Legislator Case Law & Legislation
403/2017 AI generated

403/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 403/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

403/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 18-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και ν’ απορριφθούν οι λοιποί.

Keywords

AI generated
motor vehicle expenses reimbursement of transport costs unpaid fines street vending extortion of excessive official fees payment of fee
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 403 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 403/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Βέλλη.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Κασιούμη και Ελένη Δρόσου με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 18-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και ν’ απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ, "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή το σκοπό στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν (ΑΠ 25/2016, ΑΠ 151/2015, ΑΠ 1517/2014).

Ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού αποτελεί το επόμενο άρθρο 179 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 180 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής-καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς τρία στοιχεία, δηλαδή: α) Προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.

Τέτοια νοείται αυτή, η οποία υποπίπτει στην αντίληψη λογικού ανθρώπου που έχει πείρα των σχετικών συναλλαγών και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις και τη φύση της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), όχι όμως και τις υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών.

β) Ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του αντισυμβαλλομένου. Ανάγκη είναι η πρόσκαιρη ή μόνιμη κατάσταση ενός προσώπου που βρίσκεται σε σοβαρό, άμεσο και πραγματικό κίνδυνο (οικονομικό ή άλλον), η αντιμετώπιση του οποίου είναι ανεπίδεκτη αναβολής. Κουφότητα είναι η απερισκεψία ή ελαφρότητα εξαιτίας της οποίας ο συμβαλλόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του και η οποία μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους.

Απειρία, τέλος, είναι η έλλειψη πείρας για τη ζωή και τις συναλλαγές, ακόμη και αν αναφέρεται σε συγκεκριμένο τομέα. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, να συντρέχουν σωρευτικά αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά και γ) Η εκμετάλλευση της γνωστής στον συμβαλλόμενο ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του, που συντρέχει όταν επωφελείται ο πρώτος από την κατάσταση αυτή και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή (ΑΠ 973/2015, ΑΠ 547/2015, ΑΠ 151/2015).

Τα στοιχεία των ΑΚ 178 (χρηστά ήθη), όπως θα αναφερθεί και παρακάτω, και 179 αποτελούν νομικές έννοιες και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η κρίση του, όμως, με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 151/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Όπως έχει προαναφερθεί, τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος) αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ.

και άρθρ. 298 ΑΚ), υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ’ εαυτήν, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη-επαρκή αιτία της ζημίας.

Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού, και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου-"θύματος", για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 900/2011).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, αντίστοιχα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ (ΑΠ 2038/2014, ΑΠ 783/2014, ΑΠ 764/2014).

Περαιτέρω, η συμφωνία για την καταβολή στον εκμισθωτή ενός χρηματικού ποσού, πέραν του ποσού της εγγυοδοσίας, του αποκαλούμενου "αέρα", που συνηθίζεται στις συναλλαγές, προκειμένου να επιτευχθεί η κατάρτιση μισθωτικής σύμβασης ακινήτου για τη χρήση του ως καταστήματος, είναι μεν νόμιμη, κατ’ αρχήν, από άποψη αστικού δικαίου (άρθρ. 361 ΑΚ), αλλά μπορεί να προσβληθεί για ακυρότητα, αν αντίκειται στα χρηστά ήθη.

Το ποσό του "αέρα", που αποτελεί διαφορετική έννοια από την αποζημίωση που προβλεπόταν στο, ήδη καταργημένο με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 4242/2014, άρθρο 60 του π.δ. 34/1995, δεν αποδίδεται στο μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, αλλά παραμένει σε όφελος του εκμισθωτή και δεν μπορεί να αναζητηθεί απ’ αυτόν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ του αδικαιολόγητου πλουτισμού (εκτός αν πρόκειται για αιτία που δεν επακολούθησε), αφού η καταβολή του γίνεται με νόμιμη αιτία, δηλαδή τη σχετική συμφωνία, έστω και προφορική, μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή (πρβλ. ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 5/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 387/2013 απόφασή του, διαδικασίας των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Με το από 22-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η εναγομένη εκμίσθωσε στον ενάγοντα ένα κατάστημα που βρίσκεται στη οδό ...

της πόλης των ... και αποτελείται από ισόγειο, υπόγειο και πατάρι, εμβαδού 62 τ.μ., 62 τ.μ. και 40 τ.μ., αντίστοιχα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον τελευταίο ως κατάστημα εμπορίας ενδυμάτων και αξεσουάρ και λοιπών συναφών ειδών. Η μίσθωση συμφωνήθηκε να έχει χρονική διάρκεια δώδεκα ετών και συγκεκριμένα από 26-10-2009 έως 25-10-2021, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 3.300 ευρώ για το πρώτο έτος της μίσθωσης, το οποίο έπρεπε να καταβάλλεται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μισθωτικού μήνα, μαζί με το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου (από 3,6%) επί του μηνιαίου μισθώματος.

Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ετησίως και για κάθε επόμενο έτος της μίσθωσης σε ποσοστό 5%. Η μίσθωση αυτή, ως εμπορική, υπάγεται στις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι πριν από τη σύναψη της επίδικης μίσθωσης, το μίσθιο κατάστημα είχε εκμισθωθεί αρχικά από το έτος 1981 και από τον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης Γ.

Γ. στην οικογένεια του πατέρα του ενάγοντος Α. Μ. και στη συνέχεια με το από 1-1-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό στην εταιρεία με την επωνυμία "Αφοί ... Ο.Ε.", της οποίας μοναδικά μέλη της ήταν ο πατέρας του ενάγοντος και τα αδέλφια του (του πατέρα του) Α. και Μ. Μ.. Στη συνέχεια, το μίσθιο κατάστημα εκμισθώθηκε, δυνάμει του από 13-10-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, από την Β.

