Legislator Case Law & Legislation
403/2015 AI generated

403/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 403/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

403/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδ. α' Α.Κ. προκύπτει ότι, επί αδικοπραξίας σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλεια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, και, οτιδήποτε ο παθών στερείται στο μέλλον, δηλαδή, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 403 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 403/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Σ. του Φ. και 2) Γ. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Γεωργακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2000 και 3-1-2001 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 51/2003 μη οριστική και 281/2004 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 15-4-2007 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 730/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 136/2011 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 24-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 24/2013 αιτήσεως αναιρέσεως της 136/2011 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδ. α' Α.Κ. προκύπτει ότι, επί αδικοπραξίας σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλεια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, και, οτιδήποτε ο παθών στερείται στο μέλλον, δηλαδή, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο δε κέρδος, λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί. Για να δικαιωθεί αποζημίωση ο προσβληθείς στο σώμα ή στην υγεία του πρέπει ν` αποδείξει ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα, που προηγουμένως ασκούσε και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε, αν δεν μεσολαβούσε η βλάβη του σώματος, ή της υγείας του και έτσι ζημιώθηκε τουλάχιστον τα ποσά που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία.

Αναγκαία προϋπόθεση είναι η ζημία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το λόγο ευθύνης του εναγομένου, ενώ, η διάρκεια της πιο πάνω αποζημιώσεως υπολογίζεται αποκλειστικά σε συνδυασμό με τη διάρκεια της ανικανότητας προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, αποδιδόμενο στον εναγόμενο, υπαίτιο της αδικοπραξίας, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας του ενάγοντος - παθόντος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως νομική κρίση, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Στην προκειμένη περίπτωση, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών εξαιτίας της αδυναμίας των να εργασθούν την χρονική περίοδο 2004 - 2035 για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. ως στερούμενη, λόγω των αντιφατικών και ελλειπών αιτιολογιών, νόμιμης βάσης.

Κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου έγιναν δεκτά τα εξής: "...Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες υπέστησαν βαρύτατες σωματικές βλάβες από το τροχαίο ατύχημα, για τις οποίες καθώς και για τις επιπτώσεις τους στην ικανότητά τους να εργασθούν, ο πραγματογνώμονας που τους εξέτασε στις 21/12/2003 αναφέρει και τα ακόλουθα:

Ο Λ. Σ. υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και περιήλθε σε βαθύ κώμα, για το οποίο παρέμεινε με τραχειοτομή διασωληνομένος και επί ένα μήνα στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης του Νοσοκομείου Άγιος Σάββας Αττικής. Υπέστη, επίσης, συντριπτικό υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου και κάταγμα συστοίχου επιγονατίδας για το οποίο νοσηλεύθηκε τρεις φορές στον Ευαγγελισμό και υπέστη σειρά χειρουργικών επεμβάσεων και μετά την 10-8-1998.

Αυτός κλινικά φέρει πολλαπλές ουλές, ευαισθησία προσώπου αριστερά και ελάττωση της ακοής αριστερά, βράχυνση του δεξιού σκέλους κατά 31/2 cm με επακόλουθο κλίση της λεκάνης προς τα δεξιά και κλίση της σπονδυλικής στήλης, έχει περιορισμό της κινητικότητας του γόνατος 5 - 90 μοίρες, (φυσιολογικές τιμές 0 - 140 μοίρες), με σημαντικό κριγμό, ατροφία τετρακέφαλου μυός και ρίκνωση του ορθού μηριαίου μυός και έξω πλάγια αστάθεια του γόνατος.

Οι ανωτέρω καταστάσεις προκαλούν σημαντική δυσχέρεια στην άσκηση βαριάς χειρονακτικής εργασίας, όπως είναι εργάτης οικοδομών ή ανειδίκευτος εργάτης με ποσοστό αναπηρίας 50% που συμποσούται σε 30% για το κάταγμα του μηριαίου με βράχυνση δυσκαμψία και μυϊκή ατροφία και 20% για το κάταγμα της επιγονατίδας με κριγμό, δυσκαμψία, ατροφία και πλαγιοπλαγία αστάθεια, οι οποίες καταστάσεις θα είναι μόνιμες, αφού δεν αναμένεται καμμία βελτίωση στο μέλλον.

Ο δεύτερος ενάγων, Κ. Γ., υπέστη ρήξη σπληνός, για την οποία υπεβλήθη σε σπληνεκτομή, εξελκυσμό και παράλυση του βραχιονίου πλέγματος αριστερά με σχεδόν πλήρη παράλυση του αριστερού άνω άκρου, κάταγμα μηριαίου δεξιά, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με ενδομυελική ήλωση, κάταγμα κνήμης δεξιά, το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με πλάκα και βίδες, κάταγμα επιγονατίδας δεξιά, για το οποίο υπεβλήθη σε ολική επιγονατιδεκτομή.

