403/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/3/2013, 20/5/2013 και 7/6/2013 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated403/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 403 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 403/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ" (πρώην"... ΟΕ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Φ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως πρώην νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φαίδωνα Κεδίκογλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Πάσχου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/3/2013, 20/5/2013 και 7/6/2013 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 616/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 620/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/1/2018 αίτησή τους και τους από 5/10/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ. ΑΠ 15/2000 ΑΠ 780/2004, ΑΠ 139/2001).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πρώτος κύριος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση, παράλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτο το κύριο αίτημα της από 4-3-13 αγωγής λόγω της διαλαμβανομένης σ' αυτό παραπομπής προσδιορισμού του ακριβούς ύψους της δικαιουμένης από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο προμηθείας στην επεξεργασία στοιχείων εκτός της αγωγής "τα οποία θα περιέλθουν εις χείρας του (ενάγοντος) σε εκτέλεση της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της από 19-11-12 αιτήσεως επιδείξεως εγγράφων άλλως από την επεξεργασία οποιουδήποτε άλλου προσφόρου εγγράφου ..." κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει αφενός της μη επικαλουμένης αλλά ούτε και αποδεικνυόμενης προβολής του εν λόγω ισχυρισμού [που δεν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες] ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αφετέρου της μη συνδρομής κάποιας από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέσεως η οποία να καθιστά και χωρίς την εν λόγω επίκληση παραδεκτή την προβολή αυτού.
Ο από το άρθρο αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο, ύστερα από επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου και της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην μεν πρώτη περίπτωση διαπιστώνει την επίκληση (πρόταση) των φερομένων ως μη προταθέντων πραγμάτων στη δε δεύτερη ότι έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε, τυπικό ή ουσιαστικό, λόγο (ΑΠ 249/2017).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο έβδομος κύριος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα (έλαβε υπόψη) τους θεμελιωτικούς του ασκηθέντος με τις ένδικες αγωγές δικαιώματος ισχυρισμούς "περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου με την οποία ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ανέλαβε ως εμπορικός αντιπρόσωπος των αναιρεσειόντων την διάθεση σε Ελλάδα και Κύπρο των προϊόντων της ...
αντί ποσοστού 5% επί της αξίας των καθαρών πωλήσεων, ο οποίος λειτούργησε ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος" οι οποίοι δεν διαλαμβάνοντο στα δικόγραφα των ως άνω ενδίκων αγωγών κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των τελευταίων και ιδίως από τις διαλαμβανόμενες σ'αυτές περικοπές "α) περί καταρτίσεως συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας β) περί καταγγελίας, χωρίς την τήρηση προθεσμίας ή προειδοποίησης αυτής την 15-3-2012 γ) περί διαθέσεως των εμπορευμάτων των αναιρεσειόντων σε όλη τη γεωγραφική περιφέρεια της Ελληνικής Επικράτειας και την Κύπρο αντί προμηθείας 5% επί των πωλήσεων και δ) περί συμφωνίας ότι θα δικαιούνται όλες τις προμήθειες που αντιστοιχούν στις πωλήσεις που διενεργούνται εντός της ανήκουσας σε μένα γεωγραφικής περιοχής της αντιπροσώπευσής μου" προκύπτει η δια των ενδίκων δικογράφων επίκληση των από τους αναιρεσείοντες επικαλουμένων ως μη προταθέντων ως άνω ισχυρισμών.
Με το δεύτερο και τέταρτο κύριο και δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση επεδίκασε πλέον του αιτηθέντος και ειδικότερα αν και με το αγωγικό (από 4-3-13) δικόγραφο ο αναιρεσίβλητος ζήτησε "β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης αντιπροσώπευσης να μου καταβάλει το ποσοστό της αναλογούσας σε εμάς προμήθειας 5% επί των πωλήσεων, που διενεργήθηκαν για λογαριασμό της κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2011 έως 15-3-2012, όπως αυτό θα προκύψει μετά την επεξεργασία των στοιχείων, που θα περιέλθουν εις χείρας μας σε εκτέλεση της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που θα εκδοθεί επί της από 19-11-2012 αίτησής μου ασφαλιστικών μέτρων, άλλως από τα στοιχεία που θα προκύψουν από την επεξεργασία οιουδήποτε άλλου πρόσφορου, νόμιμου εγγράφου που θα περιέλθει εις χείρας μου" η προβαλλομένη απόφαση επεδίκασε πλέον του ως άνω αιτηθέντος αφού αυτή αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής (εναγομένης αναιρεσείουσας) "να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσοστό της αναλογούσας σε αυτόν προμήθειας, ύψους 5% επί των πωλήσεων που έλαβαν χώρα στις γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας και της Κύπρου καθ' όλη την διάρκεια της σύμβασης, ήτοι κατά την χρονική περίοδο από 6-6-2011 έως 15-3-2012, όπως το ποσοστό αυτό θα προκύψει μετά από επαλήθευση των παρακάτω αναφερόμενων εγγράφων που αφορούν την εν λόγω χρονική περίοδο, ήτοι 1) των τιμολογίων - δελτίων αποστολής, βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι πωλήσεις προς τους πελάτες της εναγόμενης, σε εκτέλεση παραγγελιών εμπορευμάτων που έλαβε ο ενάγων για λογαριασμό της τελευταίας, 2) των καρτελών και ισοζυγίων πελατών της εναγομένης, που τηρούνται στο λογιστήριο της τελευταίας και αφορούν την ανωτέρω κρίσιμη χρονική περίοδο και 3) των αποσπασμάτων από τα επίσημα βιβλία της εναγομένης, στα οποία έχουν καταχωρηθεί οι πωλήσεις της τελευταίας κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο".
