Legislator Case Law & Legislation
403/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that appellate court citing lower court reasoning does not violate fair trial principles.

Case Number 403/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting an inheritance invalidity claim. The appellant argued that the appellate court violated fair trial principles by merely repeating the lower court's reasoning without conducting a substantive review. The court held that such citation is legally permissible and does not negate the appellate court's independent judgment or violate procedural guarantees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision may cite the reasoning of the lower court without violating the principle of fair trial or the right to effective judicial review.

Keywords

AI generated
appellate review fair trial principle citation of lower court inheritance law legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1), 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1711(b), 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 765/2008
Supreme Court Case 1835/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 403 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 403/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Ι. και της Μ.-Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Καλαβρό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ν. του Κ. και Θ., 2) Χ. Κ. του Ά. και Α., 3) Θ. Κ. του Ά. και Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ανδρουτσοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2163/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 575/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 575/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος κατά της 2163/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας διαθήκης και περί κλήρου αγωγή για την απόδοση της νόμιμης μοίρας τούτου ως μεριδούχου.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) Από το συνδυασμό των άρθρων 1711 εδ. β', 1846, 1847,1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται, ότι ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.

Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομιάς είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομίας (άρθρο 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί κατά βούληση την κληρονομιά που έχει επαχθεί σε αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ.

Ο κληρονόμος, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την επαγωγή μέχρι την αποποίηση, μπορεί να ενεργεί επί της κληρονομιάς πράξεις διαχείρισης, αρκεί αυτές να μην είναι δηλωτικές αποδοχής της κληρονομιάς, ώστε να οδηγούν σε απώλεια του δικαιώματος αποποίησης (άρθρο 1849 ΑΚ). Η αποποίηση της κληρονομιάς είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομιά που έχει επαχθεί σε αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου.

Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών. Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονομούμενος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής.

Στην επαγωγή όμως από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απειλή ή απάτη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες.

Τις συνέπειες της αποποίησης τις καθορίζει κυριαρχικά, κατ' άρθρο 1856 ΑΚ, ο νόμος και δεν μπορεί να τις ρυθμίζει ο αποποιούμενος (ΑΠ 572/2016, ΑΠ 725/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ..., 1827 και ... ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα από διαθήκη, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης, κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα.

Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του κληρονόμου από διαθήκη, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 1831, 1838, 1871ΑΚ συνάγεται, ότι η αγωγή του μεριδούχου προς απόδοση νόμιμης μοίρας, είτε εξολοκλήρου είτε κατά το ποσοστό της οποίας αυτός συντρέχει ως κληρονόμος, είναι η περί κλήρου αγωγή, με την οποία απαιτούνται αντικείμενα της κληρονομιάς που κατακρατούνται από το νομέα της κληρονομιάς, που αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα. (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 75/2018, ΑΠ 988/2017, ΑΠ 150/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 1103/2011).

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 799/2020).

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης 575/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών προκύπτει, ότι με αυτήν έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής : "Στο ... την 13-5-2014 πέθανε, ο Κ. Ν. του Ι., κάτοικος εν ζωή .... Πλησιέστερους εξ αίματος συγγενείς του κατέλειψε τα δύο παιδιά του, ήτοι τον πατέρα του ενάγοντα Ι.

Ν. και την πρώτη εναγομένη Α. Ν., και τα οποία είχε αποκτήσει από τον γάμο του με τη Θ., το γένος Κ. Τ., που είχε πεθάνει πριν από αυτόν. Μοναδικοί, επομένως, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και νόμιμοι μεριδούχοι του, έκαστος κατά ποσοστά και 1/2 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, είναι τα τέκνα αυτού. Ο πρώτος εξ αυτών, Ι.

Ν. στις 10-9-2014 αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα σε αυτόν εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα του ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κρωπίας Αττικής συνταχθείσης σχετικά της 420/10-9-2014 έκθεσης αποποίησης. Ακολούθως δημοσιεύθηκε νόμιμα με το πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης 34/13-1-2015 του Ειρηνοδικείου Κρωπίας η από 3-2-2012 ιδιόγραφη διαθήκη του Κ.