Κλινικά αυτός εμφανίζει περιορισμό της κινητικότητας του αριστερού ώμου και μερική παράλυση ραχιαίων μυών με προβολή της ωμοπλάτης, μυϊκή αδυναμία στην κατανομή του κερκιδικού νεύρου, ευαισθησία στην έξω επιφάνεια του βραχίονος και αγγειοκινητικές διαταραχές ολόκληρου του αριστερού άνω άκρου. Παρουσιάζει πλήρη πώρωση όλων των καταγμάτων, φέρει ακόμη όλα τα υλικά οστεοσύνθεσης, εμφανίζει έκτοπη οστεόφυση στην περιοχή της επιγονατιδεκτομής, κινητικότητα του γόνατος 0 - 100 μοίρες (φυσιολογικές τιμές 0 - 140 μοίρες) ατροφία τετρακέφαλου και προσθιοπισθία χαλάρωση του γόνατος (ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου) και ουλές από τις προηγηθείσες επεμβάσεις (κοιλιάς, μηρού, κνήμης, προσθία επιφάνεια του γόνατος, ισχίου).

Τα ανωτέρω προκαλούν σημαντική δυσχέρεια στην άσκηση βαριάς χειρονακτικής εργασίας, όπως είναι εργάτης οικοδομών ή ανειδίκευτος εργάτης και συμποσούνται σε ένα ποσοστό αναπηρίας 59% ήτοι 30% από την πάρεση του βραχιονίου πλέγματος, 24% από την επιγονατιδεκτομή, δυσκαμψία γόνατος και προσθιοπισθία αστάθεια αυτού και 5% από την σπληνεκτομή.

Οι συνέπειες αυτές είναι μόνιμες και δεν αναμένεται καμία περαιτέρω βελτίωση στο μέλλον και οπωσδήποτε μέχρι το 2035. Ο πραγματογνώμονας στην ανωτέρω πειστική και εμπεριστατωμένη έκθεσή του, ως προς τον ενάγοντα Λ. Σ., δεν έχει περιλάβει και τις βλάβες στην υγεία αυτού από το κτύπημά του στο κεφάλι για τις οποίες αυτός παρέμεινε για ένα μήνα στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Νοσοκομείου Άγιος Σάββας Αθηνών γιατί η εκτίμησή τους δεν ανήκει στην ειδικότητά του.

Ως προς αυτές αποδεικνύεται ότι, από την σύγκρουση ο Λ. Σ. υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με υπαραχνοειδή και εγκεφαλική αιμορραγία και κάταγμα του λιθοειδούς οστού αριστερά και του ινιακού οστού του κεφαλιού, ενώ από τον τραυματισμό του αυτό, (όπως Ιδίως αποδεικνύεται από τα 1739/21-5-2009 και 543/26-2-2004 ιατρικά πιστοποιητικά του ανωτέρω δημοσίου Νοσοκομείου Αθηνών "Άγιος Σάββας"), εμφανίζει παρεγκεφαλικού τύπου αλλοιώσεις στην αριστερή μετωποβρεγματική χώρα και στο παρεγκεφαλικό ημισφαίριο δεξιά, μέτρια διάταση της 4ης κοιλίας, βαθμό ατροφίας της παρεγκεφαλίδας και διεύρυνση της μεγάλης δεξαμενής αυτής, εξ αιτίας των οποίων εμφανίζει μετατραυματική κώφωση του αριστερού αυτιού, κάθετη διπλωπία, όταν κοιτάζει κάτω και αριστερά και απώλεια της ισορροπίας λόγω της βλάβης της παρεγκεφαλίδας και του λαβυρίνθου του αριστερού αυτιού.

Οι βλάβες αυτές είναι μόνιμες και εκτιμηθείσες μαζί με τις ανωτέρω βλάβες στο δεξιό μηριαίο οστούν και την δεξιά επιγονατίδα από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Κορινθίας κρίθηκε με τις 481/5-7-2004 και 964/8-7-2009 αποφάσεις της ότι ο Λ. Σ. είναι ανάπηρος σε ποσοστό που υπερβαίνει το 67%. Οι ενάγοντες γεννήθηκαν στους Αγίους Σαράντα Αλβανίας στις 18-6-1977 ο Λ.