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του αιτητικού του αγωγικού (από 4-3-13) δικογράφου και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία (αιτητικό και διατακτικό) διαλαμβάνονται οι κατά την προβαλλομένη αιτίαση ως άνω παραδοχές, προκύπτει σαφώς ότι το δεύτερο (διατακτικό) συνιστά ακριβή επιδίκαση του δια του πρώτου (αιτητικού) υποβληθέντος αγωγικού αιτήματος, χωρίς η περαιτέρω διαλαμβανομένη σ'αυτό (διατακτικό) προσθήκη καθορισμού του ύψους της δικαιουμένης από τον αναιρεσίβλητο προμηθείας δια της επαληθεύσεως των πωλήσεων που αναφέρονται στα υπό στοιχ.
α, β και γ έγγραφα (τιμολόγια-δελτία αποστολής, καρτέλες και ισοζύγια πελατών και αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων) να συνιστά επιδίκαση "πλέον του αιτηθέντος", όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά σαφή προσδιορισμό των κατά το αγωγικό αίτημα "στοιχείων που θα προκύψουν από την επεξεργασία οποιουδήποτε άλλου προσφόρου νομίμου εγγράφου που θα περιέλθει εις χείρας μας".
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε η διαλαμβανομένη στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως επιταγή χορηγήσεως από τους αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο "Όλων των τιμολογίων πώλησης - δελτίων αποστολής της χρονικής περιόδου από 6-6-2011 έως 31-8-2012, βάσει των οποίων καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν συμβάσεις πώλησης των προϊόντων της πρώτης εναγομένης με αφορμή την διαμεσολάβηση του ενάγοντος" συνιστά επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος "ενόψει του ότι η διάρκεια της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας έληξε την 15-3-2012 (ενώ η διαταγή χορηγήσεως επεκτείνεται μέχρι 31.8.2012)", καθόσον το παραπάνω διατακτικό αναφέρεται στο αιτητικό όχι της από 4-3-13 αγωγής, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, αλλά (στο αιτητικό) της μετ' αυτής συνεκδικασθείσης από 20-5-2013 αγωγής επιδείξεως εγγράφων, στην οποία διαλαμβάνεται αντίστοιχο αίτημα για την χορήγηση εγγράφων και ειδικότερα "των τιμολογίων και δελτίων αποστολής της περιόδου 6-6-2011 μέχρι 31-8-2012".
Κατ' ακολουθίαν αυτών, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη και η δια του τρίτου κυρίου λόγου της αναιρέσεως προβαλλομένη περαιτέρω από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει τις παραπάνω αντιφατικές διατάξεις η οποία όμως (αντίφαση) δεν συντρέχει αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε διαφορετικές αγωγές και ειδικότερα σε αυτές περί καθορισμού του ύψους της δικαιουμένης προμηθείας η πρώτη και περί επιδείξεως εγγράφων η δεύτερη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1δ ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες συμβάσεων το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ στην περίπτωση που, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 394/2011, Ολ ΑΠ 487/1982), αυτή δικαιολογείται από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές (ΑΠ 524/2002).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 α ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. [ΑΠ 835/2008]. Κατ' ακολουθίαν αυτών ο εκτός κύριος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την δια μαρτύρων απόδειξη της ενδίκου συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ενόψει του εκατέρωθεν συνομολογουμένου εμπορικού χαρακτήρος αυτής (συμβάσεως).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/Ε.Ο.Κ. του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του, ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Με βάση αυτόν τον ορισμό η σύμβαση αντιπροσωπείας έχει χαρακτήρα συμβάσεως πλαισίου, αφού καθορίζει τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και τους κανόνες της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία, όμως πραγματώνεται με πλειάδα επί μέρους συμβάσεων διαμεσολάβησης. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικότητας, σύμφωνα με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει τη μέριμνα των υποθέσεών του αποκλειστικά στον αντιπρόσωπο για μία ορισμένη περιοχή.
Σ' αυτήν την περίπτωση πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 1 του ανωτέρω π.δ/τος, όπως η ανωτέρω παράγραφος, αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 π.δ. 312/1995 προβλέπει: "Για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:
α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτό τον τομέα ή σε αυτή την ομάδα".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 της παραπάνω Οδηγίας: "1. Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια: α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του, ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη. 2.
Για πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπρόσωπος δικαιούται επίσης προμήθεια: είτε εάν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων, είτε εάν έχει δικαίωμα αποκλειστικότητας για έναν καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων, και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα.
Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν στο δίκαιο τους μία από τις εναλλακτικές λύσεις των δύο παραπάνω περιπτώσεων". Μάλιστα, το Δ.Ε.Κ, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας, έχει δεχτεί ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όταν έχει αναλάβει ένα γεωγραφικό τομέα, έχει δικαίωμα προμήθειας για τις συναπτόμενες με τους πελάτες που ανήκουν στον τομέα αυτό δικαιοπραξίες, ακόμη κι αν καταρτίστηκαν χωρίς την παρέμβασή του (απόφαση της 12.12.1996, C-104/1995 Κ.
κατά ... Α.Ε.). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι για την σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1γ' του π.δ 219/1991 καθίδρυση δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου προς λήψη προμήθειας για εμπορικές πράξεις που έχουν συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του, αρκεί αυτές να έχουν συναφθεί με πελάτη που ανήκει στο γεωγραφικό τομέα για τον οποίο αυτός είναι αρμόδιος ή με πελάτη που ανήκει σε μία καθορισμένη ομάδα προσώπων για την οποία είναι αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ρήτρας αποκλειστικότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, για το γεωγραφικό τομέα ή για την καθορισμένη ομάδα προσώπων.
