Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on employment contract classification and lack of reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by eleven individuals against a First Instance Court judgment regarding their employment status. The appellants argued that the lower court erred in classifying their agreements as apprenticeship contracts rather than employment contracts and failed to provide sufficient reasoning for its decision. The court rejected these claims, holding that the appellate court correctly applied the law and that the appellants' arguments regarding the nature of the contracts and the adequacy of the judgment's reasoning were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 568 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellate court correctly applies substantive law and the appellant's arguments regarding lack of reasoning or misclassification of contract type are unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 403 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 403/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 10 Mαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Κ Κ. του Α., κατοίκου ..., 2)Χ. Π. του Μ., κατοίκου …, 3)Σ. Ι. του Χ., κατοίκου …, 4)Β. Λ. του Π., κατοίκου …, 5)Ε. Π. του Γ., κατοίκου …., 6)Ε. Β. του Α., κατοίκου ..., 7)Α. Γ. του Ν., κατοίκου …, 8)Σ. Κ. του Β., κατοίοκου ..., 9)Δ. Λ. του Α., κατοίκου …, 10)Α. Λ. του Κ., κατοίκου …, και 11)Μ. Κ. του Ι., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευρυδίκη Κουταβά, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Δερμιτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., o oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2685/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες, με την από 9/2/2018 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 544/2019 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται, με την από 22/7/2019 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 9.2.2018 (Γ.Α.Κ. 1750 / Ε.Α.Κ. 142 / 16.2.2018 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως των ένδεκα (11) συνολικά αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία ΈΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ' (Ε.Φ.Κ.Α), που νομίμως εκπροσωπείται, ως "οιονεί καθολικού διαδόχου" του ν.π.δ.δ.
υπό την επωνυμία ΊΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ' (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) και φέρεται προς συζήτηση, με την από 22.7.2019 κλήση των αναιρεσειόντων, μετά τη δημοσίευση, την 14.5.2019, της 544/2019 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως [άρθρα 568 παράγραφοι 1, 2 και 3, 230 παρ.2 ΚΠολΔ].
Προσβάλλεται δε, η 2685/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 1.7.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 26.10.2015 εφέσεως του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσίβλητου κατά των εφεσιβλήτων, ήδη αναιρεσειόντων. Εκκαλούμενη ήταν η 195/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 20.1.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 26.2.2010 αγωγής των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων (i).- ν.π.δ.δ., ως άνω, υπό την επωνυμία ΊΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ' (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) και (ii).- ν.π.δ.δ.
υπό την επωνυμία 'ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ' (Ο.Α.Ε.Δ.), μη διάδικο στην προκειμένη δίκη. Με την 195/2015 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε ως προς το εναγόμενο ν.π.δ.δ. Ο.Α.Ε.Δ., ενώ έγινε, εν τέλει, μερικώς δεκτή ως προς το εναγόμενο ν.π.δ.δ. Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Εξ άλλου, με την 2685/2017 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, ακολούθως, εξαφανίσθηκε η 195/2015 πρωτόδικη απόφαση και, εν τέλει, η αγωγή απορρίφθηκε.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015 και ήδη άρθρα 614 παρ.3, 621 ΚΠολΔ].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 16.2.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, την 18.1.2018, με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, της 2685/2017 αποφάσεως στους αναίρεσε ίο ντες (βλ. από 18.1.2018 σημείωση, επί της 2685/2017 αποφάσεως σε αντίγραφο, της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ά.
Κ. Κ.). Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή [άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 558, 564 παρ.1, 144 παρ.1 566 παρ.1, 145, 122, 123, 139 παρ.3 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 57 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
(I).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα, προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του" δηλ., αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως, σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (ΑΠ ολ. 3/2020).
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων - ενάγων είχε επικαλεσθεί στην αγωγή για τη θεμελίωσή της (ΑΠ ολ. 28/1998). Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. 'Πράγματα' είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται, με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.
Αποτελούν 'πράγματα', υπό την ως άνω έννοια (και) οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 261/2016). Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη θεμελιωτικά γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπ' όψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1409/2014).
Το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας ενώ, δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 135/2014).
Τέλος, με την άσκηση της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους' δηλ. το εφετείο κρίνει, αν το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάνθηκε, ορθώς ή όχι, με βάση τους λόγους -κύριους και (τυχόν) πρόσθετους- εφέσεως [άρθρα 520, 522 ΚΠολΔ].
Διασφαλίζεται, έτσι, ειδικώς σε σχέση με την έφεση, η αρχή, που καθιερώνει το ως άνω άρθρο 106 ΚΠολΔ. Οι πλημμέλειες, που ο εκκαλών αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση, συνιστούν τη νομική βάση της εφέσεως, ενώ το αίτημα καθώς και οι λόγοι της εφέσεως, που στηρίζουν το αίτημα, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα.
Οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως. Το εφετείο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση, επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να έχει ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση [άρθρο 523 ΚΠολΔ], εκτός αν, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσία [άρθρο 536 ΚΠολΔ]. 'Κεφάλαιο' είναι η οριστική διάταξη της πρωτόδικης αποφάσεως, που αποφαίνεται για το παραδεκτό ή / και τη βασιμότητα αυτοτελούς αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας, δηλ.
αιτήσεως, που εμφανίζεται με αυτόνομη ιστορική και νομική θεμελίωση (ΑΠ 781/2017).
(II).- Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος να καταβάλει τον μισθό. Ο τρόπος πληρωμής του μισθού καθορίζεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα ή σε ποσοστό από τα κέρδη ή κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπή [άρθρα 648, 649, 653, 654, 655 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως 'περί προστασίας του ημερομισθίου' - κύρωση με το ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138), 6 α .ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341) - κύρωση με την 324/1945 Π.Υ.Σ.
και διατήρηση σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ]. "Μισθός" δηλ. είναι κάθε παροχή, την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη σύμβαση, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του (ΑΠ ολ. 39/2002). Κατά ταύτα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του εργαζομένου καθ' εαυτή και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού της πληρωμής του, υπόκειται δε, ο εργαζόμενος στη νομική και προσωπική εξάρτηση του εργοδότη.
Η εξάρτηση εκδηλώνεται, με το δικαίωμα του εργοδότη να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία του εργαζομένου, δίνοντάς του δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας. Ευθύνη του εργαζομένου για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος δεν υπάρχει [άρθρα 330, 652 ΑΚ], έστω και αν ο εργαζόμενος τελεί σε εξάρτηση, ως άνω, από τον εργοδότη (ΑΠ ολ. 28/2005).
Κατά τη 'σύμβαση μαθητείας', ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο συμβαλλόμενη-τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της 'συμβάσεως μαθητείας' είναι η 'γνήσια σύμβαση μαθητείας' και η 'σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου' (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στην 'γνήσια σύμβαση μαθητείας', προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαιδεύσεως στον μαθητευόμενο ενώ, η τυχόν παροχή εργασίας του επί ορισμένο ή αόριστο χρόνο, γίνεται για τις ανάγκες της εκπαιδεύσεως και εξοικειώσεώς του, με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του και όχι με σκοπό εκτελέσεως παραγωγικού έργου.
Ειδική νομοθετική ρύθμιση για τη 'γνήσια σύμβαση μαθητείας' δεν υπάρχει. Έτσι, στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται, αναλογικώς, εφ' όσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της, οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του ΑΚ ενώ, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ως προς τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή την αποζημίωση απολύσεως δεν έχουν εφαρμογή, αφού προϋποθέτουν παροχή εξηρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο η παροχή εκπαιδεύσεως στον μαθητευόμενο. 'Σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου' (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας) υπάρχει, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, επιδιώκοντας, παραλλήλως, την απόκτηση γνώσεως ή ικανότητος σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα.
Η εκμάθηση τέχνης από μέρους του μαθητευόμενου επέρχεται, ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής αυτής της συμβάσεως, εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας της και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρεώσεως του εργοδότη. Έτσι, επί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, εφαρμόζονται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αφού προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εργασίας από τον μαθητευόμενο, έναντι αμοιβής του και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017).
Σε περίπτωση άκυρης για οποιονδήποτε λόγο συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας. Τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων - Νέου Έτους, το επίδομα και τις αποδοχές κανονικής (αναψυχής) αδείας δικαιούνται, ευθέως από το νόμο (και) οι απασχολούμενοι σε εργοδότη, με απλή σχέση εργασίας [άρθρα 1 παρ.1 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250), 1 παρ.2 της 19040/1981 (ΦΕΚ Β. 742) κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας καθώς και 1 της 12921/1981 (ΦΕΚ Β. 212) κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 α.ν. 539/1945 (ΦΕΚ Α. 229), 3 παρ.16 ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α. 57), άρθρο μόνο ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α. 180) για κύρωση της από 26.2.1975 Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας / Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (απόφαση Υπ.
Απασχολήσεως 11400/ 1710 / 1975 (ΦΕΚ Β. 276 / 4.3.1975)]. Με καταγγελία λύεται και η ως άνω απλή σχέση εξηρτημένης εργασίας από άκυρη σύμβαση αορίστου χρόνου [άρθρο 669 παρ.2 ΑΚ] και η αποζημίωση για την καταγγελία της από τον εργοδότη [άρθρα 1, 3 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 1, 2, 5 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98)] οφείλεται, επίσης, αμέσως από το νόμο (ΑΠ 442/1996).
Τέλος, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό [άρθρο 904 ΑΚ] είναι και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα, ήτοι η μη νομιμότητα της αιτίας, βάσεις της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη (ΑΠ ολ. 23/2003).