Ν. με την οποία όρισε τα ακόλουθα "...σκέφθηκα ότι ΕΝΑ (1) οικόπεδο που έχω με την αδελφήν μου 1550 μέτρα στην οδό ... το 50% που μου ανήκει το δίνω στον εγγονό μου Κ. Ν.. Το άλλο οικόπεδο που έχω στα ... εκτάσεως 2300 μέτρα δίπλα στο Σούπερ Μάρκετ ... το αφήνω στην κόρη μου Α. Ν. και στα δύο (2) εγγόνια μου Χ. και Θ....". Επομένως ο αποβιώσας Κ.

Ν. κληρονομήθηκε εκ διαθήκης και όχι εξ αδιαθέτου με συνέπεια η ανωτέρω με αριθμό 420/2014 δήλωση αποποίησης της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του από τον υιό του Ι. Ν., πατέρα του ενάγοντα, που έλαβε χώρα πριν τη δημοσίευση της από 3-2-2012 ιδιόγραφης διαθήκης, δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα ούτε σε κάθε περίπτωση δύναται να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει και την εκ διαθήκης διαδοχή, αφού έλαβε χώρα πριν τη δημοσίευση της από 3-2-2012 ιδιόγραφης διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδ.

β ΑΚ). Με την δημοσίευση αυτής και την εκ διαθήκης επαγωγή γεννήθηκε το δικαίωμα του Ι. Ν., πατέρα του ενάγοντα, στη νόμιμη μοίρα λόγω του εκ διαθήκης αποκλεισμού του και της ιδιότητάς του πλέον ως νόμιμου μεριδούχου (..., ... ΑΚ). Εν τούτοις ο Ι. Ν. δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα του Κ.

Ν. ούτε άσκησε το δικαίωμα διεκδίκησης της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομιαίας περιουσίας, που προσβλήθηκε με την εν λόγω διαθήκη. Έτσι όταν στις 16-7-2015 πέθανε, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι τον ενάγοντα και τη σύζυγο του Μ. - Ι. Ι., το ανωτέρω δικαίωμά του παρέμεινε στην κληρονομιαία περιουσία του. 'Ομως οι τελευταίοι στις 29-10-2015 αποποιήθηκαν εμπρόθεσμα την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του Ι.

Ν.υ και συντάχθηκαν για το λόγο αυτό οι ..., .../29-10-2015 εκθέσεις αποποίησης κληρονομιάς του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να αποποιηθούν και το δικαίωμα του κληρονομούμενου Ι. Ν. διεκδίκησης της νόμιμης μοίρας από την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα αυτού Κ. Ν. κατά το μέρος που προσβαλλόταν αυτή από τη διαθήκη του τελευταίου...".

Συνεχίζοντας το Εφετείο έκρινε ότι "αφού ο ενάγων δεν κληρονόμησε με κανένα τρόπο (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) τον πατέρα του Ι. Ν. δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα νόμιμης μοίρας στο παραπάνω κληρονομιαίο ακίνητο..." και με βάση τις παραπάνω παραδοχές του απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, επικυρώνοντας την 2163/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή του είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 και 1851 εδ. α' ΑΚ, διότι, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τούτων και με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε, ότι η αποποίηση που έλαβε χώρα από τον πατέρα του αναιρεσείοντος, Ι.

Ν., πριν από τη δημοσίευση της από 3.2.2012 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα τούτου Κ. Ν., δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα ούτε σε κάθε περίπτωση δύναται να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει και την εκ διαθήκης διαδοχή, επειδή έλαβε χώρα πριν τη δημοσίευση αυτής, ενώ, αν τις ερμήνευε και τις εφάρμοζε σωστά ,θα έκρινε ότι η βούληση του πατέρα του αναιρεσείοντος "που εκδηλώθηκε με τη δήλωση αποποίησης δεν αφορούσε μόνο την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή αλλά κάλυπτε και τη διαθήκη...", καθόσον αυτός, προέβη στην αποποίηση της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του πατέρα του "επειδή είχε χρέη και θέλησε με τον τρόπο αυτό η περιουσία ..." τούτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, "να περάσει αλώβητη απευθείας..." στον εγγονό τούτου, δηλαδή στον αναιρεσείοντα, η βούλησή του δε αυτή "που εκδηλώθηκε με τη δήλωση αποποίησης δεν αφορούσε μόνο στην εξ αδιαθέτου διαδοχή αλλά κάλυπτε και τη διαθήκη, αφού στην αντίθετη περίπτωση το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας ..." τούτου, που προσβαλλόταν με τη διαθήκη, θα παρέμενε κατ'αρχήν στην περιουσία του " ...