Τέτοια προϋπόθεση (αποκλειστικότητας) δεν έθεσε ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη μεταφορά της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στην Ελληνική έννομη τάξη, αν και είχε τη δυνατότητα να το πράξει, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 7 της επίμαχης Οδηγίας, όφειλε να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο μία από τις δύο εναλλακτικές λύσεις της Οδηγίας και επέλεξε εκείνη της θέσπισης του εν λόγω δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, με βάση το κριτήριο της ιδιότητάς του ως αρμόδιου απλώς σε καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή σε καθορισμένη ομάδα προσώπων και όχι της ιδιότητάς του ως αποκλειστικού εμπορικού αντιπροσώπου στο γεωγραφικό τομέα ή στην ομάδα προσώπων (Α.Π. 86/2015, Α.Π. 859/2014, Τ.Ν.Π.
ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται, όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι, κατά νόμο, το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2119/2014).
Με τους πέμπτο και όγδοο κύριους και τρίτο πρόσθετο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 1γ, 7 και 8 πδ 219/1996, 902 και 903 ΑΚ, έκανε δεκτές, ως και ουσιαστικά βάσιμες, τις κατ' αυτών από τον αναιρεσίβλητο εγερθείσες και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσες [από 4-3-13 και 20-5-13] ένδικες αγωγές (περί εμπορικής αντιπροσωπείας και επιδείξεως εγγράφων αντιστοίχως), δεχθείσα, με ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στη μείζονα πρόταση των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου την κατάφαση των απ' αυτούς (κανόνες δικαίου) προβλεπομένων για την ευδοκίμηση των παραπάνω αγωγών προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την απόρριψη των αγωγών ως ουσιαστικά αβασίμων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τ' ακόλουθα: "Με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στον ...
στις 6-6-2011 μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) Α. Α. και της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", (αναιρεσείουσας) νόμιμα εκπροσωπούμενης ο ενάγων ανέλαβε, ως εμπορικός αντιπρόσωπος της ανωτέρω εναγόμενης εταιρίας, την υποχρέωση της διαπραγμάτευσης για λογαριασμό της και της διάθεσης (πώλησης) σε Ελλάδα και Κύπρο των προϊόντων της και ειδικότερα των γυναικείων υποδημάτων που αυτή κατασκευάζει σε βιοτεχνία της στον ..., έναντι αμοιβής (προμηθείας) ποσοστού 5% επί της αξίας των πραγματοποιηθεισών καθαρών πωλήσεών της στους καθορισμένους άνω γεωγραφικούς τομείς και με επιβάρυνσή του με τα έξοδα κίνησης αυτού.
Η άνω σύμβαση - η οποία συμφωνήθηκε να διέπεται από τις ισχύουσες περί αντιπροσωπείας διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, καταρτίστηκε καταρχήν άτυπα (προφορικά), ενώ η αντιπροσωπευόμενη εναγόμενη υποσχέθηκε να προβεί σύντομα στην έγγραφη διατύπωση, και υπογραφή της, για λόγους αποδεικτικούς αλλά και τακτοποίησης - ρύθμισης των σχετικών φορολογικών - λογιστικών ζητημάτων που ανέκυπταν.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής - για την οποία ο ενάγων επελέγη σε αναγνώριση της 30ετούς επιτυχούς σχετικής δραστηριότητάς του ως εμπορικού αντιπροσώπου στο χώρο της υπόδησης - η εναγόμενη του ανέθετε το δειγματισμό των προϊόντων της, παραδίδοντάς του τα σχετικά δείγματα από τον κατάλογό της, για τα οποία εξέδιδε σχετικά δελτία αποστολής.
Ο ενάγων, αφού αναλάμβανε τα δείγματα, μετέβαινε με δαπάνες του σε ολόκληρη σχεδόν την Ελληνική Επικράτεια και στην Κύπρο προς δειγματισμό τους ... ενώ μετά την ολοκλήρωση του δειγματισμού παρέδιδε ο ίδιος στην εναγομένη τις παραγγελίες που ελάμβανε, προκειμένου να προβεί αυτή στην εκτέλεσή τους. Επιπλέον, ο ενάγων εισέπραττε για λογαριασμό της εναγομένης χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν σε εκτελεσθείσες παραγγελίες, τα οποία στη συνέχεια απέδιδε σ' αυτήν, είτε σε μετρητά χρήματα είτε σε αξιόγραφα που εκείνη εισέπραττε ανεπιφύλακτα.
Η συνεργασία των δυο πλευρών λειτούργησε σύμφωνα με τα ανωτέρω μέχρι τις 15-3-2012, οπότε η εναγομένη, επικαλούμενη την ευρύτερη οικονομική κρίση που έπληττε την ελληνική οικονομία, προέβη σε καταγγελία της άνω σύμβασης αντιπροσώπευσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή (προμήθεια) για τις επιτευχθείσες πωλήσεις της εναγομένης εντός του συμφωνηθέντος άνω γεωγραφικού χώρου της αντιπροσώπευσής του το συνολικό ποσό των 27.240,40 ευρώ, με σταδιακές καταβολές που έγιναν προς αυτόν έναντι της οφειλόμενης αμοιβής του, η οποία, υπολογιζόμενη με το συμφωνηθέν ποσοστό προμήθειας 5% επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων στο σύνολο των πελατών της εναγομένης, υπερέβαινε σημαντικά το ανωτέρω καταβληθέν ποσό (ως καταδεικνύει και το ότι η εναγόμενη εμφάνισε ετήσια έσοδα 1.315.175,01 ευρώ κατά τη χρήση 2011 και 1.522.390,59 ευρώ κατά τη χρήση 2012, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με επίκληση σχετική βεβαίωση του υπευθύνου του λογιστηρίου της και μάρτυρος ανταπόδειξης Γ.
