Legislator Case Law & Legislation
403/2019 AI generated

403/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 403/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 4-7-2018 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρονται για συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο η από 19-9-2017 αίτηση αναίρεσής τους και ο πρόσθετος, με το από 12-11-2017 δικόγραφο, λόγος αυτής, καθόσον η συζήτησή τους είχε κηρυχθεί απαράδεκτη με την 926/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Οι ανωτέρω αίτηση και πρόσθετος λόγος πρέπει να συνεκδικασθούν και με την πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε παραδεκτά, κατά το άρθρο 69 παρ. 1δ του νόμου 4182/2013, με τις από 17-12-2018 προτάσεις του το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

403/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται πάντοτε στην απόφαση που έχει προσβληθεί με την αναίρεση ή στην συμπροσβληθείσα μ' αυτή, κατά τα άρθρα 553 παρ. 2 και 554 ΚΠολΔ, απόφαση.

Keywords

AI generated
registered share previous legal status earlier trade mark protected names indication of provenance action for trademark reassignment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 403 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 403/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: α) Ι. Μ. και β) Δ. Μ., δικηγόρου, κατοίκων ... (...), από τους οποίους ο δεύτερος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δεύτερο αναιρεσείοντα.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "..." και έδρα την ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα - Σοφία Σταυροπούλου.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω από τη Γενική Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας και Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του ΝΣΚ Παναγιώτη Δούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και την από 29-5-2014 αγωγή των αναιρεσειόντων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 637/2016 του παραπάνω Δικαστηρίου και 408/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19-9-2017 αίτησή τους και τον από 12-11-2017 πρόσθετο αυτής λόγο.

Εκδόθηκε επ' αυτών η 926/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή τους. Με την από 4-7-2018 κλήση των αναιρεσειόντων, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επαναφέρονται για συζήτηση οι παραπάνω αίτηση και πρόσθετος αυτής λόγος. Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε με τις από 17-12-2018 προτάσεις του πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου και ζητά όσα αναφέρονται στις προτάσεις του αυτές.

Κατά τη συζήτηση της κλήσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 4-7-2018 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρονται για συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο η από 19-9-2017 αίτηση αναίρεσής τους και ο πρόσθετος, με το από 12-11-2017 δικόγραφο, λόγος αυτής, καθόσον η συζήτησή τους είχε κηρυχθεί απαράδεκτη με την 926/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Οι ανωτέρω αίτηση και πρόσθετος λόγος πρέπει να συνεκδικασθούν και με την πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε παραδεκτά, κατά το άρθρο 69 παρ. 1δ του νόμου 4182/2013, με τις από 17-12-2018 προτάσεις του το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

2. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σ' αυτή, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, εξαφανίζεται (ΑΠ 1206/2013, 658/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης επιτρέπονται μόνο ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την αναίρεση και εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά μ' αυτά.

Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται πάντοτε στην απόφαση που έχει προσβληθεί με την αναίρεση ή στην συμπροσβληθείσα μ' αυτή, κατά τα άρθρα 553 παρ. 2 και 554 ΚΠολΔ, απόφαση.

Εν προκειμένω, η παραπάνω αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 408/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, ενώ ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος αυτής στρέφεται τόσο κατά της εν λόγω απόφασης, όσο και κατά της 637/2016 απόφασης του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Όπως προκύπτει από την παραπάνω 408/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, το Εφετείο δέχθηκε με την απόφασή του αυτή τυπικά και απέρριψε στην ουσία έφεση και προσθέτους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της 637/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Επομένως, ο υπό κρίση πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κατά τα ανωτέρω, με την απόρριψη της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της, ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφενός μεν για το λόγο τούτο, αφετέρου δε διότι η παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση δεν προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

3. Όπως προαναφέρθηκε, οι υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και πρόσθετος αυτής λόγος στρέφονται και κατά της 408/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 637/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία: α) είχε απορριφθεί αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, αναγνώριση του πρώτου αναιρεσείοντος μοναδικού κληρονόμου της αναφερόμενης διαθέτιδος και ακύρωση της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομίας της διαθέτιδος από το αναιρεσίβλητο και β) είχε γίνει δεκτή αγωγή λογοδοσίας του αναιρεσιβλήτου κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της παραπάνω δευτεροβάθμιας απόφασης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

4. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 16-3-2016 έφεσης και των από 17-3-2016 προσθέτων λόγων έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της 637/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ότι οι ανωτέρω έφεση και πρόσθετοι αυτής λόγοι συζητήθηκαν στο Εφετείο Πειραιά στις 3-11-2016 μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι δημοσιεύθηκε στις 15-7-2016 η 471/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης κατά της 506/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, με την οποία είχε απορριφθεί η από 10-11-2005 αγωγή της Α.