Γ. (άμεσο δικαιοπάροχο της εναγομένης, μετά το θάνατο της οποίας υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως κληρονόμος της η τελευταία) στην εταιρεία με την επωνυμία "Υιοί ... ΑΕΒΕ" (που αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα του ενάγοντος Α. Μ. και της οποίας ο ενάγων ήταν μέλος του Δ.Σ. από 6-7-2009), η οποία μίσθωση έληξε μετά 12 έτη, ήτοι τον Οκτώβριο του 2009, οπότε στη συνέχεια καταρτίστηκε η επίδικη μίσθωση.

Σημειώνεται, επίσης, ότι με τις προηγούμενες αυτές μισθώσεις ασκήθηκε στο μίσθιο κατάστημα από τις ανωτέρω μισθώτριες εταιρείες η ίδια εμπορική δραστηριότητα, η εμπορία δηλαδή ενδυμάτων, αξεσουάρ και λοιπών συναφών ειδών. Περαιτέρω, με το από 15-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι τροποποίησαν το σχετικό όρο του ανωτέρω μισθωτηρίου που αναφέρεται στο μίσθωμα και συμφώνησαν ότι το ύψος του μισθώματος θα ανέρχεται από 1-12-2010 έως 31-10-2011 στο ποσό των 3.000 ευρώ, πλέον του τέλους χαρτοσήμου και ότι μετά την πάροδο της 31ης Οκτωβρίου 2011 το μίσθωμα θα καταβάλλεται κανονικά όπως είχε συμφωνηθεί με το από 22-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης.

Έτσι, από την 1-11-2011, το μίσθωμα ανήλθε με τις συμφωνηθείσες αναπροσαρμογές στο ποσό των 3.638,25 ευρώ και μαζί με το χαρτόσημο στο ποσό των 3.769,23 ευρώ. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης και ενώ είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με το πιο πάνω από 22-10-2009 μισθωτήριο οι όροι που προαναφέρθηκαν, συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών και η καταβολή του ποσού των 70.000 ευρώ από τον ενάγοντα μισθωτή στην εναγομένη εκμισθώτρια, ως "αέρας" για την κατάρτιση της νέας αυτής μίσθωσης, το οποίο και πράγματι καταβλήθηκε στην εναγομένη, όπως συνομολογεί και η τελευταία.

Η καταβολή του ποσού αυτού έγινε, όπως σαφώς αποδείχθηκε, μετά από διαπραγματεύσεις, στις οποίες έλαβε μέρος και ο πατέρας του ενάγοντος Α. Μ. και ο οποίος συμφώνησε στην καταβολή του ποσού αυτού, προκειμένου να συνεχιστεί η ίδια επιτυχής εμπορική δραστηριότητα στο μίσθιο κατάστημα από το γιο του, όπως είχε συμβεί και τα προηγούμενα χρόνια με τον ίδιο και την οικογένειά του...

Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο πατέρας του ενάγοντος Α. Μ., έχοντας ασχοληθεί επί χρόνια με τη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα στο μίσθιο κατάστημα, αλλά και σε άλλα καταστήματα, που η οικογένειά του διατηρούσε παράλληλα, και έμπειρος περί τις συναλλαγές ήταν, αλλά και τις συνθήκες της αγοράς γνώριζε, όπως και τους όρους για την κατάρτιση μιας νέας μίσθωσης, μεταξύ των οποίων ήταν και η καταβολή "αέρα" στους εκμισθωτές, που ήταν κανόνας για τέτοιες επαγγελματικές μισθώσεις την περίοδο εκείνη, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα παρακάτω.

Είναι, επομένως, απόλυτα λογικό ότι ο ενάγων λειτούργησε κατά την κατάρτιση της επίδικης μίσθωσης με την καθοδήγηση και με τις συμβουλές και προτροπές του πατέρα του, ο οποίος μάλιστα ήταν αυτός που του διέθεσε το ποσό των 70.000 ευρώ, όπως καταθέτει και ο ίδιος με την 30227/2013 ένορκη βεβαίωσή του. Αλλά και ο ίδιος ο ενάγων γνώριζε πολύ καλά, έστω και αν είχε καταστεί μέλος του Δ.Σ.

της ανωτέρω εταιρείας σχετικά πρόσφατα, για την επιτυχημένη εμπορική δραστηριότητα που ασκήθηκε στο μίσθιο τα προηγούμενα χρόνια, στην οποία προφανέστατα είχε συμμετάσχει και ο ίδιος, έχοντας αποκτήσει και γνώσεις και σχετική εμπειρία για τους όρους λειτουργίας της αγοράς. Εν όψει των ανωτέρω, τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγων με την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη και συγκεκριμένα ότι προέβη στην καταβολή του ανωτέρω ποσού των 70.000 ευρώ στην εναγομένη, επειδή αυτή εκμεταλλεύτηκε την απειρία του περί τις συναλλαγές, ενόψει του νεαρού της ηλικίας του, καθώς τότε ήταν 27 ετών, και δεν είχε ασχοληθεί μέχρι τότε με εμπορικές συναλλαγές και ότι για το λόγο αυτό η συμφωνία για την καταβολή του ποσού αυτού ως "αέρα" είναι άκυρη ως αισχροκερδής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του και απέρριψε την αγωγή κατά την ανωτέρω βάση της και συνεπώς ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, παρά τα όσα αντίθετα και γι’ αυτό αβάσιμα και απορριπτέα ισχυρίζεται ο ενάγων-εκκαλών με τον τρίτο λόγο της έφεσής του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης μίσθωσης ήταν απόλυτα συνηθισμένο στην αγορά η συμφωνία καταβολής "αέρα" στους εκμισθωτές καταστημάτων που βρίσκονταν σε εμπορικούς δρόμους της πόλης των ...

