Legislator Case Law & Legislation
403/2016 AI generated

403/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 403/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 403 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

403/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 403 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
lack of economic substance economic viability agricultural enterprise insufficient economic activity economic motivation insufficiency of economic reasons
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 403 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 403/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 2) Χ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Β. Β. του Κ., 4) Β. Κ. του Σ., 5) Σ. Κ. του Β., κατοίκων ..., 6) Δ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 7) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ... 8) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 9) Τ. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5169/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2678/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/7/2013 αίτησή τους και τους από 26/8/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης όπως και των πρόσθετων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 22-7-2013 αίτηση αναίρεσης και τους από 26-8-2015 πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 2678/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την πρωτόδικη 5169/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως αόριστη. Η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των αρχικών και των προσθέτων λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

II) Κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επίσης για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου θα πρέπει η ανάθεση με τη σύμβαση του προσδιορισμού της παροχής να δόθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Από τη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου του ως άνω άρθρου, προκύπτει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Ακόμη, το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου. Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδ. 2 του άρθρου 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη (ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1500/2014). Ως δίκαιη κρίση ή κρίση αγαθού ανδρός θεωρείται η κρίση του ελευθέρως δικάζοντος εντός του σκοπού της ενοχής και δη της σύμβασης και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Για το σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από τη σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση ως λ.χ. ο δια της συμβάσεως επιδιωκόμενος σκοπός των μερών ή η συνομολογηθείσα αντιπαροχή. 'Ετσι, σε μια σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας μεταξύ εμπόρων ενυπάρχει ο σκοπός του εμπορικού κέρδους που επιδιώκει το κάθε συμβαλλόμενο μέρος (ΑΠ 336/2009). Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 33/2005, ΑΠ 119/2009). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ευθύνης προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση του αμέσως από αδικοπραξία ζημιωθέντος απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας ή και ηθικής βλάβης και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσης ζημίας ή και ηθικής βλάβης. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή τις επιταγές της έννομης τάξης Έτσι παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής και επαγγελματικής δραστηριότητας. Περαιτέρω, στο άρθρο 101 παρ. 1 της Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρο 81 ΣυνθΕΚ), ορίζονται τα εξής: "1. Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών". Επίσης, στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν 703/1977 "Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ), όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του Ν 2000/1991, οριζόταν προ της καταργήσεως του ν.703/1977 με τον ν.3959/2011 ότι: 1. Απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες αι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οιασδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού ιδία δε οι συνιστάμενες : α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεων ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές στο εμπόριο, κατά τρόπο που να δυσχεραίνεται η λειτουργία του ανταγωνισμού, ιδίως δε στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεως, αγοράς