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 2685/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε την αγωγή μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, κατά την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική της βάση, όπως το ιστορικό της αγωγής, κατ' αυτή τη βάση, εκτίθεται, πλήρως και σαφώς, στο δικόγραφο της αναιρέσεως και, έτσι, παραβίασε το άρθρο 904 ΑΚ, με ψευδή ερμηνεία του. Συγκεκριμένα, παραβίασε το άρθρο 904 ΑΚ, αφού οι επίμαχες συμβάσεις "μπορεί να ήσαν άκυρες, στην πραγματικότητα, όμως, λειτούργησαν, ως ενιαίες συμβάσεις ή σχέσεις εξηρτημένης εργασίας" (σελ. 22 της αιτήσεως αναιρέσεως). Επίσης, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 2685/2017 απόφασή του δεν έλαβε υπ' όψη θεμελιωτικά γεγονότα, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι στο δικόγραφο της αγωγής "περιέχεται ο ουσιώδης ισχυρισμός πως στην πραγματικότητα, συνδέονται αυτοί (αναιρεσείοντες) με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη Ε.Φ.Κ.Α. δια συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου" (σελίδες 22, 23 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης, ήτοι την από 26.2.2010 αγωγή, την 195/2015 πρωτόδικη απόφαση, την από 26.10.2015 έφεση και την 2685/2017 απόφαση του εφετείου, τα οποία ο Αρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των πιο πάνω παραδεκτών λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα παρακάτω: (Α).- Βάσεις της από 26.2.2010 αγωγής ήταν από τη σύμβαση εργασίας (κύρια) και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (επικουρική).
Οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) για την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ισχυρίσθηκαν ότι: Τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009, στα πλαίσια 'stage Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης' και με ατομικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που κατήρτισαν, εγγράφως, στις αναφερόμενες ημερομηνίες, μετά των εναγομένων ν.π.δ.δ., (ϊ).- Ο.Α.Ε.Δ. [άρθρο 1 ν.δ. 212/1969 (ΦΕΚ Α. 112 / 14.6.1969)], ως 'Υπεύθυνου Φορέα', μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και (ii).- Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., ως 'Φορέα Απασχόλησης' (αναιρεσίβλητου), απασχολήθηκαν, ως διοικητικοί υπάλληλοι, αντί ημερήσιας αμοιβής (μισθού), στα εναγόμενα ν.π.δ.δ. - εργοδότες.
Οι επίμαχες συμβάσεις, αν και επιγράφονταν ως 'συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) Κοινωνικής Ασφάλισης', δεν λειτούργησαν, ως συμβάσεις μαθητείας ορισμένου χρόνου, αφού "αυτοί (ενάγοντες) ανέλαβαν την άσκηση των καθηκόντων τους", όπως περιγράφονται για τον καθένα, "χωρίς ποτέ να λάβουν την παραμικρή εκπαίδευση, επιμόρφωση ή κατάρτιση οποιασδήποτε μορφής".
Αντίθετα, "οι επίμαχες συμβάσεις λειτούργησαν, πράγματι, για τον καθένα από αυτούς, ως ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και δη, αορίστου χρόνου" μέχρι τον Δεκέμβριο 2009, στις αναφερόμενες ημερομηνίες, οπότε τα εναγόμενα ν.π.δ.δ. - εργοδότες τις κατήγγειλαν ακύρως, ήτοι χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Ακολούθως, ζήτησαν, επικουρικώς, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κριθεί άκυρη η ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να επιδικασθούν στον καθένα τα χρηματικά ποσά, που αναφέρονται, για "διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα, αποδοχές, επίδομα και αποζημίωση μη ληφθείσας κανονικής αδείας, ετών 2005 - 2009" καθώς και για "μισθούς υπερημερίας, διαφορετικά, αποζημίωση για την απώλεια της θέσεως εργασίας", άλλως, για "αποζημίωση καταγγελίας".
Τα ίδια χρηματικά ποσά οι ενάγοντες ζήτησαν και κατά την κύρια βάση της αγωγής, ήτοι από την ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχεται ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες συνδέονταν μετά του εναγομένου ν.π.δ.δ. Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με 'σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου'. (Β).- Η 195/2015 πρωτόδικη απόφαση έκρινε ως εξής: (ί).- Απέρριψε την αγωγή για αμφότερα τα εναγόμενα ν.π.δ.δ.