από ενδιαφερόμενους μισθωτές και ιδίως στην οδό ..., που αποτελεί έναν από τους πιο εμπορικούς δρόμους της πόλης. Οι συμβάσεις αυτές για την καταβολή "αέρα" από τους μισθωτές γίνονταν στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 ΑΚ), καθόσον μάλιστα υπήρχε την περίοδο εκείνη έντονο ενδιαφέρον για τη μίσθωση καταστημάτων στην ανωτέρω οδό, λόγω ακριβώς της θέσης τους αυτής, όπου δραστηριοποιούνται μεγάλες και γνωστές στο καταναλωτικό κοινό ημεδαπές και αλλοδαπές εμπορικές εταιρείες.

Και τούτο ανεξάρτητα από τη φύση του "αέρα" αυτού, που αποτελεί τελείως διαφορετική έννοια από την αναφερόμενη στο άρθρο 60 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995 "άυλη εμπορική αξία", στην οποία χαρακτηρίζεται, από νομική άποψη, ως αποζημίωση. Ο "αέρας" αυτός, που δεν προβλέπεται από καμία διάταξη νόμου, έχει καθιερωθεί στη συναλλακτική πρακτική στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, καταβάλλεται δε από τους μισθωτές στους εκμισθωτές ως αντάλλαγμα για να επιτευχθεί η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου και η κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης...

Το γεγονός εξ άλλου ότι το έτος 2009, οπότε και συνήφθη η επίδικη μίσθωση, ο "αέρας" με την προαναφερθείσα έννοια ήταν κάτι το συνηθισμένο στις συναλλαγές, εφόσον επρόκειτο για μίσθωση καταστημάτων των κυρίως εμπορικών δρόμων των ..., όπως είναι και η οδός ..., αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης...

η δε κατάθεσή του αυτή επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος... Προκύπτει δηλαδή από την κατάθεσή του αυτή ότι μέχρι την κατάρτιση της επίδικης μίσθωσης ο "αέρας" ήταν κάτι το συνηθισμένο στις μισθώσεις των καταστημάτων που βρίσκονταν σε καλή θέση από άποψη εμπορικής κίνησης και όχι κάτι το ασυνήθιστο και άγνωστο.

Περαιτέρω, όπως σαφώς αποδείχθηκε, οι σχέσεις της οικογένειας Μ. με την εναγομένη, αλλά και προηγουμένως με τη δικαιοπάροχό της, ήταν καλές και δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ τους από τη μισθωτική σύμβαση... Δεν είχε, επομένως, κανένα λόγο η εναγομένη να διαταράξει τις σχέσεις αυτές με την οικογένεια Μ. ενόψει της κατάρτισης της νέας μίσθωσης και να επιθυμεί την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα, απαιτώντας την καταβολή "αέρα" για την σύναψη της μίσθωσης.

Άλλωστε τέτοια πρόθεση βλάβης του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε από κανένα απολύτως στοιχείο. Ούτε συνάγεται τέτοια πρόθεση βλάβης από την πιο πάνω απαίτησή της, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν απόλυτα θεμιτή και συνήθης στη συναλλακτική πρακτική της περιόδου εκείνης. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, η συμφωνία καταβολής του ποσού των 70.000 ευρώ ως "αέρα" στα πλαίσια της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης μίσθωσης δεν ήταν αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο ενάγων με την αγωγή του και κατά τη σχετική επικουρική της βάση τη στηριζόμενη στο άρθρο 919 ΑΚ και συνακόλουθα η συμφωνία αυτή δεν είναι άκυρη, ούτε δημιουργεί υποχρέωση στην εναγομένη να αποζημιώσει τον ενάγοντα με το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής και υποχρέωσε την εναγομένη να, καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70.000 ευρώ, καθώς δέχθηκε ειδικότερα ότι η καταβολή του ποσού αυτού από τον ενάγοντα στην εναγομένη ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη και ότι οφείλεται στην πρόθεση της τελευταίας να ζημιώσει τον ενάγοντα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο της έφεσης της εκκαλούσας -εναγομένης...

Αποδείχθηκε, επίσης, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι η οικονομική κρίση, που έπληξε τη χώρα από την άνοιξη του έτους 2010, είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα, η προσφυγή της χώρας στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και τα μέτρα, τα οποία ελήφθησαν στη συνέχεια, είχαν ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των μισθών των εργαζομένων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, καθώς και τη μείωση των συντάξεων, την αύξηση των φόρων και τη δραματική αύξηση της ανεργίας, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη ραγδαία μείωση των δαπανών για την αγορά αγαθών και τη λήψη υπηρεσιών από το καταναλωτικό κοινό.

Η μείωση δε αυτή των δαπανών είχε ως συνακόλουθο αποτέλεσμα τη μείωση της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων και των επιχειρήσεων, με αναγκαίο επακόλουθο τη μείωση της πελατείας τους σε μεγάλο βαθμό και με τελική αρνητική επίπτωση στο ύψος των εσόδων τους. Άμεσο δε αποτέλεσμα της μείωσης αυτής των εσόδων των επιχειρήσεων είναι το γεγονός ότι πολλές από αυτές αδυνατούν πλέον να αντεπεξέλθουν στα λειτουργικά τους έξοδα, όπως είναι και η καταβολή του μισθώματος, για όσες τουλάχιστον από αυτές λειτουργούν σε μισθωμένα καταστήματα.