ή συναλλαγής, ε) στην εξάρτηση σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων πρόσθετων παροχών που από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. Ως εναρμονισμένη πρακτική νοείται μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία, χωρίς να έχει φθάσει μέχρι του σημείου της πραγματοποίησης μιας συμφωνίας αυτής καθ' εαυτής, αντικαθιστά συνειδητά τους κινδύνους του ανταγωνισμού με μια πρακτική συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών. Ακόμη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σημασία δεν έχει η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η (κοινή ή) εναρμονισμένη βούληση των συμπραττουσών επιχειρήσεων, αλλά το περιεχόμενό της, που μπορεί να προκύπτει τόσο από τις ρήτρες μιας σύμβασης, όσο και από τις αντίστοιχες εκδηλώσεις συμπεριφοράς των οικείων επιχειρήσεων, που παρέχουν είτε ευθέως, είτε εμμέσως ενδείξεις για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της σύμπραξης (ΣτΕ 3858/2014). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 του αμέσως παραπάνω Ν. 703/1977 απαγορεύεται η από μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης αυτών επί του συνόλου ή μέρους της αγοράς της χώρας. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση δύναται να συνίσταται ιδία: α) στον άμεσο ή έμμεσο εξαναγκασμό προς καθορισμό είτε των τιμών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων μη ευλόγων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της καταναλώσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως, επί ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδία στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπο ώστε επιχειρήσεις τινές να τίθενται εις μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση, δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων εκ της παρά των αντισυμβαλλομένων αποδοχής προσθέτων παροχών, ή συνάψεως προσθέτων συμβάσεων οι οποίες κατά την φύση τους ή συμφώνως προς τις εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. Τόσο από την άνω διάταξη του άρθρου 2 Ν. 703/77, όσο και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ και ήδη άρθρ. 102 ΣΛΕΕ συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η επίτευξη δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης αυτής. Εξ άλλου, στο άρθρο 18α παρ. 1 του Ν. 146/1914 που προστέθηκε με το άρθρ. 22 παρ. 1 του ν.3784/2009, ορίζονται τα ακόλουθα: 1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Παρόμοιο περιεχόμενο με αυτό της ανωτέρω διάταξης είχε το άρθρο 2α του Ν. 703/1977 (το όποιο έχει καταργηθεί με το άρθρο 1 του Ν. 3784/2009) και ως εκ τούτου ως προς την ερμηνεία του άρθρου 18α του Ν. 146/1914 ισχύουν όσα είχαν κριθεί νομολογιακά σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2α του Ν. 703/1977. Παρέπεται ότι η παράβαση των παραπάνω άρθρων συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, κατά τρόπο, ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 1522/2013, ΑΠ 1664/2014). Σύμφωνα με τα άρθρα 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετικής ζημίας) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005, ΑΠ 68/2013, ΑΠ 70/2013). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, και υπάρχει αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. Α.Π. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ. 15/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες, με την από 23-12-2008 αγωγή τους, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε και περιορίστηκε με τις προτάσεις τους, ισχυρίστηκαν: Ότι με άτυπες συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας αορίστου χρόνου, που συνήψαν με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, και στην παραγωγή επεξεργασία και διάθεση γαλακτοκομικών προϊόντων στην ελληνική και διεθνή αγορά, προμήθευαν αυτή με φρέσκο αγελαδινό γάλα από τις μονάδες εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων που διατηρούσαν. Ότι η συνεργασία τους διήρκεσε για τον πρώτο από αυτούς από τον Απρίλιο του έτους 1996 μέχρι το τέλος του έτους 2007, για τον δεύτερο από το έτος 2003 μέχρι τον Ιανουάριο του 2007, για τον τρίτο από το έτος 1993 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2007, για τον τέταρτο από τον Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2007, για τον πέμπτο από τον Φεβρουάριο του έτους 2003 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2007, για τον έκτο από το έτος 2001 μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2008, για τον έβδομο από τον Μάιο του έτους 2000 μέχρι το τέλος του έτους 2007, για τον όγδοο από το έτος 2002 μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2008 και για τον ένατο από τον Μάιο του 2004 μέχρι το έτος 2007. Ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, η εναγομένη ήταν εκείνη που καθόριζε την τιμή του γάλακτος, την οποία και μείωνε μονομερώς και κατά την απόλυτη κρίση της επικαλούμενη διάφορους προσχηματικούς λόγους. Ότι η τιμή του γάλακτος ήταν σε πάρα πολύ χαμηλά επίπεδα και "πάντως σε μη εύλογα επίπεδα", τα οποία δεν επέτρεπαν την αποκόμιση "εύλογου κέρδους", όπως και την βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους, κυμαινόταν δε κατά το χρόνο της συνεργασίας τους μεταξύ 0,34 και 0,29 ευρώ ανά λίτρο γάλακτος, ενώ οι τιμές στον καταναλωτή κυμαίνονταν κατά τα έτη 2004 με 2007 για το πλήρες φρέσκο γάλα από 1,17 έως 1,57 ευρώ ανά λίτρο γάλακτος, στη δε Γερμανία κατά το διάστημα 2000 - 2007 η τιμή παραγωγού αντιστοιχούσε στο 49,5% της τελικής τιμής γάλακτος (τιμής καταναλωτή). Ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε τους ανακοίνωνε τα κριτήρια διαμόρφωσης της τιμής του γάλακτος, την δε εκάστοτε τιμή αγοράς αυτού τους την γνωστοποιούσε κατά τη μηνιαία πληρωμή των αγορασθεισών από αυτή ποσοτήτων γάλακτος, στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα. Ότι την εν λόγω τιμή, η οποία υπολειπόταν αυτής, που πράγματι δικαιούνταν, η εναγομένη τους την επέβαλε, εκμεταλλευόμενη, αφενός μεν την υπερέχουσα διαπραγματευτική θέση της και την οικονομική τους εξάρτηση απ' αυτήν, αφετέρου δε το γεγονός, ότι, ήδη, από το έτος 2001 υπήρχε συμφωνία (καρτέλ) μεταξύ των μεγαλύτερων γαλακτοβιομηχανιών και του Συνδέσμου Γαλακτοβιομηχανιών Ελλάδας (ΣΕΒΓΑΠ), μέλος του οποίου ήταν και η εναγομένη, με βάση την οποία καθόριζαν την τιμή παραγωγού και προέβαιναν μεταξύ τους σε κατανομή των περιοχών, ώστε να καθίσταται ανέφικτη, άλλως, ιδιαίτερα δυσχερής η εναλλαγή των κτηνοτρόφων από τη μία γαλακτοβιομηχανία στην άλλη. Ότι το εύλογο τίμημα αγοράς γάλακτος θα έπρεπε, κατά δίκαιη και αντικειμενική κρίση , η εναγομένη να το προσδιορίσει κατά το διάστημα 2000 - 2007 σε 0,50 ευρώ ανά λίτρο γάλακτος, ώστε να καλύπτει το κόστος παραγωγής και να υπάρχει ένα μικρό επιχειρηματικό κέρδος στον κτηνοτρόφο, άλλως θα έπρεπε να το προσδιορίσει σε 0,45, άλλως σε 0,40 ευρώ ανά λίτρο γάλακτος. Ότι η καταβληθείσα σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) αμοιβή, λαμβανομένων υπόψη της αποκλειστικής τους απασχόλησης στην εναγομένη και των λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεών τους, σε συνδυασμό με την προσδοκία τους για εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, βρισκόταν σε φανερή δυσαναλογία με εκείνη (την αμοιβή) που δικαιούνταν και έπρεπε να τους καταβάλλει η εναγομένη. Ότι η μη καταβολή εύλογης αμοιβής κατέστησε τις επιχειρήσεις τους μη βιώσιμες, και αποτελεί, αφενός μεν πράξη αντικείμενη στους κανόνες του ανταγωνισμού, απαγορευμένη και καταχρηστική, αφετέρου δε υπαίτια και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη τακτική της εναγομένης, συνεπεία της οποίας καθίστατο ανέφικτη η προσδοκία τους για απόληψη εύλογου επιχειρηματικού κέρδους, ενώ γίνεται εκμετάλλευση από αυτή της δεσπόζουσας θέσης της, άλλως της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκονταν οι ίδιοι προς αυτήν, καθόσον δεν είχαν ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Ότι εξαιτίας της μη καταβολής εύλογης αμοιβής, αυτοί υπέστησαν οικονομική ζημία, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ της (μεγαλύτερης) αμοιβής, που δικαιούνταν και της πράγματι καταβαλλόμενης, η οποία υπολειπόταν. Ότι η διαφορά μεταξύ της καταβληθείσης και της ως άνω εύλογης αμοιβής τους, για το χρονικό διάστημα, που συνεργάστηκε καθένας από αυτούς με την εναγομένη, λαμβανομένων υπόψη των πωλήσεων καθενός για όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας του, ανέρχεται: 1) για τον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος πώλησε 1.522.621 κιλά και εισέπραξε 509.494,72 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 251.815,78 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως στο συνολικό ποσό των 175.684,73 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως στο συνολικό ποσό των 99.553,68 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ/λίτρο), 2) για τη δεύτερη ενάγουσα, η