Σ.). Η εναγόμενη, αμφισβητώντας το περιεχόμενο της σύμβασης ως προς το ύψος και την έκταση της συμφωνηθείσας προμηθείας του ενάγοντος, υποστήριξε πρωτόδικα και υποστηρίζει και στην έφεσή της, με ισχυρισμούς που περιέχονται στους 4°, 5°, 6°, 8°, 9° και 10° λόγους της, ότι η προμήθεια του ενάγοντος συμφωνήθηκε σε ποσοστό 4% επί των πωλήσεών της και όχι σε ποσοστό 5% επ' αυτών όπως αβάσιμα υποστηρίζει εκείνος και μάλιστα η προμήθειά του δεν συμφωνήθηκε επί του συνόλου των πωλήσεών της, αλλά επί των πωλήσεών της σε νέους και άγνωστους σ' αυτήν πελάτες, καθώς και σε εκείνους από τους παλαιούς και γνωστούς σ' αυτήν που του υποδείκνυε να παρακολουθεί, με συνέπεια το ανωτέρω ποσό των 27.240,40 ευρώ που του έδωσε ως προμήθεια να υπερκαλύπτει τη συμφωνημένη αμοιβή του.
Πιο αναλυτικά η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας η ίδια συνήψε με μεσολάβησή του συμβάσεις πώλησης είτε μια φορά είτε περισσότερες με 72 συνολικά πελάτες - αγοραστές (48 παλαιούς δικούς της και 24 νεοφερμένους απ' αυτόν), τους οποίους αναφέρει ονομαστικά στις έγγραφες προτάσεις της και στους οποίους πώλησε εμπορεύματα συνολικής αξίας 424.510,21 ευρώ, ώστε το ποσοστό προμηθείας που εκείνος δικαιούται να λάβει από τις εν λόγω πωλήσεις ανέρχεται σε 16.980,40 ευρώ (424.510,21 ευρώ Χ 4%) και επομένως, λαμβάνοντας για την αιτία αυτή το μείζον ποσό των 27.670,00 ευρώ (και όχι το ποσό των 27.240,00 ευρώ που ισχυρίζεται με τις ένδικες αγωγές του) εισέπραξε αχρεωστήτως επιπλέον ποσό ύψους 10.689,60 ευρώ.
Επίσης, ισχυρίζεται ότι για τις υπόλοιπες πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της άνω σύμβασης, με πελάτες άλλους από τους 72 ρητά κατονομαζόμενους από αυτήν, ο ενάγων δεν δικαιούται τη λήψη αντίστοιχης αμοιβής, αφού οι πωλήσεις αυτές διενεργήθηκαν χωρίς τη δική του παρέμβαση, αλλά κατόπιν διαπραγμάτευσης των πελατών αυτών με το νόμιμο εκπρόσωπό της Γ.
Φ. (δεύτερο εναγόμενο στις β' και γ' αγωγές) ή με τον από 23-11-2009 υπάλληλο - πωλητή αυτής Κ. Π., οι οποίοι και προέβαιναν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα στο δειγματισμό των προϊόντων της στους πελάτες αυτούς, λαμβάνοντας ταυτόχρονα και τις αντίστοιχες παραγγελίες τους. Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης σχετικά με το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης και ειδικότερα τους όρους εκείνους που αφορούν τον καθορισμό του ύψους της δικαιούμενης αμοιβής του ενάγοντος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το ποσοστό της δικαιούμενης από τον ενάγοντα προμηθείας για κάθε επιτευχθείσα πώληση της εναγομένης συμφωνήθηκε σε 5% - και όχι σε 4% όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία. Τούτο προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Θ. Κ., ο οποίος είναι και αυτός εμπορικός αντιπρόσωπος και κατέθεσε μετά λόγου γνώσης ότι το ποσοστό της προμήθειας του ενάγοντος για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του καθορίστηκε σε ποσοστό 5% επί των πωλήσεων της εναγομένης, όπως γνώριζε από τον ίδιο τον ενάγοντα και όπως είθισται να είναι το ελάχιστο ποσοστό προμηθείας σε παρόμοιες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσώπευσης στις οποίες τα έξοδα κίνησης συμφωνείται να βαρύνουν τον εμπορικό αντιπρόσωπο.
Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται κατά τρόπο πείθοντα από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Γ. Σ., ο οποίος είναι υπεύθυνος του λογιστηρίου της και δεν έχει άμεση γνώση της συναλλακτικής πρακτικής επί συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας, γεγονός που καθιστά την κατάθεση του λιγότερο πειστική. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ποσοστό προμηθείας του ενάγοντος αφορά τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια της σύμβασης στο σύνολο των πελατών της εναγομένης σε Ελλάδα και Κύπρο και όχι μόνο στους 72 πελάτες που αυτή ρητά κατονομάζει, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διαπραγματευόταν, διαρκούσης της άνω σύμβασης, την πώληση των προϊόντων της εναγομένης στο σύνολο των πελατών της σε Ελλάδα και Κύπρο και όχι σε συγκεκριμένους, υποδεικνυόμενους απ' αυτήν πελάτες.
Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο από την κατηγορηματική περί τούτου κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Θ. Κ., ο οποίος προσέθεσε ότι στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας δεν είθισται ο εμπορικός αντιπρόσωπος να διαπραγματεύεται με συγκεκριμένους πελάτες, υποδεικνυόμενους σ' αυτόν από τον αντιπροσωπευόμενο, δηλαδή να είναι "a la carte" εμπορικός αντιπρόσωπος για κάποιους πελάτες και για άλλους να μην είναι, αφού πρέπει να έχει το σύνολο του πελατολογίου για να μπορέσει να λειτουργήσει σαν εμπορικός αντιπρόσωπος.