και κατά τις δύο βάσεις της, κύρια και επικουρική, όσον αφορά το πιο πάνω αίτημα της επιδικάσεως χρηματικών ποσών, ως απαράδεκτη, συνεπεία αοριστίας του δικογράφου της και, ειδικότερα διότι (σελίδες 18, 19): "Το αίτημα επιδίκασης των διαφόρων ποσών πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστο, αφού οι ενάγοντες περιορίζουν μέρος του καταφηφιστικού αυτού αιτήματος σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στο ακροατήριο, χωρίς να διευκρινίζουν, ποια επί μέρους κονδύλια αφορά ο περιορισμός του καταφηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό", (ii).- Απέρριψε την αγωγή στην ουσία και ως προς τις δύο βάσεις της, κύρια και επικουρική, για το εναγόμενο ν.π.δ.δ.
Ο.Α.Ε.Δ. και, συγκεκριμένα διότι (σελ. 19): "Πραγματικός εργοδότης των εναγόντων, καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης τους, ήταν το εναγόμενο ν.π.δ.δ. Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.". (iii).- Δέχθηκε την αγωγή για το εναγόμενο ν.π.δ.δ. Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., μερικώς στην ουσία, κατά την κύρια βάση της, από (έγκυρη) ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ενώ, δεν ασχολήθηκε, περαιτέρω, με την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. (Γ).- Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της από 26.10.2015 εφέσεως του αναιρεσίβλητου (εκκαλούντος- εναγομένου) ν.π.δ.δ.
Ι.ΚΑ. - Ε.Τ.Α.Μ., οριοθετείται, με τους λόγους εφέσεως, που στηρίζουν το αίτημά της, για την απόρριψη της αγωγής, καθ' όσον έγινε δέκτη, ως άνω, η κυρία βάση της μερικώς στην ουσία, ως μη νόμιμης. (Δ).- Η 2685/2017 απόφαση του εφετείου, με την παραδοχή των λόγων της εφέσεως, εξαφάνισε την 195/2015 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ], που δέχθηκε την αγωγή μερικώς στην ουσία, κατά την κύρια βάση της και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή μη νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, ως προς τα ως άνω εκκληθέντα κεφάλαια" ενώ, δεν ερεύνησε, περαιτέρω, την (ήδη απορριφθείσα πρωτοδίκως) επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατά το μέρος που αφορούσε επιδίκασα διαφορών στις δεδουλευμένες αποδοχές κ.λ.π., ενώ κατά το κεφάλαιο καταβολής αποζημίωσης απόλυσης κατ' αρθ. 7 ΠΔ 164/2004, έκρινε την αγωγή (κατά την επικουρική της βάση) μη νόμιμη με το σκεπτικό ότι το ΠΔ 164/2004 δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας.
Εν όψει τούτων και κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, το εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 8 ΚΠολΔ και, ειδικότερα: Στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχεται ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες συνδέονταν μετά του εναγομένου ν.π.δ.δ. Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη, από 1.1.2017, ν.π.δ.δ.
Ε.Φ.Κ.Α., ως "οιονεί καθολικού διαδόχου του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. [άρθρα 51 παρ.1, 53 παρ.1. (Α) ν.4387/2016 (ΦΕΚ Α. 85 / 12.5.2016)] - αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου' ώστε να μην ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. Εξ άλλου, το εφετείο απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, που ήταν 'εκκληθέν κεφάλαιο', ενώ, δεν ήταν "εκκληθέν κεφάλαιο" και η επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι, ως άνω, για την επιδίκαση χρηματικών ποσών.
Μετά την εξαφάνιση της 195/2015 πρωτόδικης αποφάσεως δε, το εφετείο κράτησε την υπόθεση και ορθά δεν ερεύνησε, περαιτέρω, την επικουρική βάση της αγωγής, αφού, κατά τούτο, δηλ. ως προς το αίτημα της επιδικάσεως χρημαιικών ποσών (και μη 'εκκληθέν κεφάλαιο') η αγωγή είχε απορριφθεί, πρωτοδίκως, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση κατά τα παραπάνω, ως απαράδεκτη, συνεπεία αοριστίας του δικογράφου της.
Έτσι, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, με ψευδή ερμηνεία της και δημιουργίας του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 2685/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών "στερείται παντελώς αιτιολογιών, άλλως, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες" αναφέρεται δε, η έλλειψη αιτιολογίας ή η ανεπαρκής αιτιολογία στην σκέψη της 2685/2017 αποφάσεως ότι "η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη, κατά την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση γιατί οι αναιρεσείοντες συνεδέοντο δήθεν με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη Ε.Φ.Κ.Α. δια συμβάσεως μαθητείας, χωρίς να εξειδικεύει,αν επρόκειτο περί γνήσιας συμβάσεως μαθητείας ή περί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, όπως είχαν ισχυρισθεί οι αναιρεσείοντες με την αγωγή". Ο λόγος αυτός, όπως έγινε δεκτό στην (I) μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δηλ. σε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Μετά ταύτα, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 2685/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολο της.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [άρθρα 106, 179, 183 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.2.2018 αίτηση για αναίρεση της 2685/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα, την 31 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 31 Μαρτίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