Όλα τα αποτελέσματα αυτά είναι ορατά και έντονα και στην πόλη των ..., όπου από τις αρχές του 2010 και εφεξής η εμπορική κίνηση στην οδό ..., όπου βρίσκεται το επίδικο κατάστημα, όπως και στην ευρύτερη περιοχή, μειώνεται συνεχώς, γεγονός που έχει αναγκάσει πολλές εμπορικές επιχειρήσεις, που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στα λειτουργικά τους έξοδα εξ αιτίας της μείωσης των εσόδων τους, να διακόψουν τη λειτουργία τους.

Είναι δε χαρακτηριστικό και επιβεβαιωτικό των παραπάνω ότι, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, αρκετά καταστήματα στην οδό ..., αλλά και σε άλλους κεντρικούς δρόμους της πόλης, έχουν κλείσει και εξακολουθούν να παραμένουν κλειστά, καθώς δεν υπάρχει ενδιαφέρον για τη μίσθωσή τους...

Είναι δε αξιοσημείωτο ότι τα καταστήματα, που εγκαταλείφθηκαν τελευταία από τους μισθωτές τους ως αποτέλεσμα της αδυναμίας των τελευταίων να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους από τη μίσθωση και στα εν γένει λειτουργικά τους έξοδα, εξακολουθούν να παραμένουν κενά, τουλάχιστον πολλά από αυτά, καθώς δεν υπάρχει ενδιαφέρον για τη μίσθωσή τους, παρά το γεγονός ότι οι εκμισθωτές τα διαθέτουν προς ενοικίαση με σαφώς μειωμένα μισθώματα.

Εξ άλλου, όπως αποδείχθηκε, η οικονομική αυτή κρίση και οι επιπτώσεις της επηρέασαν σαφώς και την επιχείρηση που λειτουργεί ο ενάγων στο μίσθιο κατάστημα, με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του τζίρου της, την πτώση των εσόδων της και την εμφάνιση ζημιών στη λειτουργία της, οι οποίες παρουσίασαν αυξητική πορεία από την εμφάνιση της κρίσης και μετά....

Η εναγομένη, αναγνωρίζοντας την αρνητική επίπτωση της οικονομικής κρίσης στη λειτουργία των εμπορικών επιχειρήσεων, όπως και σε αυτήν του ενάγοντος, δέχθηκε να μειωθεί για ένα διάστημα το μίσθωμα του μισθίου καταστήματος. Συγκεκριμένα, με το από 15-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι τροποποίησαν τον σχετικό όρο του αρχικού από 22-10-2009 μισθωτηρίου που αναφέρεται στο μίσθωμα και συμφώνησαν ότι το ύψος του μισθώματος θα ανέρχεται από 1-12-2010 έως 31-10-2011 στο ποσό των 3.000 ευρώ, πλέον του τέλους χαρτοσήμου και ότι μετά την πάροδο της 31ης Οκτωβρίου 2011 το μίσθωμα θα καταβάλλεται κανονικά όπως είχε συμφωνηθεί με το από 22-10-2009 συμφωνητικό μίσθωσης.

Έτσι, από την 1-11-2011, το μίσθωμα ανήλθε με τις συμφωνηθείσες αναπροσαρμογές στο ποσό των 3.638,25 ευρώ και μαζί με το χαρτόσημο στο ποσό των 3.769,23 ευρώ. Καθώς, όμως, η οικονομική κρίση συνεχιζόταν και δημιουργούσε ολοένα και δυσμενέστερες επιπτώσεις στη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων, ο ενάγων, επικαλούμενος το γεγονός αυτό, με την από 25-7-2011 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28-7-2011...

ζήτησε από αυτήν να μειωθεί το καταβαλλόμενο μίσθωμα στο ποσό των 1.427,20 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς του ανταποκρινόταν στη μισθωτική αξία του μισθίου καταστήματος με βάση το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, όπως αναλυτικά εξέθετε με την παράθεση των σχετικών υπολογισμών και στοιχείων στην εν λόγω εξώδικη δήλωση.

Με την ίδια δε δήλωση της γνωστοποιούσε ότι θα καταβάλει από την επίδοση της δήλωσης και εφεξής ως μίσθωμα το ποσό των 1.427,20 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου. Καθώς δε η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στη δήλωση αυτή του ενάγοντος, ο τελευταίος άσκησε κατ’ αυτής την από 20-10-2011 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη.

Σημειωτέον ότι η εναγομένη ανταποκρίθηκε τελικά στην πρόσκληση του ενάγοντος για την αναπροσαρμογή του μισθώματος και, αποδεχόμενη τις συνέπειες τις οικονομικής κρίσης, πρότεινε σε αυτόν με την από 15-11-2011 εξώδικη δήλωσή της τη μείωση του μηνιαίου μισθώματος, όχι όμως στο ποσό που ζήτησε ο ενάγων, αλλά στο ποσό των 2.800 ευρώ.

Και ενώ επρόκειτο να συζητηθεί η αγωγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα μετ’ αναβολή δικάσιμο της 17-4-2013, ο ενάγων με την από 10-4-2013 εξώδικη δήλωσή του, που επέδωσε στην εναγομένη την ίδια ημέρα (10-4-2013), κατήγγειλε την επίδικη μίσθωση, η οποία λύθηκε τελικά στις 31-10-2013, τέσσερα δηλαδή χρόνια μετά τη σύναψή της, όπως όρισε ο ενάγων με την καταγγελία του.

