσιο, είναι αυτή της σύμβασης έργου και όχι της εξαρτημένης εργασίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, αφού οι επίδικες αξιώσεις της..., δεν αφορούν αποδοχές, ή άλλης φύσεως απολαβές, ή αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, με σχέση δημοσίου, ή ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν βασίζεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα δεν είναι υπάλληλος του Δημοσίου, και κατά συνέπεια, οι επίδικες αξιώσεις της ...υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή, η οποία προβλέπεται στις διατάξεις της παρ. 1 των άρθρων 90, και 91, του Ν. 2362/1995, και στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν παραγραφεί, διότι από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν (1-1-2012), μέχρι το χρόνο επίδοσης της ως άνω αγωγής (29-12-2016), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας.
Ομοίως, δε, απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται και ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο το ...Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίζεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε, ως αβάσιμη, την ένσταση του ...για απόρριψη της εναντίον του ως άνω αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω της υπάρξεως δεδικασμένου, προερχόμενου από την υπ' αριθ. 6178/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και από την υπ' αριθ. 565/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη πλέον τελεσίδικη, με τις οποίες αποφάσεις απορρίφθηκαν τελεσίδικα προηγούμενες αγωγές της εφεσίβλητης-ενάγουσας, κατά του ...Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον η επικουρική βάση της από 8-3-2007 (αριθ.
εκθ. κατ....) προγενέστερης αγωγής της εφεσίβλητης-ενάγουσας, επί της οποίας έκρινε τελεσιδίκως η υπ' αριθ. 6178/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στη¬ρίζονταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω άκυρης σχέσης εργασίας, ενώ η επικουρική βάση της επίδικης αγωγής ...στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω άκυρης σύμβασης έργου, και συνεπώς, δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δ.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6178/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το Δικαστήριο εκείνο έκρινε με δεσμευτική δύναμη δεδικασμένου ότι: "η αγωγή, τόσο κατά την κύρια βάση της, η οποία στηρίζεται στην εφαρμογή εργατικών διατάξεων, για τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (πληρωμή δεδουλευμένων, και οφειλομένων επιδομάτων εορτών και άδειας), όσο και κατά την επικουρική της βάση, εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω άκυρης σχέσεως εργασίας, ερειδομένης επίσης, στην εφαρμογή των ως άνω εργατικών διατάξεων (απευθείας εκ του νόμου, ή ως αποδιδόμενη ωφέλεια) είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη.
Εν προκειμένω, πρόκειται περί συμβάσεων χαρακτηριζόμενων δεσμευτικά εκ του νόμου ως έργου, είτε έγκυρων, είτε άκυρων, ως τοιούτων όμως δεν στηρίζονται τα αγωγικά αιτήματα, που άλλωστε, στην αντίθετη περίπτωση, θα εισάγονταν, κατά την παρούσα ειδική εργατική νομοθεσία αναρμοδίως". Επομένως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6178/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η επικουρική βάση της αγωγής επί της οποίας έκρινε τελεσίδικα η προαναφερόμενη απόφαση, στηριζόταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω άκυρης σχέσης εργασίας, με βάση τις διατάξεις του εργατικού δικαίου, περί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, και επ' ουδενί, δεν έκρινε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των νεότερων αγωγικών ισχυρισμών, περί υπάρξεως, μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω άκυρης σύμβασης έργου, που εισήχθησαν με την κρινόμενη αγωγή, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν επέλυσε το ζήτημα υπάρξεως, ή μη, του επίδικου ουσιαστικού δικαιώματος, όπως αυτό εισήχθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την ως άνω αγωγή.