Λ. για αναγνώριση της ακυρότητας της από 22-11-2004 ιδιόγραφης διαθήκης. Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 12, 18, 19 και 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "δεν λαμβάνει υπόψη της την ανωτέρω 471/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων αναγνωρίζεται, κατά κληρονομική διαδοχή της μητέρας του, μοναδικός κληρονόμος των αδελφών αυτής Α.

Λ. και Μ. Β., βάσει της, αναγνωρισθείσης γνησίας με την ρηθείσα απόφαση, από 22-11-2004 διαθήκης της Α. Λ." και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 20 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' ο μέρος επικύρωσε τη διάταξη τοκοδοσίας της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Είναι δε απαράδεκτοι οι λόγοι αυτοί, πρωτίστως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παραπάνω έφεσης και προσθέτων λόγων έφεσης των αναιρεσειόντων, οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που στηρίζουν τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, δεν προτάθηκαν στο Εφετείο, αν και μπορούσαν, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτουν στις ανωτέρω εξαιρέσεις.

5. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923, 1935 και 1940 ΑΚ προκύπτει, ότι ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει με τη διαθήκη του κληρονόμο και να τον υποχρεώσει, να παραδώσει, ύστερα από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός, την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον, τον καταπιστευματοδόχο.

Δηλαδή, το κληρονομικό καταπίστευμα είναι ο θεσμός, που παρέχει στο διαθέτη τη δυνατότητα να ορίσει, όχι μόνο τον κληρονόμο του, αλλά και απώτερο κληρονόμο (μετακληρονόμο) ή κληρονόμους, στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομιά του, κατά κανόνα, όταν πεθάνει ο αρχικός κληρονόμος. Η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται μόλις πεθάνει ο κληρονόμος, εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε άλλο χρονικό σημείο ή γεγονός.

Μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, αυτός δικαιούται να την αποδεχτεί ή να την αποποιηθεί βάσει των διατάξεων για την αποδοχή ή την αποποίησή της. Για τη σύσταση του καταπιστεύματος δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε καν της λέξης "καταπίστευμα", αλλά μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί να προκύπτει από τη διαθήκη η θέλησή του να γίνει κάποιος κληρονόμος του για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα κληρονόμος του να γίνει άλλος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1937 ΑΚ προκύπτει, ότι ο βεβαρημένος με καταπίστευμα, μέχρι να γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, έχει την τακτική διαχείριση της κληρονομίας, δηλαδή ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις για την εκμετάλλευση, συντήρηση και διαφύλαξη των κληρονομιαίων σύμφωνα με τον προορισμό κάθε αντικειμένου της, εφόσον δε ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, έχει την εξουσία να διαθέτει τα αντικείμενα της κληρονομίας μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στην παρ. 2 του παραπάνω άρθρου περιπτώσεις, δηλαδή μόνον εφόσον:

α) η διάθεση επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης (εκποίηση υποκειμένων σε φθορά αντικειμένων, εκπλήρωση υποχρεώσεων της κληρονομίας),

β) αν έδωσε τη συναίνεσή του ο καταπιστευματοδόχος και

γ) όταν υπάρχει καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου), κατ' άρθρο 1939 ΑΚ. Κάθε άλλη διάθεση που γίνεται από το βεβαρημένο κληρονόμο κατά παράβαση των παραπάνω ορισμών, αποβαίνει άκυρη μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1939 ΑΚ, καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου) υπάρχει, όταν ο διαθέτης εγκαθιστά τον καταπιστευματοδόχο σε ό,τι απομένει ή βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο επαγωγής σ' αυτόν του καταπιστεύματος και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητά με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομίας στον βεβαρημένο, οπότε ο τελευταίος έχει δικαίωμα να προβεί σε κάθε διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων με πράξη επαχθή ή χαριστική (πώληση, δωρεά).