Περαιτέρω και όσον αφορά το δυνάμενο να επιτευχθεί συμβατικά ελεύθερο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο κατάστημα κατά το χρόνο επίδοσης του ανωτέρω από 25-7-2011 εξωδίκου, ο ενάγων προσκομίζει ως συγκριτικά στοιχεία τα ακόλουθα... Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, τη θέση και την κατάσταση του μισθίου και τα πιο πάνω συγκριτικά στοιχεία, η πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου καταστήματος κατά το έτος 2011 και ειδικότερα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (25-10-2011), που θα μπορούσε να επιτευχθεί συμβατικά σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, λαμβανομένων υπόψη και των ειδικών συνθηκών που προαναφέρθηκαν, ανέρχεται στο ποσό των 2.182,95 ευρώ μηνιαίως, πλέον χαρτοσήμου.

Υπάρχει, επομένως, προφανής δυσαναλογία μεταξύ της παροχής (μισθώματος) που καταβάλλεται και που ανέρχεται στο ποσό των 3.638,25 ευρώ μηνιαίως και της αντιπαροχής (μισθωτικής αξίας του επιδίκου), που ανέρχεται στο ποσό των 2.182,95 ευρώ μηνιαίως, ώστε να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής η παροχή του ενάγοντος κατά τρόπο που να προκαλεί το περί δικαίου αίσθημα και να προσκρούει στις αρχές της καλής πίστης και της συναλλακτικής εντιμότητας.

Η πιο πάνω διαφορά μεταξύ του καταβαλλομένου μισθώματος και αυτού που προκύπτει από την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου οφείλεται στην ουσιώδη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών από το χρόνο κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής και στη μείωση της εμπορικής κίνησης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ως αποτέλεσμα της προαναφερθείσας οικονομικής κρίσης.

Η πιο πάνω διαφορά, εξ άλλου, υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε με τη σύμβαση ο ενάγων μισθωτής, η δε εμμονή της εναγομένης στην καταβολή του μισθώματος των 3.638,25 ευρώ ή ακόμα και των 2.800 ευρώ, που πρότεινε κατά τα παραπάνω στον ενάγοντα με εξώδικο, αντιμάχεται την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η μείωση του μισθώματος στο προσήκον μέτρο κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, προκειμένου να περιορισθεί η ζημία του ενάγοντος, να επέλθει εξίσωση των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η καλή πίστη.

Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε μεν ότι έπρεπε να αναπροσαρμοσθεί (μειωθεί) το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου, όρισε, όμως, περαιτέρω ότι έπρεπε να μειωθεί στο ποσό των 2.546,77 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών-ενάγων με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της έφεσής του.

Δεχόμενο, όμως, περαιτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η αναπροσαρμογή του μισθώματος πρέπει να γίνει από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από 26-10-2011, όπως ζητήθηκε επικουρικά με την αγωγή και όχι από την επομένη της επίδοσης του ανωτέρω από 25-7-2011 εξωδίκου στην εναγομένη, ήτοι από 29-7-2011 (με το οποίο εξώδικο, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων ζήτησε την αναπροσαρμογή του μισθώματος), όπως ζητήθηκε με την αγωγή και κατά το κύριο αίτημά της, το οποίο και απέρριψε ως μη νόμιμο, ορθά εφάρμοσε το νόμο, παρά τα όσα αντίθετα και γι’ αυτό αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών-ενάγων με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της έφεσής του.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά το άρθρο 288 ΑΚ γίνεται μόνο με διαπλαστική δικαστική απόφαση, η δε αναπροσαρμογή αρχίζει από την άσκηση της σχετικής αγωγής, δηλαδή από την επίδοσή της και όχι από την επίδοση εξωδίκου, που έλαβε χώρα προηγουμένως, καθόσον μάλιστα με την απόφαση διαπλάσσεται για το μέλλον η έννομη σχέση της μίσθωσης όσον αφορά το μίσθωμα, χωρίς αναδρομικότητα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή, ως ουσιαστικών βάσιμων, των αντίθετων, από 26-7-2013 (με αριθμ. κατάθ. ...2013) και 26-7-2013 (με αριθμ. κατάθ. ...2013), εφέσεων των διαδίκων, την πρωτόδικη 209/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει διαφορετικά (1) ως προς την παραδοχή της ένδικης, από 20-10-2011, αγωγής του αναιρεσείοντος, κατά την επικουρική της βάση του άρθρου 919 ΑΚ και 2) ως προς το ύψος της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος που καθόρισε στο ποσό των 2.546,77 ευρώ, δικάζοντας επί της αγωγής αυτής, την έκανε, κατά ένα μέρος, δεκτή και αναπροσάρμοσε το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα του πιο πάνω μίσθιου καταστήματος από το συμφωνημένο (και κατόπιν αναπροσαρμογών) ποσό των 3.638,25 ευρώ (με το χαρτόσημο, 3.769,23 ευρώ) σε 2.182,95 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (26-10-2011) και για ένα έτος.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής, ως προς τις δύο βάσεις της, την κύρια των άρθρων 179-178 ΑΚ και την επικουρική των άρθρων 919-178 του ίδιου Κώδικα, που ενδιαφέρουν στην κρινόμενη περίπτωση, δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις νομικές διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από τον αριθμό 1 (κατ’ εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας, κατά τούτο, τον τρίτο λόγο της δικής του έφεσης και δεχόμενο τον δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, α) ερεύνησε μόνο μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 179 ΑΚ, ήτοι την ύπαρξη ή μη της επικαλούμενης απ’ αυτόν απειρίας του και β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής του (άρθρ. 919 ΑΚ), αναφέρονται μόνο στα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κρατούντα συναλλακτικά ήθη, όχι όμως και στα χρηστά ήθη, με τα οποία, κατά την άποψή του, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ήταν αντίθετη με προφανή πρόθεση βλάβης του, είναι αβάσιμες διότι α) προκειμένου να χαρακτηριστεί η δικαιοπραξία αισχροκερδής-καταπλεονεκτική, απαιτείται να συντρέχουν, σωρευτικά, τα τρία προαναφερόμενα στοιχεία και, συνεπώς, εφόσον στην παρούσα περίπτωση έγινε δεκτό, ανέλεγκτα, ότι δεν υπήρξε απειρία του αναιρεσείοντος στην επίμαχη συναλλαγή, δεν ήταν αναγκαίο το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει την ύπαρξη των λοιπών προϋποθέσεων για την εφαρμογή της υπόψη ΑΚ 179 διάταξης και β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης (5ο φύλλο - β’ όψη και 6ο φύλλο) αναφέρονται και στα χρηστά ήθη.