Η κατάθεση αυτή ενισχύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα α) από 7-1-2009 μηχανογραφημένη κατάσταση πελατών της εναγομένης, με την οποία τον εφοδίασε η τελευταία κατά την έναρξη της συνεργασίας τους και στην οποία αναγράφεται το σύνολο της τότε πελατείας της και αναφέρονται τα στοιχεία των πελατών της (διευθύνσεις, τηλέφωνα, κ.λ.π.), τους οποίους ο ενάγων θα επισκεπτόταν για να προωθήσει τα προϊόντα της και στους οποίους εξέχουσα θέση είχαν οι πελάτες των Αθηνών και β) υπ' αριθ. ...
δελτία παραγγελιών της εναγομένης που βρέθηκαν στο αρχείο του ενάγοντος, από τα οποία προκύπτει ότι, διαρκούσης της άνω σύμβασης, ο ενάγων έλαβε παραγγελίες για αγορά προϊόντων της από πελάτες πέραν των 72 ρητά κατονομαζομένων από την τελευταία. Σε αντίθετη κρίση δεν οδηγεί η κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Γ.
Σ. περί δειγματισμών και πωλήσεων προϊόντων της εναγομένης κατά το επίδικο διάστημα από τον άνω υπάλληλό της Κ. Π., διότι δεν προσδιορίζει κατά γεωγραφικό τομέα, ποσότητα και πελάτες τις πωλήσεις που αποδίδονται στον τελευταίο, ούτε δικαιολογεί πειστικά την πρόσληψη του ενάγοντος σε χρόνο που οι πωλήσεις στις άνω γεωγραφικές περιοχές φέρεται ότι εξυπηρετούνταν επαρκώς από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και τον άνω υπάλληλο - πωλητή της, του οποίου, είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν προσκομίζεται σύμβαση πρόσληψής του ως πωλητή.
Να προστεθεί ότι με την άνω κατάθεση δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός των εναγομένων που περιέχεται στους 1° , 2° , 9° και 10° λόγους της έφεσής τους ότι ο δεύτερος απ' αυτούς και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης απ' αυτούς Γ. Φ. έκανε πλήθος πωλήσεων και δειγματισμών προϊόντων της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε ο περαιτέρω ισχυρισμός τους με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι ο ενάγων ουδέποτε δειγμάτισε προϊόντα της στο επί της οδού ...
στον Κορυδαλλό κατάστημα πώλησης γυναικείων υποδημάτων με δ.τ. "...", συνιδιοκτησίας του άνω μάρτυρος. Να προστεθεί εδώ ότι, κατά την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Θ. Κ., ο Π. ήταν μισθωτός υπάλληλος στην αποθήκη της εναγομένης, επιφορτισμένος με κάποιες εργασίες πέραν των πωλήσεων (μεταφορές παπουτσιών στα μαγαζιά, συλλογή φοντιών, κ.ά.), δεν έκανε δειγματισμούς και πωλήσεις και αντικαθιστούσε τον ενάγοντα μόνο σε περιπτώσεις που αυτός απουσίαζε εκτός Αττικής και έπρεπε να γίνουν κάποιες εισπράξεις.
Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι, κατά τη σύναψη της άνω σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας οι διάδικοι συμφώνησαν καθίδρυση δικαιώματος του ενάγοντος εμπορικού αντιπροσώπου για λήψη προμήθειας για όλες ανεξαιρέτως τις πωλήσεις που θα συνάπτονταν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του, αρκεί αυτές να συνάπτονταν με πελάτες που θα ανήκαν στους γεωγραφικούς τομείς Ελλάδας και Κύπρου για τους οποίους ο ενάγων ήταν αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στην άνω σύμβαση και ρήτρας αποκλειστικότητας αυτού για τους άνω γεωγραφικούς τομείς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε παραπάνω μείζονα σκέψη.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εκκαλούντων που αιτιώνται και αυθαίρετη συμπλήρωση του σχετικού (δήθεν) κενού / ασάφειας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά και από εσφαλμένη ερμηνεία κατ' άρθρο 200 Α.Κ. της ένδικης σύμβασης και περιέχονται στους 2° , 4° και 7° λόγους της έφεσής τους - πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία.
Επιπλέον, το Δικαστήριο κρίνει ότι καθ' όλη τη διάρκεια της άνω σύμβασης ο ενάγων λειτούργησε ως αποκλειστικός εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγομένης, το δε ποσό των 27.240,40 ευρώ που έλαβε απ' αυτήν ως αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του στα πλαίσια της άνω σύμβασης υπολείπεται του ποσού προμηθείας που πράγματι δικαιούται κατ' άρθρο 6 παρ. 1γ' π.δ. 219/1991 για τις επιτευχθείσες πωλήσεις της.
Ωστόσο το ακριβές ύψος της οφειλόμενης προμηθείας του δεν στάθηκε εφικτό να προσδιοριστεί απ' αυτόν, καθόσον η εναγόμενη αρνιόταν εξαρχής να του παραδώσει τα απαιτούμενα για την επαλήθευση της προμηθείας του παραστατικά έγγραφα των διενεργηθέντων πωλήσεών της, ως όφειλε κατ' άρθρο 4 παρ. 2 α' π.δ. 219/1991.
Για το λόγο αυτό, με την από 5-10-2012 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του, την οποία της κοινοποίησε στις 16-10-2012 (βλ. την υπ' αριθ. ...16-10-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ. Κ.) ο ενάγων απαίτησε απ' αυτή να του χορηγήσει εντός προθεσμίας 5 ημερών, αντίγραφα όλων των κινήσεων των καρτελών των πελατών και όλων των παραστατικών (τιμολογίων κ.λ.π.) των πωλήσεων που πραγματοποίησε ο ίδιος στο διάστημα της μεταξύ τους συνεργασίας, προκειμένου μετά τη σχετική επεξεργασία τους, να διενεργηθεί η εκκαθάριση του λογαριασμού τους και η απόδοση στον ίδιο των ποσών που του οφείλονταν.