οποία πώλησε 903.566 κιλά και εισέπραξε 269.582,62 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 182.200,38 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 137.022,08 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως στο συνολικό ποσό των 91.843,78 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ/λίτρο), 3) για τον τρίτο ενάγοντα, ο οποίος πώλησε 2.076.667 κιλά και εισέπραξε 718.734,78 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 319.598,72 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 215.765,37 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 111.932,02 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ/λίτρο), 4) για τον τέταρτο ενάγοντα, ο οποίος πώλησε 1.412.602 κιλά και εισέπραξε 554.990,38 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 151.310,62 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 80.680,52 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 10.050,42 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ/λίτρο), 5) για τον πέμπτο ενάγοντα, ο οποίος πώλησε 463.233 κιλά και εισέπραξε 161.167,27 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 70.449,23 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 47.287,58 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 24.125,93 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), 6) για τον έκτο ενάγοντα, ο οποίος πώλησε 441.223 κιλά και εισέπραξε 96.740,44 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 123.871,06 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 101.809,91 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 79.748,76 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ/λίτρο), 7) για τον έβδομο ενάγοντα, ο οποίος πώλησε 460.301 κιλά και εισέπραξε 145.377,57 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 84.772,93 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 61.757,88 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 38.742,83 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ/λίτρο), 8) για τον όγδοο ενάγοντα, ο οποίος πώλησε 561.528 κιλά και εισέπραξε 169.920,94 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 110.843,06 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 82.766,66 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 54.690,26 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ/λίτρο) και 9) για τον ένατο ενάγοντα, ο οποίος πώλησε 835.567 κιλά και εισέπραξε 263671,34 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 154.112,16 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,50 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 112.333,81 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ/λίτρο), άλλως, στο συνολικό ποσό των 70.555,46 ευρώ (υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ/λίτρο). Ότι αυτοί (αναιρεσείοντες), εξαιτίας της, διακοπής της συνεργασίας τους με την εναγομένη, απώλεσαν κέρδη (διαφυγόντα), τουλάχιστον, ενός έτους, το ύψος των οποίων, λαμβανομένων υπόψη των πωλήσεων του τελευταίου έτους, ανέρχεται στα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Ότι εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, από την οποία προκλήθηκε ζημία στις επιχειρήσεις τους και επλήγη βάναυσα το δικαίωμά τους για συμμετοχή στην αγορά, υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας ανέρχεται για τον πρώτο ενάγοντα, στο ποσό των 80.000 ευρώ, για τη δεύτερη ενάγουσα, στο ποσό των 70.000 ευρώ, για τον τρίτο ενάγοντα, στο ποσό των 80.000 ευρώ, για τον τέταρτο ενάγοντα, στο ποσό των 70.000 ευρώ, για τον πέμπτο ενάγοντα, στο ποσό των 50.000 ευρώ, για τον έκτο ενάγοντα, στο ποσό των 70.000 ευρώ, για τον έβδομο ενάγοντα, στο ποσό των 50.000 ευρώ, για τον όγδοο ενάγοντα, στο ποσό των 70.000 ευρώ και για τον ένατο ενάγοντα, στο ποσό των 70.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ύστερα από παραδεκτό περιορισμό, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, των αιτημάτων της αγωγής, ζήτησαν: 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, για τη ζημία που υπέστησαν λόγω της προκύπτουσας διαφοράς μεταξύ εύλογης και καταβληθείσης αμοιβής, το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της, να τους καταβάλει για την ίδια αιτία τα υπόλοιπα ποσά, μέχρι τη συμπλήρωση των παραπάνω αναφερομένων, 2) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης, να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, για τη ζημία που υπέστησαν λόγω διαφυγόντων κερδών, το ποσό των 5.000 ευρώ, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη, να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής τους βλάβης, το ποσό των 5.