Δεν δικαιούται, όμως, να τα διαθέσει με διάταξη τελευταίας βούλησης (ΑΠ 1419/2017, 492/2014, 1158/2013). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ή όταν δεν εφαρμόζει κανόνα, του οποίου, ενόψει των ίδιων παραδοχών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, απέρριψε μ' αυτή τους συναφείς λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, κρίνοντας ότι είναι άκυρη η διάταξη της από 22-11-2004 διαθήκης της Α.

Λ., με την οποία αυτή, ως βεβαρημένη με καταπίστευμα κληρονόμος της διαθέτιδος Μ. Β., κατέλειπε στην, κληρονομηθείσα από τον πρώτο αναιρεσείοντα, αδελφή της Κ. την κληρονομία που της άφησε η ανωτέρω διαθέτης, με τον όρο να περιέλθει, μετά το θάνατό της (Α. Λ.), ό,τι τότε βρεθεί, στο αναιρεσίβλητο και ότι, συνεπώς εγκύρως η κληρονομία αυτή περιήλθε στο αναιρεσίβλητο ως καταπιστευματοδόχο της ανωτέρω διαθέτιδος Μ.

Β., καθόσον στην εξουσία διάθεσης της κληρονόμου Α. Λ. δεν περιλαμβανόταν και η εξουσία διάθεσης της κληρονομίας της Μ. Β. με την ανωτέρω διάταξη τελευταίας βούλησής της. Ειδικότερα, δέχτηκε, το Εφετείο, ότι "...από την εκτίμηση της κατάθεσης της μάρτυρα του Σωματείου, Λ. Φ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την 2141/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται και χρησιμοποιούνται είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 30.8.2003 απεβίωσε η Μ. χήρα Ι. Β., το γένος Ι. Λ., κάτοικος ... και με την από 10.3.2002 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το 891/14.11.2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όρισε ως μοναδική κληρονόμο της την ήδη αποβιώσασα αδελφή της Α. Ι. Λ. και καταπιστευματοδόχο το κοινωφελές σωματείο με την επωνυμία "...".

Ειδικότερα, το κείμενο της διαθήκης έχει ως εξής: "Η διαθήκη μου. Στον … σήμερα, στις 10 Μαρτίου του έτους 2002 συντάσσω τη διαθήκη μου και ορίζω μοναδική κληρονόμο την αδελφή μου Α. Λ. του Ι. σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου. Η αδελφή μου Α. θα έχει κάθε δικαίωμα σε αυτήν χωρίς κανέναν περιορισμό. Μετά το θάνατο της αδελφής μου την περιουσία που θα βρεθεί να πάρει το ....

Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου. Η διαθήκη μου αυτή συντάχθηκε στον …. και εις την οδό ... του ….δρόμου. Η διαθέτις Μ. Α. Β.."...Μετά τον επισυμβάντα ως άνω θάνατο της βεβαρημένης με το καταπίστευμα Α. Λ. και της δημοσίευσης της ως άνω τελεσίδικης απόφασης υπ' αριθ. 871/2008, το ενάγον Σωματείο της υπό στοιχ.

ΙΙ αγωγής (αναιρεσίβλητο), απεδέχθη, ως καταπιστευματοδόχος, την επαχθείσα σε αυτό κληρονομιαία περιουσία της Μ. Β., δυνάμει της υπ' αριθ. …600/30.6.2010 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ν. Α., καθόσον στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβάνονται ακίνητα και μετέγραψε αυτήν στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου …..

Σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, η ανωτέρω αποδοχή κληρονομίας, νομίμως μεταγεγραμμένη, είναι νόμιμη και ισχυρή και με αυτήν το ως άνω Σωματείο απέκτησε την κυριότητα της ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας...Περαιτέρω, η αποβιώσασα στις 27.2.2005, Α. Λ., βεβαρημένη με το καταπίστευμα του περιλιμπανομένου της κληρονομίας της αδελφής της Μ.

