403/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated403/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β',γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Full text
Απόφαση 403 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 403/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Α. Λ. Λ. του Σ., 2)Μ. συζ. Γ. Μ., 3)Μ. Λ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Μιχαήλ Μοσχονά και Γεράσιμο Θεοδωράτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1)Μ. χήρας Λ. Λ., κατοίκου ..., 2)Κ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., 3)Μ. συζ. Δ. Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Κατσάλα, 4)Π. Λ. του Ι. κατοίκου ..., η οποία δε παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2004 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ,αποβιώσαντος, Λ. Λ. και των 3ης και 4ης ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 638/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 265/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 9-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης .
Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β',γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (20-9-2017) δεν εμφανίσθηκε η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Π. Λ., ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 16-3-2016, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο τις 7-12-2016 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, με σχετικές επισημειώσεις στο πινάκιο.
Περαιτέρω από τα ίδια έγγραφα προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχ. Μοσχονά με παραγγελία του οποίου κλητεύθηκε η απολειπόμενη των αναιρεσιβλήτων για να παραστεί στην τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από την 265Δ/14-1-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Μ.Α., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.
Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, για την απολειπόμενη αναιρεσίβλητη ισχύει ως κλήτευση αυτής και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198, και 1199 Α.Κ. προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφ όσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Από τις διατάξεις αυτές και ενόψει των ορισμών των άρθρων 1094 Α.Κ. και 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η διεκδικητική ακινήτου αγωγή, στην περίπτωση που η κτήση της κυριότητας του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της όσον και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη πλην άλλων και η εκ μέρους του ενάγοντος γενόμενη και από δημόσιο έγγραφο προκύπτουσα αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή της σχετικής περί αποδοχής δηλώσεως του ή το κληρονομητήριο, χωρίς να απαιτείται και η αναφορά του τόμου και των λοιπών στοιχείων της μεταγραφής, των οποίων η απόδειξη μπορεί να γίνει κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της αγωγής με την προσκόμιση των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, καθώς και μόνη η ιδιότητα του κληρονομουμένου ως κυρίου του ακινήτου, χωρίς περαιτέρω καθορισμό του τρόπου κτήσεως της κυριότητας από τον τελευταίο, εκτός αν η κυριότητα του αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε απαιτείται να αναφέρονται, είτε στην αγωγή καθ' υποφοράν είτε στις προτάσεις του ενάγοντος της πρώτης συζήτησης κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής (άρθρο 224 εδβ Κ.Πολ.Δ.) τα παραγωγικά της κυριότητας του ή των δικαιοπαρόχων του γεγονότα ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης μέχρι την πρωτότυπη κτήση, όπως είναι συνήθως η έκτακτη χρησικτησία, για την οποία πρέπει να έχει συμπληρωθεί, κατά μεν το προϊσχύον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, τριακονταετής καλόπιστη νομή, κατά δε τον ήδη ισχύοντα από 23-2-1946 Αστικό Κώδικα, εικοσαετής απλώς νομή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου(άμεσου ή και απώτερου)του ενάγοντος.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593, 2092 και 2063 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, οι οποίες κατά τα άρθρα 51 (ή 64) Εισ.ΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τριακονταετή παραγραφή, απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια, αναμφίβολη και με λόγο κυριότητας.
Έτσι για την κτήση κυριότητας ακινήτου στα Ιόνια νησιά για το χρόνο πριν από την εισαγωγή του ΑΚ με τριακονταετή παραγραφή είναι κατ' αρχήν αδιάφορη η καλή ή η κακή πίστη του διακατέχοντος και απαιτείται διακατοχή συνεχής και αδιάκοπη, ειρηνική δηλαδή ήσυχη και απαλλαγμένη από βία, δημόσια δηλαδή φανερά ασκούμενη έναντι εκείνων, οι οποίοι έχουν συμφέρον να γνωρίζουν (για να αντιλέξουν) την ενέργεια των πράξεων διακατοχής, αναμφίβολη δηλαδή ασκούμενη όχι με πράξεις που επιδέχονται διττή ερμηνεία ως προς τον χαρακτήρα τους και με λόγο κυριότητας δηλαδή ασκούμενη με διάνοια κυρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται κατ' άρθρον 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., οι ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα των τριών επιδίκων ακινήτων παραγώγως, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους που πέθανε το έτος 1956 και της μητέρας τους που πέθανε το έτος 1993, ότι αποδέχθηκαν με συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε νομοτύπως την κληρονομία του πατέρα τους και ότι κατέστησαν περαιτέρω συγκύριοι των επιδίκων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες αυτά κατά το ιδανικό μερίδιό τους από της περιελεύσεως στην κυριότητά τους με διάνοια κυρίου δημόσια, φανερά και ειρηνικά.
Ότι ο πατέρας τους απέκτησε τη συγκυριότητα του πρώτου των επιδίκων ακινήτων παραγώγως με ειδική διαδοχή και αιτία την πώληση, για την οποία καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο το έτος 1932, που μεταγράφηκε νομοτύπως και των λοιπών δύο ακινήτων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του, που πέθανε το 1940 και ο οποίος ήταν κύριος των ακινήτων αυτών στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθε (ο άμεσος δικαιοπάροχός τους) σιωπηρά.