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί, ότι οφείλει να τους καταβάλει για την ίδια αιτία τα υπόλοιπα ποσά μέχρι τη συμπλήρωση των προαναφερόμενων. Επίσης ζήτησαν νομίμους τόκους, όπως ειδικότερα προσδιόρισαν αυτούς για τα επί μέρους κονδύλια. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του (και κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην υπό κρίση περίπτωση) δέχθηκε τα εξής: " Η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, .. είναι αόριστη ως προς όλες τις βάσεις (κύριες και επικουρικές) και τα αιτήματά της και ως εκ τούτου ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή της πραγματικά γεγονότα. Συγκεκριμένα: 1) Ως προς το κονδύλιο της διαφοράς μεταξύ εύλογης και πράγματι καταβληθείσας αμοιβής και ανεξάρτητα από την αγωγική βάση, κύρια ή επικουρική, στην οποία επιχειρείται η θεμελίωσή του, δεν εξειδικεύονται, στο δικόγραφο της αγωγής, τα αναγκαία, για τη θεμελίωση της έννοιας του "ευλόγου", πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα, δεν αναφέρεται: α) σε ποιο ποσό ανερχόταν για καθέναν από τους ενάγοντες το κόστος παραγωγής ενός λίτρου γάλακτος (μονάδα μέτρησης κατά τους ενάγοντες), καθ' όλο το χρονικό διάστημα ισχύος της αντίστοιχης σύμβασης με την εναγόμενη, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που επιδρούσαν στη διαμόρφωση του κόστους αυτού, όπως τη δαπάνη αγοράς ζώων, το κόστος ζωοτροφών, τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των εγκαταστάσεών τους, μεταξύ των οποίων και οι αμοιβές του απασχολούμενου προσωπικού, καθώς και τις λοιπές αναγκαίες δαπάνες, στις οποίες υποβάλλονταν, για την εξασφάλιση της παραγωγικής διαδικασίας, β) το μικτό κέρδος, που εισέπρατταν ανά λίτρο παραγόμενου γάλακτος από τις πωλήσεις τους προς την εναγομένη, καθώς και το καθαρό κέρδος, που τους απέμενε ανά λίτρο γάλακτος, μετά την αφαίρεση του κόστους παραγωγής του και γ) το μέσο μηνιαίο εισόδημα βιοπορισμού, που αποκέρδαινε καθένας τους από την επίδικη συνεργασία τους με την εναγομένη, βάσει της πράγματι καταβαλλόμενης αμοιβής. Η παραπάνω αοριστία δεν καλύπτεται, αντίθετα επιτείνεται, από την ενσωμάτωση στο δικόγραφο της αγωγής, πλήθους τιμολογίων πώλησης αγαθών των εναγόντων προς την εναγομένη, με χειρόγραφες σημειώσεις, στα οποία η τιμή αγοράς που καταβλήθηκε σ' αυτούς αφορά παραδοθείσες ποσότητες γάλακτος υπολογισθείσες σε κιλά και όχι σε λίτρα, επισημαίνεται δε ότι ένα λίτρο γάλακτος δεν ισούται με ένα κιλό γάλακτος, αλλά με 1,0285 κιλά γάλακτος. Έτσι δημιουργείται πρόσθετη ασάφεια ως προς τα αιτούμενα ποσά, καθώς οι ενάγοντες πολλαπλασιάζουν για τον καθένα τους τη συνολικά πωληθείσα στην εναγομένη, κατά τον επίδικο χρόνο, ποσότητα γάλακτος σε κιλά, με την τιμή, όμως, που θεωρούν εύλογη για κάθε λίτρο γάλακτος και όχι για κάθε κιλό. Η εξειδίκευση των ανωτέρω μεγεθών στο δικόγραφο της αγωγής κρίνεται αναγκαία από το Δικαστήριο, ώστε να εμφαίνεται από τη συγκριτική επισκόπησή τους και δη του κόστους παραγωγής, σε σχέση με το μικτό και, προεχόντως, το καθαρό κέρδος, περαιτέρω, δε, με το μέσο βιοποριστικό εισόδημα κάθε ενάγοντος, το εύλογο ή μη της πράγματι καταβαλλόμενης αμοιβής. Η μη παράθεση των ανωτέρω στοιχείων κατά την ανάπτυξη της ιστορικής βάσης της αγωγής καθιστά το περιεχόμενο αυτής ελλιπές, και στερεί τη δυνατότητα από μεν το Δικαστήριο να κρίνει το βάσιμο κατά νόμο της αγωγής, αναφορικά με την ανωτέρω απαίτηση των εναγόντων, αφού δεν εμφαίνεται από την επισκόπηση του δικογράφου της, για ποιο λόγο η πράγματι καταβαλλόμενη αμοιβή δεν ήταν και η εύλογη... από δε την εναγομένη να αμυνθεί ελέγχοντας την αλήθεια των αγωγικών ισχυρισμών. 2) ... και 3) Το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν οι ενάγοντες, λόγω, αφενός μεν της προσβολής της προσωπικότητάς τους και δη του δικαιώματός τους για συμμετοχή στην οικονομική ζωή, αφετέρου δε της κατάστασης μη βιωσιμότητας, στην οποία περιήλθαν οι επιχειρήσεις τους, συνεπεία της τακτικής της εναγομένης, να τους καταβάλει αμοιβή υποδεέστερη της πράγματι δικαιούμενης, συνδέεται, σε κάθε περίπτωση, με το προαναφερόμενο κονδύλιο της αγωγής, για επιδίκαση εύλογης αμοιβής, η μη καταβολή της οποίας, περιέφερε τους ενάγοντες και τις επιχειρήσεις τους, στην επικαλούμενη απ' αυτούς κατάσταση οικονομικής δυσπραγίας.