με κίνδυνο αυτό να χανόταν εξ αιτίας των χρεών του...". Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε την ακυρότητα της αποποίησης της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς από τον πατέρα του, "περιορίζεται άκριτα στην κατά γράμμα εφαρμογή της ΑΚ 1847 παρ. 1 εδ. β και δεν ερμηνεύει την εν λόγω διάταξη κατά την τελολογική συστολή του πεδίου εφαρμογής της ως όφειλε..." και "δεν ερευνά καν και δεν εξηγεί γιατί η προς αποποίηση βούληση του πατέρα..." του "έλαβε χώρα αποκλειστικά εν όψει της εξ αδιαθέτου διαδοχής (και δεν κάλυπτε και τη διαθήκη) και εντεύθεν δεν αιτιολογεί (επαρκώς) γιατί άγεται στην ακυρότητα της δήλωσης αποποίησης".

Συγκεκριμένα, κατά τον αναιρεσείοντα, αν η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, θα κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι η δήλωση αποποίησης του πατέρα του ήταν έγκυρη, και καταλάμβανε όχι μόνο την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή αλλά και την εκ διαθήκης επαγωγή της κληρονομιάς, η οποία τον παρέλειπε και, συνεπώς, εκπίπτοντας ο πατέρας του από την εκ διαθήκης διαδοχή, το δικαίωμα της διεκδίκησης της νόμιμης μοίρας του ως νομίμου κληροδόχου του παππού του αναιρεσείοντος μεταβιβάσθηκε πριν από τον θάνατο του στον ίδιο.

Αμφότεροι οι λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα, το Εφετείο, που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) ότι ο αποβιώσας Κ. Ν., κληρονομήθηκε εκ διαθήκης και όχι εξ αδιαθέτου, με συνέπεια η 420/2014 δήλωση αποποίησης της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του από τον υιό του Ι.

Ν., πατέρα του αναιρεσείοντος, που έλαβε χώρα πριν τη δημοσίευση της από 3-2-2012 ιδιόγραφης διαθήκης, να μην επάγεται έννομα αποτελέσματα ούτε σε κάθε περίπτωση να δύναται να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει και την εκ διαθήκης διαδοχή, καθόσον αυτή έλαβε χώρα πριν τη δημοσίευση της από 3-2-2012 ιδιόγραφης διαθήκης, β) ότι με την δημοσίευση αυτής και την εκ διαθήκης επαγωγή γεννήθηκε το δικαίωμα του Ι.

Ν., πατέρα του ενάγοντος, στη νόμιμη μοίρα λόγω του εκ διαθήκης αποκλεισμού του και της ιδιότητάς του πλέον ως νόμιμου μεριδούχου, αυτός όμως δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα του, ούτε άσκησε το δικαίωμα διεκδίκησης της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομιαίας περιουσίας, που προσβλήθηκε με την εν λόγω διαθήκη και συνεπώς, όταν αυτός αποβίωσε στις 16-7-2015, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι τον αναιρεσείοντα και τη σύζυγο του, το ανωτέρω δικαίωμά του παρέμεινε στην κληρονομιαία περιουσία του και γ) ότι η νόμιμη και εμπρόθεσμη αποποίηση στις 29-10-2015 της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του πατέρα του αναιρεσείοντος από τους ως άνω κληρονόμους του είχε ως αποτέλεσμα να αποποιηθούν αυτοί και το δικαίωμα του κληρονομούμενου, Ι.