Σ. και στις 6-2-1980 ο Γ. Κ. δηλαδή κατά τον χρόνο του τραυματισμού τους ήταν αντιστοίχως 20 ετών και 4 μηνών και 17 ετών και 8 μηνών. Αυτοί, όντες Αλβανοί υπήκοοι αλλά μέλη της Ελληνικής εθνικής κοινότητας της Αλβανίας, είχαν έλθει νόμιμα με VISA στην Ελλάδα και παρέμειναν σ' αυτήν για να εργασθούν, αφού, μεταγενέστερα έλαβαν Ειδικά Δελτία Ταυτότητας Ομογενούς (Ε.Δ.Τ.Ο.) που τους επέτρεπαν να εργάζονται στην Ελλάδα χωρίς να απαιτείται η έκδοση άδειας διαμονής και εργασίας και σήμερα ο μεν Λ.

Σ. είναι κάτοχος του Α 266837/2006 Ε.Δ.Τ.Ο. που ισχύει μέχρι τις 24/11/2015, ο δε Γ. Κ. έχει λάβει πλέον την Ελληνική Υπηκοότητα, είναι δημότης Ξυλοκάστρου Κορινθίας και είναι κάτοχος του ΑΗ 726516/2009 Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας. Κατά τον χρόνο του τραυματισμού τους αυτοί εργάζονταν σε σταθερή βάση στον εργολάβο οικοδομών Β.

Μ. στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας, ο μεν Λ. Σ. ως ελαιοχρωματιστής πραγματοποιώντας 20 ημερομίσθια το μήνα με αμοιβή 12.000 δρχ. την ημέρα, ο δε Γ. Κ. ως βοηθός ελαιοχρωματιστή πραγματοποιώντας επίσης 20 ημερομίσθια το μήνα με αμοιβή 8.000 δρχ. την ημέρα, όπως κρίθηκε και με την ανωτέρω 678/2000 απόφαση του δικαστηρίου τούτου.

Με την απόφαση αυτή και με την μερικώς αναιρεθείσα 281/2004 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες κρίθηκαν ανίκανοι για κάθε εργασία μέχρι και τις 9-1-2004 και τους επιδικάσθηκε σχετική αποζημίωση. Ενόψει όλων των ανωτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες για όλη τους την ζωή και τουλάχιστον μέχρι τις 31/12/2032 ο Λ.

Σ. και μέχρι τις 31/12/2034 ο Γ. Κ., όπως ζητούν, θα είναι ανίκανοι να εργαστούν στην εργασία που πραγματοποιούσαν μέχρι τον τραυματισμό αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη εργασία, αφού ο μεν Λ. Σ. εμποδίζεται από τα προβλήματα στο δεξί του πόδι, την διπλωπία και κυρίως την αστάθεια που παρουσιάζει, ο δε Γ. Κ. εμποδίζεται από τα προβλήματα, επίσης, στο δεξί του πόδι σε συνδυασμό με την πάρεση του βραχιονίου πλέγματος στο αριστερό χέρι, η οποία τον εμποδίζει ουσιαστικά να το χρησιμοποιεί για εργασία.

Η εναγομένη εντελώς αόριστα επικαλείται ότι οι ενάγοντες μπορούν να εργασθούν σε άλλη εργασία, την οποία ούτε καν προσδιορίζει, παραβλέποντας το γεγονός ότι οι ενάγοντες ούτε γνώσεις αλλά ούτε κεφάλαιο διαθέτουν για να γίνουν επιχειρηματίες, ενώ δεν έχουν και γνώσεις για να ασκήσουν άλλη μη χειρωνακτική εργασία αφού δεν έχουν σπουδάσει και λόγω του ότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αλβανία έχουν πολύ περιορισμένη δυνατότητα γραπτής χρήσης της Ελληνικής γλώσσας.

Αν δεν είχαν τραυματισθεί οι ενάγοντες θα συνέχιζαν, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να εργάζονται ως ελαιοχρωματιστής και βοηθός ελαιοχρωματιστής, αντιστοίχως, από τις 10/1/2004 και μέχρι τις 31/12/2032 και 31/12/ 2034 αντιστοίχως, όταν ο μεν Λ. Σ. θα είναι 55 ετών και 6 μηνών και ο Γ. Κ. 54 ετών και 10 μηνών περίπου, δηλαδή σε ηλικία που μπορεί κάποιος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων να εργάζεται στις ανωτέρω ειδικότητες, πραγματοποιώντας, κατά μέσο όρο, 14 ημερομίσθια κάθε μήνα των ανωτέρω διαστημάτων, (αφού η οικοδομική δραστηριότητα έχει μειωθεί και θα παραμείνει μειωμένη στην Ελλάδα λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης ενώ, λόγω της εισροής μεγάλου αριθμού νομίμων αλλά και παράνομων μεταναστών έχει μεγαλώσει η προσφορά για εργάτες οικοδομής και συνεπώς και για ελαιοχρωματιστές και βοηθούς αυτών), λαμβάνοντας ως ημερομίσθιο τα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται στον πίνακα που ακολουθεί, αφού ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα είχε αλλά και θα συνεχίσει να έχει κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πληθωρισμό κατ' ελάχιστον 3% ετησίως, ο οποίος επιφέρει όχι ακριβώς ισόποση αλλά ανάλογη αύξηση και των ημερομισθίων...