Η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω πρόσκλησή του εντός της ταχθείσας προθεσμίας και έτσι ο ενάγων, με σχετική από 19-11-2012 αίτησή του που απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα να διαταχθεί η εναγομένη να του χορηγήσει με δαπάνες του, νόμιμα επικυρωμένα αντίγραφα των προαναφερόμενων εγγράφων.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 662/2013 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την άνω αίτησή του και υποχρέωσε την καθ' ης και ήδη εναγόμενη να χορηγήσει στον ενάγοντα, εντός προθεσμίας 10 ημερών από την επίδοση της απόφασης, επικυρωμένα αντίγραφα όλων των δελτίων παραγγελιών της χρονικής περιόδου συνεργασίας τους, βάσει των οποίων ο ενάγων έλαβε παραγγελίες εμπορευμάτων για λογαριασμό της από όλους τους πελάτες της, καθώς και όλων των τιμολογίων - δελτίων αποστολής, βάσει των οποίων καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν οι σχετικές πωλήσεις της.
Ωστόσο, στη συνέχεια η εναγόμενη δεν προέβη σε προσήκουσα παράδοση στον ενάγοντα των ανωτέρω επικυρωμένων αντιγράφων και των λοιπών αιτούμενων με την υπό στοιχείο β' αγωγή παραστατικών εγγράφων πωλήσεών της που ο ενάγων της ζήτησε. Ειδικότερα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εμφανίστηκε στις 30-4-2013 (Μεγάλη Τρίτη) στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος χωρίς να προσκομίσει τα δελτία παραγγελιών της εντολέως του, βάσει των οποίων διενεργήθηκαν οι πωλήσεις των προϊόντων της κατά τη χρονική περίοδο συνεργασίας των διαδίκων, προσκομίζοντας μόνον έξι ντοσιέ με πρωτότυπα δελτία αποστολής - τιμολόγια, έγγραφα τα οποία απαίτησε να φωτοτυπηθούν άμεσα και να του παραδοθούν την επομένη ημέρα.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος δεν δέχτηκε την απαίτηση αυτή και την επομένη ημέρα (1-5-2013) του επέστρεψε τα άνω έγγραφα χωρίς να τα φωτοτυπήσει και να εκδώσει σχετικά αντίγραφα, με τη αιτιολογία ότι αφενός δεν του προσφέρθηκαν τα δελτία παραγγελιών της εναγομένης απ' όλους τους πελάτες της που κάλυπταν τη χρονική περίοδο συνεργασίας τους και αφετέρου τα δελτία αποστολής - τιμολόγια πώλησης δεν του προσφέρθηκαν σε επικυρωμένα αντίγραφα όπως διέτασσε η άνω απόφαση, με συνέπεια η αναπαραγωγή τους από τον ίδιο να δημιουργεί ανεπικύρωτα αντίγραφα και αποδεικτική δυσχέρεια στον πελάτη του κατά την εκδίκαση της κύριας υπό στοιχείο α' αγωγής του.
Όμως τα επίμαχα δελτία παραγγελιών της εναγομένης - πλην των υπ' αριθ. ... εξ' αυτών, τα οποία ήδη κατέχει και δεν αιτείται ο ενάγων - αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τα κατέστρεψε ευθύς μόλις εξέδωσε τα αντίστοιχα τιμολόγια - δελτία αποστολής και παρέδωσε τα πωληθέντα εμπορεύματα στους πελάτες της και επομένως δεν υποχρεούται να τα παραδώσει στον ενάγοντα, με συνέπεια το σχετικό αίτημά του να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσία, όπως ορθά έκρινε η εκκαλούμενη απόφαση.
Πάντως, ο προσδιορισμός της προμηθείας του ενάγοντος απ' όλες τις διενεργηθείσες πωλήσεις της εναγομένης κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο σε Ελλάδα και Κύπρο κρίνεται ότι μπορεί να επιτευχθεί από τα υπόλοιπα έγγραφα της ίδιας χρονικής περιόδου που ζητούνται να επιδειχθούν με την υπό στοιχείο β' αγωγή, ήτοι από τα εκδοθέντα τιμολόγια - δελτία αποστολής, σε συνδυασμό με τις επίσημες καρτέλες και ισοζύγια πελατών της εναγομένης, εκδοθείσες από το λογιστήριο της τελευταίας, καθώς και από τα αποσπάσματα των επίσημων βιβλίων της, στα οποία έχουν καταχωρηθεί οι πωλήσεις της κατά την κρίσιμη άνω χρονική περίοδο.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται απόλυτα απαραίτητο να διαταχθεί να παρασχεθούν στον ενάγοντα επικυρωμένα αντίγραφα των προαναφερόμενων εγγράφων - για τα οποία αυτός είχε προσφερθεί εξαρχής στην προκαταβολή της αναγκαίας δαπάνης για την έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων τους - αφού μόνο μέσω αυτών είναι δυνατό να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός των πωλήσεων που έλαβαν χώρα με αφορμή την ένδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, καθώς και η ακριβής συνολική αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων, ώστε να καταστεί εφικτή η εκκαθάριση του λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων και να υπολογιστεί με ασφάλεια το ακριβές ποσό των αναλογούντων στον ενάγοντα προμηθειών κατά το κρίσιμο άνω χρονικό διάστημα (Α.Π. 250/2011, Δ.Ε.Ε. 2011, 1052, Εφ.ΑΘ. 2958/2015, Δ.Ε.Ε. 2016, 394).