Συνεπώς, το εν λόγω κονδύλιο (της χρηματικής ικανοποίησης) σχετίζεται με το εύλογο ή μη του ύψους των οικονομικών απολαβών των εναγόντων από την εναγομένη και ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας αοριστίας του κονδυλίου της αιτούμενης διαφοράς, μεταξύ της εύλογης και της πράγματι καταβαλλόμενης αμοιβής, τυγχάνει αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης. Επιπρόσθετα, η αγωγή, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αδικοπραξία της εναγομένης από την παράβαση των άρθρων 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ) και 1 του ν. 703/1977, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν εκτίθενται τα απαιτούμενα και προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες αναφέρουν, αόριστα, ότι η εναγομένη μαζί με τέσσερις άλλες μεγαλύτερες γαλακτοβιομηχανίες της χώρας μας, ήτοι τις εταιρίες ..., συμμετείχαν σε καρτέλ καθορισμού τιμών αγοράς νωπού γάλακτος, χωρίς να προσδιορίζουν ποια ακριβώς είναι η συμφωνία που κατάρτισε η εναγομένη με τις ως άνω εταιρίες, ποια η εναρμονισμένη πρακτική που εφαρμόζει αυτή και πώς μπορεί να επηρεάσει (άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά) τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ, ούτε εκθέτουν πώς η συμπεριφορά της εναγομένης επηρέασε τη δική τους θέση στην αγορά και τους προκάλεσε ζημία, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει, αν η συμφωνία αυτή είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να προκαλέσει ζημία στους ενάγοντες". Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία με όμοιες σκέψεις έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή και την απέρριψε ως απαράδεκτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία εκείνων που απαιτούνται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 101 ΣΛΕΕ, 1 και 2 Ν. 703/1977 και 18α Ν. 146/1914, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 371, 281, 288, 297, 298, 914, 919, 932 ΑΚ, απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει και ζητείται με αυτή: α) η αποκατάσταση της ζημίας, που οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την υπάρχουσα διαφορά μεταξύ καταβληθείσης και οφειλόμενης σ' αυτούς εύλογης αμοιβής και β) η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που ισχυρίζονται αυτοί ότι υπέστησαν από την αναφερόμενη στην αγωγή ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής θα έπρεπε, για την εξειδίκευση των απαραίτητων για το εύλογο της αμοιβής κριτηρίων και εντεύθεν για τον προσδιορισμό της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες ζημίας, αλλά και της χρηματικής τους ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης να αναφέρονται σ' αυτή κατ' αρχήν τα λειτουργικά έξοδα κάθε αναιρεσείοντος - παραγωγού (όπως το κόστος των ζωοτροφών, τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των εγκαταστάσεών τους και γενικά οι αναγκαίες δαπάνες για την παραγωγή του αγελαδινού γάλακτος), καθώς και το καθαρό κέρδος καθενός από αυτούς, ώστε από τη σύγκριση αυτών να καταδειχθεί το εύλογο ή μη της καταβληθείσης αμοιβής τους, δηλαδή κατά πόσο καλύπτονταν τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων των αναιρεσειόντων παραγωγών και υπήρχε ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, η δε αναιρεσίβλητη να μπορέσει να αμυνθεί. Επίσης, θα έπρεπε οι παραδοθείσες από τους αναιρεσείοντες στην αναιρεσίβλητη γαλακτοβιομηχανία ποσότητες αγελαδινού γάλακτος να προσδιορίζονται σε λίτρα και όχι σε κιλά, εφόσον, σύμφωνα με την αγωγή, το εύλογο της αμοιβής τους οι αναιρεσείοντες το υπολογίζουν με βάση την τιμή του αγελαδινού γάλακτος ανά λίτρο (0,50% ή 0,45% ή 0,40% ανά λίτρο γάλακτος). Συγκεκριμένα, στην αγωγή η οφειλόμενη τιμή γάλακτος υπολογίζεται ανά λίτρο επί των παραδοθέντων όμως στην αναιρεσίβλητη κιλών αγελαδινού