Ότι οι εναγόμενοι τους απέβαλαν χωρίς δικαίωμα από την άσκηση της συννομής τους στα επίδικα ακίνητα και ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι τούτων και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να τους τα αποδώσουν κατά το ιδανικό μερίδιό τους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή έχει μια βάση, εκείνη που στηρίζει το δικαίωμα της κυριότητας των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας των εναγόντων και ακολούθως εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, αναγνωρίζοντας συγκυρίους τους τελευταίους σε διαφορετικά ποσοστά από εκείνα στα οποία αναγνωρίσθηκαν από την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση.
Η αγωγή αυτή κατά την βάση της που κρίθηκε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη (παράγωγος τρόπος, κληρονομική διαδοχή) δεν είναι νομικά επαρκής, κατά το μέρος που θεμελιώνεται η αγωγική αξίωση στην κληρονομία της μητέρας των εναγόντων, αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία της συμβολαιογραφικώς και μετέγραψαν τη σχετική δήλωση αποδοχής καθώς επίσης δεν αναφέρεται και ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους ήταν συγκυρία των επιδίκων κατά το θάνατό της.
Δηλαδή δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία εκείνα που είναι αναγκαία σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε για την απόκτηση της κυριότητας παραγώγως με κληρονομική διαδοχή. Περαιτέρω από την επισκόπηση των προτάσεων των εναγομένων κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι αυτοί ρητώς αμφισβήτησαν τη συγκυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων (κληρονομουμένου πατέρα τους) αλλά και του απώτερου δικαιοπαρόχου τους, Γ.
Λ. ως προς το δεύτερο και τρίτο των επιδίκων ακινήτων. Παρά την αμφισβήτηση αυτή, που συνιστά ουσιώδες ζήτημα συναρτώμενο με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας των εναγόντων, στον οποίο και στηρίζεται η αγωγική αξίωση, οι τελευταίοι δεν προέβησαν ως όφειλαν με την προσθήκη των προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στη συμπλήρωση της αγωγής, προσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων οι δικαιοπάροχοί τους (άμεσος και απώτερος) φθάνοντας μέχρις εκείνον που απέκτησε την κυριότητα πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα προσδιορίζουν μεν καθ' υποφορά στην αγωγή τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου τους, με υπεισέλευση στην πατρική του κληρονομία ως προς το δεύτερο και τρίτο των επιδίκων, χωρίς όμως να αναχθούν σε πρωτότυπη κτήση τόσο για τα ακίνητα αυτά όσον και για το πρώτο ακίνητο, που δεν ανήκε κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν στην πατρική κληρονομία και τη συγκυριότητά του σ' αυτό είχε αποκτήσει παραγώγως ο τελευταίος (άμεσος δικαιοπάροχος) με ειδική διαδοχή και αιτία την πώληση.
Επίσης δεν εκθέτουν ούτε στην αγωγή ούτε στην προσθήκη των προτάσεών τους τον τρόπο απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων (δεύτερου και τρίτου) από τον απώτερο δικαιοπάροχό τους Γ. Λ.ο, πλην της αόριστης αναφοράς ότι απέκτησε την κυριότητά τους "δια της προ αμνημονεύτου παραγραφής". Έτσι η αγωγή με το περιεχόμενο αυτό δεν ήταν νομικά πλήρης και επαρκής ως προς την αναφορά των παραπάνω περιστατικών, που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και στους οποίους θεμελιωνόταν η ένδικη αξίωση των εναγόντων.
Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως νομικά πλήρη και απέρριψε τον περί νομικής αοριστίας ισχυρισμό των αναιρεσειόντων υπό τις προεκτεθείσες ελλείψεις, τον οποίο είχαν παραδεκτώς προβάλλει ως εναγόμενοι στην πρωτοβάθμια δίκη προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν στη δευτεροβάθμια ως εκκαλούντες με σχετικό λόγο έφεσης, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ.
δηλαδή της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αφού για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια αυτής αρκέσθηκε, σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς τούτο, καθ' όσον δεν εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και ήταν αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της, ως διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, θεμελιούμενης στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) με αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων, άμεσου και απωτέρου των εναγόντων.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αρ.1 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ., σχετικός με τις παραπάνω πλημμέλειες είναι βάσιμος. Η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αιτίαση ότι είναι αόριστη η αγωγή επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτήν ο αριθμός και ο τόμος της μεταγραφής, της συμβολαιογραφικής αποδοχής από τους ενάγοντες της πατρικής κληρονομίας είναι αβάσιμος, καθ' όσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε η έλλειψη της αναγραφής αυτής στην αγωγή δεν την καθιστά αόριστη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων της, που καθίστανται πλέον αλυσιτελείς από την αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου στο σύνολο αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδε Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδε του Ν.4055/2012, στους καταθέσαντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 265/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