Β., με την από 22.11.2004 ιδιόγραφη διαθήκη της, κατέστησε κληρονόμο της την αδελφή της, Κ. Μ., μητέρα του 1ου, στη δικονομική θέση της οποίας αυτός υπεισήλθε μετά τον επισυμβάντα το 2013 θάνατο αυτής, και σύζυγο του 2ου των εναγόντων της υπό στοιχ. ΙΙΙ αγωγής (αναιρεσείοντες). Ωστόσο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, η διάθεση αυτή είναι άκυρη έναντι του καταπιστευματοδόχου Σωματείου, όσο αφορά το περιλιμπανόμενο που υπόκειται στο καταπίστευμα, διότι αποτελεί διάθεση αυτού με διάταξη τελευταίας βούλησης...".

Με τις παραδοχές αυτές και την απόρριψη, βάσει αυτών, της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που, έχοντας δεχθεί τα ίδια, είχε απορρίψει την αγωγή των ιδίων να αναγνωρισθεί, ότι το αναιρεσίβλητο ουδέν απέκτησε ως καταπιστευματοδόχος της Μ. Β., λόγω μη ύπαρξης, κατά το χρόνο θανάτου της βεβαρημένης με το καταπίστευμα κληρονόμου Α.

Λ., κληρονομίας, εξαιτίας διάθεσής της με την ανωτέρω διαθήκη της τελευταίας, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του ΑΚ, ενώ δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των άρθρων 1927 και 1928 του ίδιου Κώδικα, που επικαλούνται επιπλέον οι αναιρεσείοντες.

Και τούτο, διότι, υπό τις ανωτέρω παραδοχές και, ειδικότερα, ότι η επίδικη κληρονομία μεταβιβάστηκε με την παραπάνω διαθήκη της βεβαρημένης με το καταπίστευμα, η διάθεση αυτή είναι άκυρη έναντι του αναιρεσιβλήτου - καταπιστευματοδόχου.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης.

6. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε με την απόφασή του αυτή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος κατά του κεφαλαίου της πρωτοβάθμιας απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή αγωγή λογοδοσίας του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτού, επειδή, όπως έκρινε, δεν περιείχε σχετικό λόγο έφεσης. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται σχετικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "...οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι...πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να εξεταστούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα, εκτός από το αίτημα με το οποίο ζητείται η απόρριψη της αγωγής του εφεσιβλήτου περί λογοδοσίας, το οποίο πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, καθώς δεν αναφέρεται κανένας λόγος για τον οποίο η αγωγή αυτή πρέπει ν' απορριφθεί".

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 20 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι "με σοφιστικές και αυθαίρετες αιτιολογίες, δέχεται την αγωγή λογοδοσίας του αντιδίκου και απορρίπτει την αντίθετη αγωγή ημών περί απορρίψεως της αγωγής αυτής", καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο "δέχτηκε την αγωγή λογοδοσίας του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αντίθετη αγωγή των αναιρεσειόντων περί απορρίψεως της αγωγής λογοδοσίας", κάτι, όμως, που δεν συνέβη, αφού, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης, με το οποίο προσεβλήθη η κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για παραδοχή της αγωγής λογοδοσίας, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτοβάθμια αυτή κρίση, επειδή, όπως δέχτηκε, στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων δεν αναφερόταν κανένας σχετικός με το παραπάνω κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης λόγος.

7. Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσβάλλει την παραδοχή του Εφετείου για τη γνησιότητα της από 10-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Β., επειδή, κατά τον ερευνώμενο λόγο, η ανωτέρω, από τις αρχές Φεβρουαρίου 2002, ήταν, λόγω της υγείας της, διανοητικά και σωματικά πλήρως ανίκανη να συντάξει διαθήκη και ότι, συνεπώς, η παραπάνω διαθήκη, που φέρεται ως διαθήκη της, είναι πλαστή, αφού έχει συνταχτεί από τρίτο πρόσωπο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του ανωτέρω γεγονότος της γνησιότητας της παραπάνω διαθήκης της Μ. Β., της γραφής, χρονολόγησης και υπογραφής της εν λόγω διαθήκης από τη διαθέτιδα και της ικανότητας αυτής για τη σύνταξη διαθήκης κατά τον παραπάνω χρόνο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

8. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των εκθέσεων των ψυχιάτρων Ν. Π. και Α. Γ. και της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης προηγούμενης δίκης του Ν. Π., η οποία παραμόρφωση συνίσταται στο ότι, αντίθετα προς τα έγραφα αυτά, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ανωτέρω διαθέτης Μ. Β. ήταν ικανή για τη σύνταξη διαθήκης και ότι, συνεπώς, η παραπάνω ιδιόγραφή διαθήκη της είναι έγκυρη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, αφού δέχτηκε ακριβώς όσα τα εν λόγω έγγραφα αναφέρουν και, συνεπώς, δεν τα παραμόρφωσε, ήτοι ως προς μεν τις εκθέσεις Ν. Π. και Α. Γ. δέχτηκε, ότι, σύμφωνα μ' αυτές, η ανωτέρω Μ. Β. ήταν ανίκανη για τη σύνταξη διαθήκης, πλην δεν τις έκρινε πειστικές, ως προς δε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Ν. Π. δέχτηκε, ότι, σύμφωνα μ' αυτή, η Μ. Β. ήταν ικανή για τη σύνταξη διαθήκης, στην εν λόγω δε έκθεση στήριξε, κυρίως, τη σχετική κρίση του, ως προς την εγκυρότητα της παραπάνω διαθήκης.

9. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αβάσιμος ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, ότι η παραπάνω διαθήκη της Μ. Β. ήταν γνήσια, χωρίς, όμως, να αξιολογήσει ορθά τις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες και να λάβει υπόψη του "ένορκες βεβαιώσεις (άλλης δίκης) των Γ., Μ., Α., φωτογραφία της Μ.

Β., καταθέσεις στο Δικαστήριο Π., Τ., πέντε συμβολαιογραφικά πληρεξούσια της Μ. Β. και των άλλων μελών της οικογένειας Λ., μήνυση Γ. (δικαστικού πραγματογνώμονα) εναντίον μας, από 16-9-2005 προτάσεις Γ. (πληρεξουσίου δικηγόρου αντιδίκων μας), αποφάσεις καταδίκης γραφολόγου Δ., απόφαση ποινική 1424/14 Εφετείου Πειραιώς, η οποία επιβεβαιώθηκε με την απόφαση 905/2017 ΑΠ".

Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του "την κατάθεση της μάρτυρα του Σωματείου, Λ. Φ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 2141/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς πρακτικά συνεδρίασης αυτού και τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται και χρησιμοποιούνται, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

10. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης και, συνεπώς και των προσθέτων λόγων έφεσης, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ιδίου Κώδικα και τους λόγους έφεσης. Ως λόγοι εφέσεως νοούνται οι πλημμέλειες και οι ελλείψεις, που αποδίδονται στην εκκαλουμένη απόφαση και οι οποίες συνίστανται, ως επί των πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Οι παραδρομές αυτές είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα, τα οποία αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση και δικαιολογούν το αίτημα της έφεσης για εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της.

Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4 και 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από την τελευταία διάταξη, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ιδρύεται και στην περίπτωση κήρυξης από το Εφετείο, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της έφεσης ή των προσθέτων αυτής λόγων, στο δικόγραφο των οποίων δεν γίνεται μνεία ορισμένου λόγου (ΑΠ 692/2012).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της από 16-3-2016 έφεσης και των από 17-3-2016 προσθέτων αυτής λόγων των αναιρεσειόντων κατά της 637/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προκύπτει, ότι στα δικόγραφα αυτά δεν περιέχονται λόγοι έφεσης ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά της ανωτέρω πρωτοβάθμιας απόφασης, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η παραπάνω από 9-9-2010 αγωγή λογοδοσίας του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε ως αόριστο το αίτημα των αναιρεσειόντων για απόρριψη της παραπάνω αγωγής λογοδοσίας, που υπέβαλαν με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων τους, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος, από τον αριθ. 14, κατ' ορθή εκτίμησή του και όχι από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

11. Περαιτέρω, η έλλειψη της μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσης. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τη συμπληρώσει σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθ. 19 και όχι, όπως εκτιμάται και του αριθ. 20, που αναφέρεται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η μείζων πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης για εξάμηνη παραγραφή της από 29/5/2014 αγωγής ακύρωσης της πράξης αποδοχής κληρονομίας (άρθρο 1857 εδ.2 ΑΚ), η οποία, όμως, αγωγή, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, απορρίφθηκε, όχι λόγω εξάμηνης παραγραφής της σχετικής αξίωσης, αλλά ως μη νόμιμη.