Εξάλλου, αβάσιμες είναι και οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην ίδια απόφαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αφορούν ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αυτή αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με την απόρριψη της αγωγής, ως προς τις παραπάνω δύο βάσεις της.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία αποδεικνύεται ότι 1) ο αναιρεσείων δεν ήταν "άπειρος" στην πιο πάνω συναλλαγή, ανεξάρτητα από το αν ενήργησε ή όχι με την καθοδήγηση, προτροπή και συμβουλές του πατέρα του και αν ακολούθησε ή όχι τις συμβουλές του αυτές και 2) η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, χωρίς να είναι αναγκαία και η παράθεση άλλων αιτιολογιών, όσον αφορά την απορριπτική κρίση του Εφετείου, τις οποίες, άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων μνημονεύει.

Επισημαίνεται ότι στην ίδια απόφαση περιέχεται παραδοχή, ανέλεγκτη αναιρετικά, ότι "άλλωστε τέτοια πρόθεση βλάβης του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε από κανένα απολύτως στοιχείο". Η επάλληλη αυτή αιτιολογία που δεν πλήττεται επιτυχώς, αναιρετικά, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007), ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά την επικουρική της βάση του άρθρου 919 ΑΚ.

Οι λοιπές αιτιάσεις των ίδιων λόγων που αναφέρονται στο αναιρετήριο είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με επαναξιολόγηση, ύστερα από διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από τον αναιρεσείοντα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτου, είναι αβάσιμοι και απαράδεκτοι, υπό τις παραπάνω διακρίσεις, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/ 2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ’ άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012).

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/ 2002). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο 1) παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 2) εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, συγκεκριμένα, α) δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων "λειτούργησε κατά την κατάρτιση της επίμαχης μίσθωσης με την καθοδήγηση και με τις συμβουλές και τις προτροπές του πατέρα του" και "ο ίδιος ο ενάγων (αναιρεσείων) γνώριζε πολύ καλά, έστω και αν είχε καταστεί μέλος της ανωτέρω εταιρίας σχετικά πρόσφατα, στην οποία προφανέστατα είχε συμμετάσχει και ο ίδιος, έχοντας αποκτήσει γνώσεις και σχετική εμπειρία για τους όρους λειτουργίας της αγοράς", μολονότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς (αριθμ. 8α’ και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και β) δεν έλαβε υπόψη τους διαλαμβανόμενους, ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αναφορικά με τη γενικότερη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και τις συνθήκες, υπό τις οποίες καταρτίστηκε η επίμαχη συμφωνία για την καταβολή του "αέρα", κατ’ άρθρ. 559 αριθμ. 8β’ του ίδιου Κώδικα (η φήμη και η πελατεία, ως στοιχείο της επιχείρησης που ο αναιρεσείων θα ασκούσε στο μίσθιο κατάστημα, είχε δημιουργηθεί από τους προηγούμενους μισθωτές, δηλαδή την οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα του και των αδελφών του, στην οποία ο ίδιος τυπικά και μόνο συμμετείχε κατά τους τελευταίους μήνες, ενώ η εκμισθώτρια -αναιρεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοί της δεν είχαν συμβάλει στη δημιουργία της φήμης και της πελατείας αυτής της επιχείρησής του, το μίσθιο δεν είχε ιδιαίτερα πλεονεκτήματα, η αναιρεσίβλητη πέτυχε και το υπέρογκο μίσθωμα και την καταβολή του "αέρα" με την απειλή έξωσης).

Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω αιτιάσεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εν πάση περιπτώσει, 1) όσον αφορά τις πλημμέλειες από τον αριθμό 8α’ , πρόκειται για διευκρινιστικά απλώς της αγωγής περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και έτσι δεν ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, με την επισήμανση ότι τα αποτελέσματα της σύμβασης (μίσθωσης αλλά και καταβολής "αέρα") επήλθαν αμέσως στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ανεξάρτητα από το αν συναλλάχθηκε ό ίδιος ή όχι (μέσω του πατέρα του) με την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 776/2013), 2) όσον αφορά τις πλημμέλειες από τον αριθμό 8β’ , η προσβαλλομένη, εκ του πράγματος, περιέχει αντίθετες παραδοχές, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος άρα οι σχετικοί ισχυρισμοί του για την επικαλούμενη αθέμιτη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν και 3) όσον αφορά τις πλημμέλειες από τον αριθμό 10, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα και που μνημονεύονται σ’ αυτήν και, επομένως, ο υπόψη λόγος είναι (και) αβάσιμος.