Μάλιστα, ενόψει του ότι μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης αντιπροσωπείας ο ενάγων δειγμάτιζε τα νέα (καλοκαιρινά) υποδήματα της εναγομένης σε καταστήματα πελατών της και με βάση τους δειγματισμούς αυτούς και τη διαμεσολάβησή του διενεργήθηκαν πωλήσεις και μετά την αποχώρησή του, με συνέπεια να δικαιούται προμήθεια και για τις πωλήσεις που έγιναν σε εύλογο διάστημα από τη λύση της σύμβασης και οφείλονται κύρια στη δραστηριότητά του (άρθρο 6 παρ. 2α, Π.Δ. 219/1991), πρέπει να του χορηγηθούν με δαπάνες του επικυρωμένα αντίγραφα των αιτούμενων δελτίων αποστολής - τιμολογίων πώλησης, καρτελών ισοζυγίου πελατών, αποσπασμάτων επισήμων βιβλίων πωλήσεων της εναγομένης που συντάχθηκαν από 6-6-2011 μέχρι και το τέλος της θερινής περιόδου 2012 (31-8-2012), απορριπτομένων ως αβάσιμων κατ' ουσία των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων που περιέχονται στους 11° και 13° λόγους της έφεσής τους".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω (από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αναιρετικούς λόγους πλημμέλειες καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου, έκανε δεκτές, ως και ουσιαστικά βάσιμες, τις από τον αναιρεσίβλητο εγερθείσες και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσες [από 4-3-13 και 20-5-13] ένδικες αγωγές (περί εμπορικής αντιπροσωπείας και επιδείξεως εγγράφων αντιστοίχως) δεχθείσα, με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στη μείζονα πρόταση των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου την κατάφαση των απ' αυτούς (κανόνες δικαίου) προβλεπομένων για την ευδοκίμηση των παραπάνω αγωγών προϋποθέσεων και ειδικότερα α) ότι την 6-6-2011 καταρτίστηκε, μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας εχούσης ως αντικείμενο τη διαμεσολάβηση του αναιρεσιβλήτου σε κατάρτιση πωλήσεων των προϊόντων των αναιρεσειόντων (γυναικείων υποδημάτων) σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Κύπρο έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής (προμηθείας) ποσοστού 5% επί των πωλήσεων, που έλαβαν χώρα στις περιοχές αυτές από 6-6-2011 μέχρι 15-3-2012 ακόμη και χωρίς την παρεμβασή του αρκεί η κατάρτιση αυτών να έλαβε χώρα με πελάτες που θα ανήκαν στις εν λόγω γεωγραφικές περιοχές για τις οποίες ο αναιρεσίβλητος ήταν αρμόδιος χωρίς την ανάγκη συνομολογήσεως ρήτρας αποκλειστικότητος.
β) ότι το ακριβές ύψος της οφειλομένης προμηθείας ανέρχεται στο ποσό που θα προκύψει μετά από επαλήθευση 1) των τιμολογίων -δελτίων αποστολής, βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι πωλήσεις προς τους πελάτες της εναγόμενης, σε εκτέλεση παραγγελιών εμπορευμάτων που έλαβε ο ενάγων για λογαριασμό της τελευταίας, 2) των καρτελών και ισοζυγίων πελατών της εναγομένης, που τηρούνται στο λογιστήριο της τελευταίας και αφορούν την ανωτέρω κρίσιμη χρονική περίοδο και 3) των αποσπασμάτων από τα επίσημα βιβλία της εναγομένης, στα οποία έχουν καταχωρηθεί οι πωλήσεις της τελευταίας κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο" και γ) ότι οι αναιρεσείοντες υποχρεούνται στην χορήγηση αντιγράφων όλων των αναφερομένων παραπάνω υπό στοιχ.
β1, 2 και 3 εγγράφων στον αναιρεσίβλητο. Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/04, ΑΠ 934/14, ΑΠ 604/11).
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπό την ειδικοτέρα μορφή της μη προσφυγής σ' αυτούς παρά τη διαπιστωθείσα ασάφεια "περί του αν ο αναιρεσίβλητος δικαιούται προμηθείας για τις πωλήσεις υποδημάτων που πραγματοποιήθηκαν με τη δική του διαμεσολάβηση ή και επί των πωλήσεων που έλαβαν χώρα χωρίς αυτή στο σύνολο των πελατών" δεχθείσα εσφαλμένως, χωρίς προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, επιβαλλομένη από τη διαπιστωθείσα ως άνω ασάφεια, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται προμηθείας 5% επί των πωλήσεων που έλαβαν χώρα στις περιοχές ευθύνης του ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του αρκεί η κατάρτιση αυτών να έγινε με πελάτες που θα ανήκουν στις παραπάνω γεωγραφικές περιοχές (Ελλάδος-Κύπρου) χωρίς την ανάγκη συνομολογήσεως ρήτρας αποκλειστικότητος".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από τις παρακάτω παραδοχές αυτής "περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ποσοστό προμηθείας του ενάγοντος αφορά τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια της σύμβασης στο σύνολο των πελατών της εναγομένης σε Ελλάδα και Κύπρο και όχι μόνο στους 72 πελάτες που αυτή ρητά κατονομάζει, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διαπραγματευόταν, διαρκούσης της άνω σύμβασης, την πώληση των προϊόντων της εναγομένης στο σύνολο των πελατών της σε Ελλάδα και Κύπρο και όχι σε συγκεκριμένους, υποδεικνυόμενους απ' αυτήν πελάτες.
Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο από την κατηγορηματική περί τούτου κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Θ. Κ., ο οποίος προσέθεσε ότι στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας δεν είθισται ο εμπορικός αντιπρόσωπος να διαπραγματεύεται με συγκεκριμένους πελάτες, υποδεικνυόμενους σ' αυτόν από τον αντιπροσωπευόμενο, δηλαδή να είναι "a la carte" εμπορικός αντιπρόσωπος για κάποιους πελάτες και για άλλους να μην είναι, αφού πρέπει να έχει το σύνολο του πελατολογίου για να μπορέσει να λειτουργήσει σαν εμπορικός αντιπρόσωπος.