Ν., διεκδίκησης της νόμιμης μοίρας από την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα αυτού, Κ. Ν. κατά το μέρος που προσβαλλόταν αυτή από τη διαθήκη του τελευταίου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 και 1851 εδ. α' ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, διέλαβε σε αυτήν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή η μη εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων.

Οι περιεχόμενες στους ως άνω λόγους αναιρέσεως, αιτιάσεις, ότι η βούληση του πατέρα του αναιρεσείοντος, που εκδηλώθηκε με τη δήλωση αποποίησης της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του παππού του, δεν αφορούσε μόνο την εξ αδιαθέτου διαδοχή τούτου, αλλά κάλυπτε και την εκ διαθήκης διαδοχή, παρότι η δημοσίευση αυτής έγινε σε μεταγενέστερο της αποποίησης χρόνο, επειδή ο σκοπός του αποποιούμενου ήταν να μην απολεσθεί εξαιτίας της ύπαρξης χρεών του η κληρονομική του μερίδα, στην οποία περιλαμβάνονταν και το προσβαλλόμενο με τη διαθήκη δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, αλλά αυτή να περιέλθει αλώβητη στο γιό του, σε κάθε περίπτωση, και με την εκδοχή ότι είναι αληθείς, ως αναγόμενες στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του πατέρα του αναιρεσείοντα, δεν οδηγούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, καθόσον τις συνέπειες της αποποίησης τις καθορίζει κυριαρχικά ο νόμος κατ' άρθρο 1856 ΑΚ και δεν μπορεί να τις ρυθμίζει ο αποποιούμενος (ΑΠ 725/2014).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της από 4 Νοεμβρίου 1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το άρθρο μόνο του Ν. 2329/1953 και στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ/τος 53/1974, ορίζεται ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Με την ανωτέρω διάταξη, καθ' ο μέρος ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η Σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται δηλαδή ποια δικαιώματα δίδονται κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση της οποίας εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα, εφόσον πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου εκδοθείσα σε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι αυτή παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει στον λόγο αυτό αυτούσια τα κρίσιμα αποσπάσματα του αιτιολογικού αμφοτέρων των αποφάσεων, ήτοι τόσο της πρωτοβάθμιας, όσο και της δευτεροβάθμιας, προβαίνει στη σύγκρισή τους και αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της δίκαιης δίκης, διότι, κατά την εκτίμησή του, αυτή επαναλαμβάνει την αιτιολογία της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, "όπερ σημαίνει ότι δεν ασκήθηκε με την εδώ ελεγχόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών πραγματικός έλεγχος της προηγούμενης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών" και έτσι "απέκλεισε στην πράξη τη δυνατότητα" του αναιρεσείοντος να ασκήσει ένδικο μέσο στην υπόθεσή του και κατ'αυτόν τον τρόπο "ματαίωσε κατ'ουσίαν το δικαστικό έλεγχο που προβλέπεται από τον ΚΠολΔ κατά όλων των δικαστικών αποφάσεων...".

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αξίωσε και έτυχε δικαστικής προστασίας και δεν αποστερήθηκε το ουσιαστικό δικαίωμα της επανεξετάσεως της υποθέσεώς του από το ανώτερο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο συγκροτούμενο κατά νόμο από δικαστές με μείζονα δικαστική εμπειρία, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των πληττόμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που ρυθμίζουν τις συνέπειες τις αποποίησης κληρονομίας στην εξ αδιαθέτου και στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, τις οποίες, όπως ήδη κρίθηκε, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως και την απόρριψη της κατ'ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται στην εφετειακή, και μόνο η κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κρίνεται από τον Άρειο Πάγο, είναι επιτρεπτό, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς την αιτιολογία, να παραπέμπει στις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώνει (ΑΠ 765/2008, ΑΠ 1835/2007).

Συνεπώς, από μόνο το λόγο, ότι οι παραδοχές της δευτεροβάθμιας απόφασης, ταυτίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου με εκείνες της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν εκμηδενίζεται η δευτεροβάθμια κρίση και δεν παραβιάζονται οι προαναφερθείσες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Συνακόλουθα με τα παραπάνω ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 9.3.2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της 575/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.3.2020 αίτηση για αναίρεση της 575/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