Προκειμένου για δικαστική (ή εξώδικη) ομολογία, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 1014/2010).

Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1014/2010). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία, ώστε να ιδρυθεί ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1652/ 2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή ο απαράδεκτος ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 650 ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρ. 654 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα), όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν καταργηθούν με το νόμο 4335/2015, προκύπτει ότι, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμή τους, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 74/2008)), η οποία, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, γίνεται από τον ίδιο τον διάδικο, προφορικώς ή εγγράφως, σε κάθε στάση της δίκης, με τα διαμειβόμενα έγγραφα ή και με τις προτάσεις, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή και αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, αναγνωρίζοντας το επιβλαβές γι’ αυτόν γεγονός (με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του) που αναφέρεται άμεσα στο αντικείμενο της δίκης και όχι όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1435/2009, ΑΠ 115/2007, ΑΠ 596/2001).

Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1491/ 2009), έχει εφαρμογή και στην παρούσα ειδική διαδικασία που προβλέπεται από τα άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν και δεν είναι ασυμβίβαστη με την εν λόγω ειδική διαδικασία, κατά την οποία εφαρμόζεται η εξαίρεση της αυξημένης ισχύος του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1258/2009).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τελευταίο σκέλος του, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης ομολογία της ότι "...είναι αδιανόητο να συναλλαχτεί ο άπειρος ενάγων" και "...μόλις είχε τελειώσει...

το στρατό και ήταν άνεργος", αναφορικά με την κατάρτιση με αυτήν της σύμβασης μίσθωσης και, κυρίως, τη συμφωνία για την καταβολή του "αέρα". Ο αναιρεσείων αναφέρει στο αναιρετήριο (στις σελίδες 27 και 28) ότι με τις, από 15-10-2013, προτάσεις του, ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, επικαλέστηκε το αποδεικτικό αυτό μέσο-ομολογία και το έγγραφο, στο οποίο αυτή περιεχόταν, για τη θεμελίωση των κρίσιμων, κατ’ άρθρ. 178, 919 και, ιδίως, 179 ΑΚ, αγωγικών του ισχυρισμών.

Από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, πράγματι, στην προσθήκη των πρωτόδικων, από 17-4-2013, προτάσεων της αναιρεσίβλητης περιέχονται οι εν λόγω περικοπές, από τις οποίες, όμως, δεν συνάγεται δικαστική ομολογία της, κατ’ άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά τα αναφερόμενα στην προσθήκη αυτή πραγματικά περιστατικά ("...όταν απέναντί μου υπήρχε ο εμπορικός κολοσσός Α.

Μ. -πατέρας του αναιρεσείοντος- ο οποίος κατέβαλε από την τσέπη του τα χρήματα, είναι αδιανόητο να συναλλαχτεί ο άπειρος ενάγων...") συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση των παραπάνω αγωγικών ισχυρισμών και επιχειρήματα προς στήριξη των (ανταποδεικτικών) ισχυρισμών της (ΑΠ 325/2007), ενώ η επίμαχη παράθεση δεν έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για την αναιρεσίβλητη γεγονότος ότι συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 179 ΑΚ, ήτοι η απειρία του αναιρεσείοντος για τη ζωή και τις συναλλαγές, την οποία, μάλιστα, εκμεταλλεύτηκε η αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα από το αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Παρέχει η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7 (παρ 1 έως και 3) του π.δ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευόμενων από το νόμο αυτόν μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά τη σύναψη της σύμβασης μισθώσεως από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στη σύμβαση.

Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση.

Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης, χωρίς δικαστική μεσολάβηση, στα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Στη συνέχεια χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την πάροδο έτους από την προηγούμενη αναπροσαρμογή, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.

Τέλος, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα". Εξάλλου, η αναφορά στο νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ.

Ο μισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 44 του πιο πάνω π.δ/τος, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ’ αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μίσθιου ακινήτου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του παραπάνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο και αποκαθιστά την καλή πίστη που διαταράχθηκε.

Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, ήτοι του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.

Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, με τη μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη δικαστική αύξηση του μισθώματος, καθώς επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση που επέρχεται ζημία στο μισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος.

Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προαναφερόμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα οριστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΑΠ Ολομ. 3/2014).

Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν, λοιπόν, πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, εφεξής ο συμβατικός όρος για το μίσθωμα (ήτοι η συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.

Μετά από αυτά (δικαστική αναπροσαρμογή και, συνάμα, κατάλυση του συμβατικού όρου για το μίσθωμα), το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του πιο πάνω π.δ/τος 34/1995, η δε απαιτούμενη από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.

Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνημένων. Αυτή καθ’ εαυτήν η προσφυγή στο δικαστήριο, εκ μέρους του ενός των συμβαλλόμενων μερών (ή και των δύο), δηλώνει με σαφήνεια τη θέληση του ενός (ή και των δύο) για μη τήρηση των συμφωνημένων.