Επιπροσθέτως, δεν απορρέει δεδικασμένο, ούτε από την υπ' αριθ. 565/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε επί της προγενέστερης ασκηθείσας (υπ' αριθ. εκθ. κατ. ...) αγωγής της εφεσίβλητης-ενάγουσας, καθόσον, ομοίως, δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, μεταξύ των δύο αγωγών...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο με την έφεση μέρος της, με το οποίο είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εκ του άρθρου 904 Α.Κ. επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 904 Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέες, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, και επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. που δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αφενός μεν η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση είχε τον χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης έργου και όχι της άτυπης εξαρτημένης εργασίας, αφετέρου δε η αναιρεσίβλητη, εφόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προσέφερε τις υπηρεσίες της στο αναιρεσείον δυνάμει άκυρης σύμβασης έργου, κατά το χρονικό διάστημα από 1/2/2011 έως 31/11/2013 και από την προσφορά των υπηρεσιών της το αναιρεσείον εξοικονόμησε δαπάνη ποσού 523 ευρώ μηνιαίως, την οποία θα κατέβαλε, εάν ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα, δικαιούται να λάβει την ωφέλεια αυτή του αναιρεσείοντος κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) ότι το έτος 2003 η αναιρεσίβλητη με άκυρη σύμβαση έργου, που κατήρτισε με το αναιρεσείον, ανέλαβε το έργο του καθαρισμού της Β' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών, αντί αμοιβής ποσού 523 ευρώ μηνιαίως, β) ότι το αναιρεσίβλητο, το οποίο υποχρεώθηκε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την υπ' αρ. 8623/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν της έχει καταβάλει την ανωτέρω εργολαβική αμοιβή της για το χρονικό διάστημα από 1/2/2011 έως 30/11/2013 συνολικού ποσού 17.782 ευρώ και γ) ότι το αναιρεσείον κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιώτερο κατά το ποσό αυτό, το οποίο θα κατέβαλε, εάν ανέθετε την εκτέλεση του ιδίου έργου με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες με της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα τρίτος και τέταρτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 Ν. 2362/1995, που ήταν εφαρμοστέες, και ορθώς δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ιδίου νόμου, που δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσαβαλλόμενης απόφασης, τους διαδίκους συνέδεε άκυρη σύμβαση έργου και από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους και μέχρι την άσκηση της επίδικης αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μικρότερο των πέντε ετών και, συνεπώς, οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η διετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, δεν ισχύει, αν το Δημόσιο και τον δικαιούχο της απαίτησης συνέδεε, όπως εν προκειμένω, έγκυρη ή άκυρη σύμβαση έργου.
Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ` άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι - δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ενώ αυτό, κατά το άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση, που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντας αυτά στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1327/2021).
Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017).
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ` αυτό (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια (ΑΠ 1327/2021).
Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1327/2021), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ Ολ 34/1992,ΑΠ 1227/2021, ΑΠ 759/2006).
Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτή, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης(ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017), το δε δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν, ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ).
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια, όσον και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 944/2020).
Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση, η οποία ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση κατ' αυτής των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017). Αντίθετα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο τα κριθέντα πλεοναστικώς ζητήματα (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 944/2020).
Περαιτέρω, ο από το πρώτο σκέλος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Aρειο Πάγο (ΑΠ 1327/2021,ΑΠ 944/2020).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από μη κατονομαζόμενο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά κατά τη νοηματική εκτίμηση του λόγου από τον αριθμό 16 εδ. α' του άρθρου αυτού, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 332 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις τελεσίδικες υπ' αρ. 6178/2009 και 565/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αντιστοίχως, με τις οποίες απορρίφθηκαν αγωγές της αναιρεσίβλητης κατά του ιδίου για προγενέστερα του επιδίκου χρονικά διαστήματα, πηγάζουσες από την ίδια με την επίδικη ιστορική και νομική αιτία και έτσι απέρριψε την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένστασή του περί υπάρξεως δεδικασμένου από τις αποφάσεις αυτές.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζομένων από το αναιρεσείον ανωτέρω αποφάσεων προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Το Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας έφεση της αναιρεσίβλητης και άλλων εκκαλούντων κατά του αναιρεσείοντος και κατά της υπ' αρ. 1289/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την υπ' αρ. ...
αγωγή τους, με την οποία, ειδικά η αναιρεσίβλητη, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να της καταβάλει, κυρίως από τη σύμβαση και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας το ποσό των 12.000 ευρώ, με βάση τη σύμβαση έργου καθαρισμού στη Β' Χημική Υπηρεσία Αθηνών, η οποία καταρτίστηκε με το αναιρεσείον ως σύμβαση έργου, κατά καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, αφού η ίδια κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και η σύμβαση υπέκρυπτε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως δε αν κριθεί αυτή άκυρη, τότε απλή σχέση εργασίας, απέρριψε με την 6178/2009 απόφασή του την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στο Δικαστήριο δεν καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων ορισμένου η αορίστου χρόνου, ακόμα και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, εκτίμηση που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδικασθούν οι επίδικες αξιώσεις, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, έχουν ως γενεσιουργό αιτία τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.