Η κατάθεση αυτή ενισχύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα α) από 7-1-2009 μηχανογραφημένη κατάσταση πελατών της εναγομένης, με την οποία τον εφοδίασε η τελευταία κατά την έναρξη της συνεργασίας τους και στην οποία αναγράφεται το σύνολο της τότε πελατείας της και αναφέρονται τα στοιχεία των πελατών της (διευθύνσεις, τηλέφωνα, κ.λ.π.), τους οποίους ο ενάγων θα επισκεπτόταν για να προωθήσει τα προϊόντα της και στους οποίους εξέχουσα θέση είχαν οι πελάτες των Αθηνών και β) υπ' αριθ. ...
δελτία παραγγελιών της εναγομένης που βρέθηκαν στο αρχείο του ενάγοντος, από τα οποία προκύπτει ότι, διαρκούσης της άνω σύμβασης, ο ενάγων έλαβε παραγγελίες για αγορά προϊόντων της από πελάτες πέραν των 72 ρητά κατονομαζομένων από την τελευταία. Σε αντίθετη κρίση δεν οδηγεί η κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Γ.
Σ. περί δειγματισμών και πωλήσεων προϊόντων της εναγομένης κατά το επίδικο διάστημα από τον άνω υπάλληλό της Κ. Π., διότι δεν προσδιορίζει κατά γεωγραφικό τομέα, ποσότητα και πελάτες τις πωλήσεις που αποδίδονται στον τελευταίο, ούτε δικαιολογεί πειστικά την πρόσληψη του ενάγοντος σε χρόνο που οι πωλήσεις στις άνω γεωγραφικές περιοχές φέρεται ότι εξυπηρετούνταν επαρκώς από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και τον άνω υπάλληλο - πωλητή της, του οποίου, είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν προσκομίζεται σύμβαση πρόσληψής του ως πωλητή.
Να προστεθεί ότι με την άνω κατάθεση δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός των εναγομένων που περιέχεται στους 1° , 2° , 9° και 10° λόγους της έφεσής τους ότι ο δεύτερος απ' αυτούς και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης απ' αυτούς Γ. Φ. έκανε πλήθος πωλήσεων και δειγματισμών προϊόντων της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε ο περαιτέρω ισχυρισμός τους με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι ο ενάγων ουδέποτε δειγμάτισε προϊόντα της στο επί της οδού ...
στον Κορυδαλλό κατάστημα πώλησης γυναικείων υποδημάτων με δ.τ. "...", συνιδιοκτησίας του άνω μάρτυρος. Να προστεθεί εδώ ότι, κατά την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Θ. Κ., ο Π. ήταν μισθωτός υπάλληλος στην αποθήκη της εναγομένης, επιφορτισμένος με κάποιες εργασίες πέραν των πωλήσεων (μεταφορές παπουτσιών στα μαγαζιά, συλλογή φοντιών, κ.ά.), δεν έκανε δειγματισμούς και πωλήσεις και αντικαθιστούσε τον ενάγοντα μόνο σε περιπτώσεις που αυτός απουσίαζε εκτός Αττικής και έπρεπε να γίνουν κάποιες εισπράξεις.
Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι, κατά τη σύναψη της άνω σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας οι διάδικοι συμφώνησαν καθίδρυση δικαιώματος του ενάγοντος εμπορικού αντιπροσώπου για λήψη προμήθειας για όλες ανεξαιρέτως τις πωλήσεις που θα συνάπτονταν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του, αρκεί αυτές να συνάπτονταν με πελάτες που θα ανήκαν στους γεωγραφικούς τομείς Ελλάδας και Κύπρου για τους οποίους ο ενάγων ήταν αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στην άνω σύμβαση και ρήτρας αποκλειστικότητας αυτού για τους άνω γεωγραφικούς τομείς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε παραπάνω μείζονα σκέψη.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εκκαλούντων που αιτιώνται και αυθαίρετη συμπλήρωση του σχετικού (δήθεν) κενού / ασάφειας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά και από εσφαλμένη ερμηνεία κατ' άρθρο 200 Α.Κ. της ένδικης σύμβασης και περιέχονται στους 2°, 4° και 7° λόγους της έφεσής τους - πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία και προκύπτει η μη συνδρομή της απαιτουμένης για τη θεμελίωση της προβαλλομένης αιτιάσεως προϋποθέσεως της μη προσφυγής δηλαδή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, στους οποίους αντιθέτως σαφώς προκύπτει ότι προσέφυγε η προσβαλλομένη αφενός δια της επικλήσεως των συναλλακτικών ηθών υπό τη διατύπωση "στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας δεν είθισται ο αντιπρόσωπος να διαπραγματεύεται με συγκεκριμένους πελάτες, υποδεικνυόμενος από τον αντιπροσωπευόμενο ..." ευχερώς εντεύθεν συναγομένης της επιδοκιμασίας της, κατόπιν ερμηνείας, εξενεχθείσης κρίσεως από τα κρατούντα στις συναλλαγές ήθη και δια της προσφυγής σε άλλα εκτός της συμβάσεως στοιχεία και αφετέρου δια της ρητής απορρίψεως των σχετικών λόγων της εφέσεως των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων με την αιτιολογία ότι "οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εκκαλούντων που αιτιώνται και αυθαίρετη συμπλήρωση των σχετικών κενού/ασάφειας μετά και από εσφαλμένη ερμηνεία κατ' άρθρο 200 ΑΚ πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν".
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (κυρίου ή προσθέτου) αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 22-1-2018 και με αριθμ. καταθ. 10/18] αίτηση και τους [από 5-10-18 και με αριθμ. καταθ. 112/18] προσθέτους λόγους αναιρέσεως της 620/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