Η άποψη, κατά την οποία, μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος, που γίνεται σε ορισμένο στάδιο, δεν καταργείται η συμφωνία σταδιακής αναπροσαρμογής, αφού αυτή ισχύει μόνο για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται και, επομένως, διατηρείται για τα επόμενα στάδια, με δυνατότητα αντιμετώπισης με νέα δικαστική παρέμβαση, κατ’ εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, μελλοντικής νέας διατάραξης της ισορροπίας χρήσης του μισθίου και του μισθώματος, δεν προκρίνεται, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως α) το ότι τα στάδια αναπροσαρμογής βρίσκονται μεταξύ τους σε λογική αλληλουχία και καθένα στηρίζεται στο προηγούμενο, ώστε, αν διασπαστεί η αλληλουχία αυτή, δεν μπορούν τα επόμενα στάδια να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους και να γίνει νέα (στηριζόμενη στη σύμβαση) αναπροσαρμογή, β) είναι δυνατό να ζητείται δικαστική αναπροσαρμογή για κάθε περαιτέρω στάδιο, με αποτέλεσμα, αφενός μεν να είναι δυνατή η εντός ενός και του ίδιου σταδίου διπλή αναπροσαρμογή (συμβατική και δικαστική), αφετέρου δε να δημιουργούνται περισσότερες δίκες που θα βρίσκονται σε εξέλιξη και που καθεμία θα εξαρτάται από την προηγούμενη, ώστε η σύμβαση θα βρίσκεται σε αποσταθεροποίηση και τα συμβαλλόμενα μέρη σε αβεβαιότητα και γ) τίθεται ζήτημα με το τι πρέπει να γίνει, στην περίπτωση κατά την οποία η σταδιακή αναπροσαρμογή έχει συμφωνηθεί σε ποσό (συγκεκριμένο μίσθωμα) και όχι σε ποσοστό, ενώ το κατ’ αναπροσαρμογή μίσθωμα που ορίστηκε από το δικαστήριο, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, είναι κατά ποσό υπέρτερο του μισθώματος του επόμενου ή των επόμενων σταδίων, οπότε, εκ του πράγματος, θα επέλθει αδράνεια του σταδίου ή των σταδίων αυτών της σύμβασης, εφόσον η δικαστική αναπροσαρμογή θα υπερκαλύπτει τη συμβατική.

Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΑΠ Ολομ. 3/2014).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο έκρινε ότι με την αναπροσαρμογή του μισθώματος, λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 288 ΑΚ, δεν θίγεται η συμφωνία των συμβαλλομένων για σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος (που προέβαλε και με τον δεύτερο, υπό στοιχ.

Β, λόγο της έφεσής του) να γίνεται η περαιτέρω κατ’ έτος αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 3 π.δ. 34/1995, ως αναγκαία συνέπεια του νόμου. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, ο δικαστικός καθορισμός του μισθώματος, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, δεν καταργεί τη συμφωνία των διαδίκων για τη σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, όπως αυτή καθορίστηκε με βάση το άρθρο 7 παρ. 1 Π.Δ. 34/1995 και ισχύει μόνο για το χρονικό διάστημα για το οποίο κρίθηκε ότι υπάρχει η δυσαρμονία του μισθώματος, χωρίς να επηρεάζει την ισχύ της υπάρχουσας συμφωνίας.

Επομένως, το μίσθωμα θα εξακολουθήσει να αναπροσαρμόζεται στο μέλλον με βάση την υπάρχουσα συμφωνία, όταν θα επέρχεται κάθε επόμενο στάδιο από τα συμβατικώς καθορισθέντα και μάλιστα αυτόματα χωρίς τη μεσολάβηση άλλης δικαστικής κρίσης, επιφυλασσομένου, όμως, του δικαιώματος των συμβληθέντων να ζητήσουν στο μέλλον και πάλι αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, εάν βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών...

Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο μισθωτής, επικαλούμενος τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, μπορεί να ζητήσει αυτοτελώς την αναπροσαρμογή (μείωση) του ποσοστού της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος που συμφωνήθηκε με το μισθωτήριο συμβόλαιο.... Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής (κύριο και επικουρικό και όπως αυτό περιορίστηκε κατά τα ανωτέρω) να αναπροσαρμοσθεί το ποσοστό αναπροσαρμογής του μισθώματος από 5% ετησίως που καθορίστηκε συμβατικά, σε ποσοστό 75% ετησίως του τιμαρίθμου του κόστους ζωής...

ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις...". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή ότι ο δικαστικός αυτός καθορισμός του μισθώματος δεν επηρέαζε την ισχύ της συμβατικής ρήτρας που προέβλεπε την, κατά ορισμένο χρονικό διάστημα (ενός έτους) και βάσει προσδιορισμένου ποσοστού (5% ετησίως) επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος, αναπροσαρμογή του μισθώματος, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των προπαρατιθέμενων, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 288 ΑΚ και 7 παρ. 3 π.δ. 34/1995, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361 και 574 ΑΚ.

Συνεπώς, ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατά το μέρος που ο ίδιος λόγος επιχειρείται από τον αναιρεσείοντα να θεμελιωθεί και στον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά το σχετικό αίτημα και, επομένως, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης (ΑΠ 701/2011).

Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ως προς την κρίση της ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να μην απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής να αναπροσαρμοστεί, περαιτέρω, το συμφωνημένο ποσοστό αναπροσαρμογής του μισθώματος από 5% ετησίως κατά τη ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 3 π.δ/τος 34/1995.

Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), ενώ ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, έχει καταθέσει προτάσεις, κατά την προκείμενη αναιρετική διαδικασία, με άμεση δικονομική συνέπεια να είναι δυνατή η εξέταση της έφεσής του κατά το αναιρούμενο μέρος της πληττόμενης απόφασης (ΑΠ 1129/2014).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στην αναιρετική δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 387/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Απορρίπτει την από 18-3-2014 αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.

Δέχεται κατ’ ουσίαν την από 26-7-2013 έφεση του ενάγοντος ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο.

Εξαφανίζει τη 209/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ως προς το εν λόγω κεφάλαιο.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Αναπροσαρμόζει, περαιτέρω, το αναφερόμενο στο σκεπτικό μηνιαίο μίσθωμα, ετησίως, από 26-10-2012 και εφεξής, κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