γάλακτος, ώστε η σύγκριση να μη γίνεται επί ιδίων μεγεθών. Ακόμη, μόνη η αναφορά και απόδειξη, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, της τιμής αγοράς του γάλακτος από την αναιρεσίβλητη και η πώληση αυτού στη συνέχεια από την τελευταία ή η σύγκριση των τιμών του γάλακτος με άλλη από γεωγραφική άποψη αγορά (στην υπό κρίση περίπτωση με την Γερμανική αγορά) δεν αρκούν για το ορισμένο της αγωγής, δεδομένου ότι η τυχόν υπάρχουσα διαφορά της εκάστοτε τιμής αγοράς του συγκεκριμένου προϊόντος από τις γαλακτοβιομηχανίες και η μετέπειτα πώληση αυτού από τις τελευταίες στους καταναλωτές σε διάφορες χρονικές περιόδους εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (όπως από το κόστος επεξεργασίας και συσκευασίας του γάλακτος από τις γαλακτοβιομηχανίες κλπ.), ενώ η μείωση του κέρδους των παραγωγών επηρεάζεται και από παράγοντες διαμόρφωσης του κόστους παραγωγής του γάλακτος (όπως από τη δαπάνη αγοράς ζώων, το κόστος αγοράς ζωοτροφών, τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης εγκαταστάσεων κλπ.). Η παράθεση δε των απαιτούμενων επί πλέον ως άνω για το ορισμένο της αγωγής στοιχείων δεν θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ ούτε καθιστούν ουσιαστικά δυσχερή ή πρακτικά αδύνατη την αξίωση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων, όπως αυτοί υποστηρίζουν, δεδομένου ότι τα απαιτούμενα για το εύλογο της αμοιβής αυτών στοιχεία και άρα για το ύψος της ζημίας τους αφορούν τις δικές τους επιχειρήσεις, ώστε είναι εύκολο να ανευρεθούν.

Συνεπώς, ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις,

τις οποίες δεν παραβίασε με το να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνεται υπόψη και το ύψος της επελθούσης ζημίας),

γι' αυτό και οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι κατά τα υπό στοιχεία v1(α) και v2(βα) και (ββ) μέρη τους καθώς και ο πρόσθετος αναιρετικός λόγος επίσης εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. κατά τα υπό στοιχεία v1(β), v2(β), v3(β), v3(δββ) και v4 (β) μέρη τους είναι αβάσιμοι. Επίσης, απορριπτέοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, είναι ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το υπό στοιχείο v1(β) μέρος του, όπως και ο πρόσθετος λόγος αυτού, κατά τα υπό στοιχεία v1(γ), v2(γ), v3(β) και v4(γ) μέρη του με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., παραπονούνται για την μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο των αναφερομένων στο δικόγραφο της αγωγής προσδιοριστικών της ζημίας τους στοιχείων, όπως της τιμής αγοράς του γάλακτος από την αναιρεσίβλητη ή από άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και της πώλησης αυτού στους καταναλωτές, της τιμής του γάλακτος σε άλλες από γεωγραφική άποψη αγορές, της αύξησης του πληθωρισμού κατά 25%, της αύξησης της αξίας των ζωοτροφών κατά το κρίσιμο διάστημα κ.λ.π.. Και αυτό διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επίκληση όλων των παραπάνω στοιχείων (όπως η αύξηση του πληθωρισμού κατά 25%, η αύξηση της αξίας των ζωοτροφών κατά το κρίσιμο διάστημα, η τιμή του γάλακτος σε άλλες πλην της Γερμανίας, από γεωγραφική άποψη αγορές κ.λ.π.), τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να καταστήσουν ορισμένη την αγωγή (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει). Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχεία v2(α) μέρος του και ο πρόσθετος αυτής λόγος, κατά τα υπό στοιχεία V3 (δαα) μέρος του εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που προέβαλαν και με λόγο έφεσης, ότι με το να απαιτήσει τόσα προσδιοριστικά της ζημίας στοιχεία καθιστούσε πρακτικά αναποτελεσματική την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 101, 102 ΣΛΕΕ (πρώην 81, 82 ΣυνθΕΚ), διότι έτσι καθιστούσε πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και αυτό διότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, όπως ο παραπάνω, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, πρόκειται για στοιχεία που αφορούν κυρίως τους ίδιους τους αναιρεσείοντες και άρα εύκολα να ανευρεθούν. Ειδικά δε το υποστηριζόμενο από τους αναιρεσείοντες ότι παραβιάζεται η αρχή της αποτελεσματικότητας των παραπάνω διατάξεων από την παραδοχή του Εφετείου ότι ενισχύεται η αοριστία της αγωγής και από το γεγονός ότι το καταβληθέν τίμημα για την αγορά από την αναιρεσίβλητη του γάλακτος υπολογίζεται σε κιλά, ενώ η ανταγωνιστική τιμή του γάλακτος υπολογίζεται σε λίτρα, αναιρείται από τους ισχυρισμούς των ίδιων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι θεωρούν απλή την αναγωγή των κιλών σε λίτρα. Εξ άλλου απορριπτέοι είναι οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, κατά τα υπό στοιχεία v1(γ) και v2(ββ) μέρη τους, όπως και ο πρόσθετος λόγος αυτών, κατά τα υπό στοιχεία v1(α), v2(α), v3(α), v4(α) και v5 μέρη του, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., παραπονούνται για την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής τους (κατά το μέρος που πλήττεται), εφόσον η εξειδίκευση των προαναφερομένων προσδιοριστικών της ζημίας στοιχείων, όπως προεκτέθηκε, κρίνονται αναγκαία για το ορισμένο αυτής. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχεία v3(α) μέρος του οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., παραπονούνται για την μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο περιστατικών, που επικαλέστηκαν στην αγωγή τους και καθιστούν αυτή ορισμένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977 και τα οποία αναφέρονται στη συμμετοχή της αναιρεσίβλητης γαλακτοβιομηχανίας και άλλων γαλακτοβιομηχανιών σε καρτέλ καθορισμού των τιμών αγοράς του νωπού γάλακτος σε πολύ χαμηλές τιμές, η οποία (συμμετοχή της σε καρτέλ) επηρέασε τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ κρατών - μελών της ΕΕ και είχε ως συνέπεια τη ζημία τους από τη διαφορά μεταξύ καταβληθείσης και οφειλόμενης σ' αυτούς εύλογης αμοιβής αλλά και την ηθική τους βλάβη. Επίσης, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχεία v3(β) μέρος του οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρθ.14 Κ.Πολ.Δ., παραπονούνται για την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής τους, κατά το μέρος που ζητείται με αυτή η αποκατάσταση της θετικής ζημίας όπως και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράβαση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των διατάξεων των άρθρων 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977, ισχυριζόμενοι ότι η αναφορά των αμέσως παραπάνω περιστατικών καθιστούσε την αγωγή τους ορισμένη, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, αφού το Εφετείο συνεκτίμησε όλα τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των αξιώσεων των αναιρεσειόντων στις παραπάνω διατάξεις και καλώς εν τέλει απέρριψε ως αόριστες τις σχετικές αξιώσεις, καθόσον δεν αναφέρεται στην ένδικη αγωγή όπως θα έπρεπε, το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των άλλων γαλακτοβιομηχανιών, που συμμετείχαν στο καρτέλ καθορισμού τιμών αγοράς νωπού γάλακτος, η πρακτική που εφήρμοσαν και επηρέασαν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ, καθώς και η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης που επηρέασε τη δική τους θέση στην αγορά και τους προκάλεσε ζημία, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει, αν η συμφωνία αυτή είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να προκαλέσει ζημία στους ενάγοντες.

ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης όπως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση και τους πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της 2678/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