Είναι δε απαράδεκτος ο λόγος αυτός, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ούτε κάποιον άλλο από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. 12. Εξάλλου, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 20 ΚΠολΔ, ψέγεται η παραδοχή του Εφετείου, ότι "η ισχυριζόμενη μεταχρονολόγηση, που πάντως δεν αποδείχτηκε, καταδεικνύει τη θέληση της διαθέτιδος να ανακαλέσει την ως άνω από 19-12-2002 (είναι 2001) και κάθε προηγούμενη διαθήκη της, ώστε να ισχύσει η από 10-3-2002 διαθήκη της, παραιτούμενη από την ανάκληση αυτής...", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το σφάλμα που με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνίσταται στο ότι "ποίος είναι ο λόγος που δεν ήθελε ευθεία παραίτηση από προηγούμενη διαθήκη;...Και αυτό δεν προκύπτει από πουθενά.

Είναι φαντασίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Λέει η απόφαση, ότι δεν αποδείχθηκε η "μεταχρονολόγηση". Την μεταχρονολόγηση εισήγαγαν..." και, συνεπώς, ενόψει του περιεχομένου του αυτού, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Εφετείο των παραπάνω γεγονότων.

13. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος και αυτεπάγγελτα, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά απαιτείται να προσδιορίζονται και τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαιτούνται, για να στοιχειοθετεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 748/2013).

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου που αποδίδεται στην απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005).

Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, για λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 748/2013).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, για την παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πράγματα, ήτοι οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και τους οποίους ισχυρισμούς το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη (ΑΠ 778/2009).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ για αντιφατικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της διάπλασης που σκοπείται με την απόφαση αυτή (ΑΠ 570/2010, 77/2009).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, για την παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά τα άρθρα 339, 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε ως προς το περιεχόμενό του, με το να δεχθεί το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1354/2017, 367/2009).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, επικαλούνται, με τους ίδιους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, συλλήβδην, πλην εκείνων που κρίθηκαν παραπάνω και αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 10, 17, 19 και 20 και από τα άρθρα 561 και 562 ΚΠολΔ και μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ως "πάσχουσα από πολλά νομικά ελαττώματα, ως ακατάληπτη και ακατανόητη, για σοφιστικές και αυθαίρετες αιτιολογίες, για πραξικοπηματικές παραδοχές, για περίεργες απόψεις και για πρόβλημα στην αντιμετώπισή της, λόγω της αβασιμότητας και του παραλόγου των επιχειρημάτων της", προβάλλοντας γενικόλογες και αόριστες αιτιάσεις, οι οποίες δεν εστιάζονται, ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προαναφέρθηκαν, δοθέντος ότι με τις λοιπές διατάξεις των άρθρων 561 και 562 ΚΠολΔ που επικαλούνται, δεν εισάγονται αναιρετικοί λόγοι.

Επομένως, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο: 1) ως προς τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1, ποια διάταξη ουσιαστικού νόμου παραβιάστηκε και σε τι έγκειται το νομικό λάθος αυτής, 2) ως προς τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 8, ποια πράγματα έλαβε ή δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση και ποία επίδραση αυτά ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, 3) ως προς τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 10, ποιοι είναι οι αυτοτελείς, με την παραπάνω έννοια, ισχυρισμοί, τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη, 4) ως προς τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 17, ποίες αντιφατικές διατάξεις περιέχει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, 5) ως προς τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 19, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση ή η έλλειψη αιτιολογίας στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου και 6) ως προς τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 20, ποίου εγγράφου και πώς το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.

14. Τέλος, απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της "παράβασης των θεμελιωδών κανόνων και αρχών της λογικής, που έχουν καθιερωθεί από την εποχή του Αριστοτέλους", πρωτίστως, διότι δεν αναφέρονται οι θεμελιώδεις κανόνες και αρχές της λογικής, που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παράβαση των παραπάνω κανόνων και αρχών, για να διαπιστωθεί, αν η παραβίαση αυτή εμπίπτει σε κάποιον από τους παραπάνω αριθμητικά αναφερόμενους από τους αναιρεσείοντες λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση και το δικόγραφο προσθέτου αυτής λόγου πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-9-2017 αίτηση και τον από 12-11-2017 πρόσθετο λόγο των Ι. Μ. και Δ. Μ., για αναίρεση των αποφάσεων 408/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και 637/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος, που ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και τριακόσια (300) ευρώ, αντίστοιχα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