Για τους ίδιους λόγους οι συμβάσεις αυτές, καταρτισθείσες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, δεν μπορούν να εκτιμηθούν ούτε και ως άκυρες σχέσεις εργασίας. Επομένως η αγωγή τόσο κατά την κύρια βάση της, που στηρίζεται στην εφαρμογή των εργατικών διατάξεων για τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (πληρωμή δεδουλευμένων και επιδομάτων εορτών και άδειας), όσο και κατά την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω άκυρης σχέσεως εργασίας, που στηρίζεται επίσης στην εφαρμογή των άνω εργατικών διατάξεων (απευθείας εκ του νόμου ή ως αποδιδόμενη ωφέλεια), είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Εν προκειμένω, πρόκειται περί συμβάσεων χαρακτηριζόμενων δεσμευτικά εκ του νόμου ως έργου, είτε εγκύρων είτε ακύρων, ως τοιούτων όμως δεν στηρίζονται τα αγωγικά αιτήματα, που άλλωστε στην αντίθετη περίπτωση θα εισάγονταν κατά την παρούσα ειδική εργατική διαδικασία αναρμοδίως". β) Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικάζοντας την υπ' αρ. ...
αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτή είχε προβάλει ίδια προς τα ανωτέρω αιτήματα για το μεταγενέστερο της ανωτέρω αγωγής χρονικό διάστημα των ετών 2006, 2007 και 2008, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Δεν καταλείπεται στο Δικαστήριο πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων έργου της ενάγουσας, όπως απασχολήθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας...
ακόμα και αν η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, ... ενώ περαιτέρω, οι συμβάσεις έργου της ενάγουσας δεν μπορούν να εκτιμηθούν ούτε ως άκυρες σχέσεις εργασίας, ώστε να έχουν εφαρμογή οι περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την επαναφερθείσα με την έφεση ένσταση του αναιρεσείοντος περί ύπαρξης δεδικασμένου από τις ανωτέρω αποφάσεις, με την προπαρατεθείσα αιτιολογία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τον νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις ανωτέρω αποφάσεις και συνεπώς ορθώς απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου του αναιρεσείοντος, γιατί, όπως έγινε δεκτό από το Εφετείο και προκύπτει και από τις ανωτέρω αποφάσεις, που επισκοπήθηκαν από το δικαστήριο τούτο, μεταξύ των αποφάσεων αυτών και της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, που έγινε δεκτή από το Εφετείο, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, γιατί με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκαν μη νόμιμες οι επικουρικές βάσεις των αντιστοίχων αγωγών της αναιρεσίβλητης, που στηρίζονταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του αναιρεσείοντος, που προέκυψε από άκυρη σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης, στην Β' Χημική Υπηρεσία Αθηνών, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, που στηριζόταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του αναιρεσείοντος, που προέκυψε από άκυρη σύμβαση έργου, που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη για την ίδια Υπηρεσία και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 306/2017).
Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κ.λπ. (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1628/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ. της 26-06/10-07-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου": "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".
Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α` 65/24-04-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για:
α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ. 1) Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2).
Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρ. 45 του Ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (ΑΠ 1303/2022).
Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-04-2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-06/10-07-1944 και από 01-05-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΑΠ 1303/2022).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από μη κατονομαζόμενο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά κατά τη νοηματική εκτίμηση του λόγου από τον αρ. 1 του άρθρου αυτού, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 21 του από 26-6/10-7-1944 διατάγματος "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 και έτσι απέρριψε σιωπηρά τον προταθέντα με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό του ότι, για το μετά την 1/5/2019 χρονικό διάστημα, θα έπρεπε ο τόκος για το ποσό που επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη να υπολογισθεί όχι με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά με το επιτόκιο του άρθρου 45 Ν. 4607/2019, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (25-2-2020), όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (24-3-2020) και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24.4.2019 ένδικη αξίωση της ιδιώτη - ενάγουσας - εφεσίβλητης - και ήδη αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρ. 45 ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα για το μετά την 1/5/2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το κάνει και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη και έτσι δεν έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος και δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 17.782 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1/5/2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρ. 21 του "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει αυτή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδικάσεως σε βάρος αυτού τόκων υπερημερίας 6% ετησίως και αφού ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αυτό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν ποσό των 17.782 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το διάστημα έως και τις 30.4.2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1.5.2019 και εφεξής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατ` άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β` του ν. 3693/1957 σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1906/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.
ΚΡΑΤΕΙ και
ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ` ουσίαν την από 25/9/2019 και με αριθ. κατ. 81972/6391/2019 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 2532/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο της επιδικάσεως τόκων επί του ποσού των 17.782 ευρώ.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την παραπάνω απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 8/12/2016 και με αριθ. κατ. 511665/8906/2016 αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν, με την υπ' αριθμ. 2532/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ποσό των δέκα επτά χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα δύο (17.782) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το χρονικό διάστημα έως και τις 30/4/2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1/5/2019 και εφεξής. Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