Σημειώνεται ότι ειδικά για το μικρότερο του μηνός χρονικό διάστημα από 10/1/2004 έως 31/1/2004 οι ενάγοντες θα πραγματοποιούσαν 10 ημερομίσθια και θα είχαν συνολικές αποδοχές (10 Χ 36 =) 360 ο Λ. Σ. και (10Χ 24 = ) 240 ευρώ ο Γ. Κ.. Τα παραπάνω ποσά θα κέρδιζαν με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων οι ενάγοντες εάν δεν είχαν καταστεί ανίκανοι για εργασία και τα απώλεσαν με αντίστοιχη ζημία τους.

Από αυτά ως προς τον ενάγοντα Λ. Σ. πρέπει να αφαιρεθεί το 20% κατά το οποίο αυτός, όπως προαναφέρθηκε, έχει κριθεί τελεσίδικα συνυπαίτιος γιατί δεν φορούσε κράνος ασφαλείας και συνεπώς το ποσό που δικαιούται αυτός ως αποζημίωση είναι το 80% των ανωτέρω ποσών και συγκεκριμένα τα ακόλουθα:...... Τα ανωτέρω ποσά πρέπει να επιδικασθούν στους ενάγοντες με μηνιαίες δόσεις και όχι εφάπαξ όπως ζητούν γι' αυτό δε και το σχετικό αίτημά τους πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν αποδείχθηκε σπουδαίος λόγος προς τούτο και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων Λ.

Σ. σκοπεύει πραγματικά στο άμεσο μέλλον να προβεί σε εγχειρήσεις επιμήκυνσης του δεξιού ποδιού του και ότι ο ενάγων Γ. Κ. σκοπεύει να ξεκινήσει επιχείρηση που δεν απαιτεί σωματική εργασία και χρειάζεται κεφάλαιο προς τούτο. Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" υποχρεούται να προκαταβάλει την πρώτη ημέρα κάθε μήνα στους ενάγοντες τα ποσά που αναλυτικά αναφέρθηκαν και θα αναφερθούν και στο διατακτικό με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης και μέχρι την εξόφληση, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 6 παρ. 5 και 10 παρ. 1, 3 Ν. 489/76) ένσταση περιορισμού της ευθύνης της εναγομένης μέχρι το ασφαλιστικό ποσό των 250.000.000 δραχμών (που αντιστοιχούν σε 733.675,71 ευρώ) γιατί τα επιδικαζόμενα στους ενάγοντες συνολικά ποσά δεν υπερβαίνουν το ποσό αυτό...".

Και υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη κατ' ουσία εν μέρει την αγωγή των εναγόντων - νυν αναιρεσιβλήτων. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο κατά την πλειοψηφούσα κρίση του Αρείου Πάγου, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες κατά το κρίσιμο περί απώλειας διαφυγόντων κερδών από το έτος 2004 μέχρι το 2034 ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής νομικών διατάξεων των άρθ. 297, 298, 914, 929 ΑΚ.

Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η οικοδομική δραστηριότητα έχει μειωθεί και θα παραμείνει μειωμένη στην Ελλάδα λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης εξαιτίας της εισροής μεγάλου αριθμού νομίμων και παράνομων μεταναστών με αποτέλεσμα να έχει μεγαλώσει η προσφορά για εργάτες οικοδομής και συνεπώς και για ελαιοχρωματιστές και βοηθούς αυτών, εν τούτοις καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αφενός μεν τα ημερομίσθια θα έχουν αυξητική πορεία και αφετέρου οι αναιρεσίβλητοι, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα απασχολούνταν, ανελλιπώς, κάθε μήνα, με 14 ημερομίσθια, μέχρι το έτος 2032 και 2034 αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών διατάξεων των άρθ. 297, 298, 914 και 929 ΑΚ.

Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτός, κατά πλειοψηφία, ο εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος και αναιρεθεί η απόφαση παρελκόμενης της έρευνας των λοιπών και αναφερομένων στο ίδιο ζήτημα λόγων, αφού η αναιρετική εμβέλεια του συγκεκριμένου λόγου καλύπτει το σύνολο της απόφασης. Κατά την γνώμη όμως ενός εκ των μελών του Δικαστηρίου, ήτοι της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Μαρίας Χυτήρογλου, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ειδικότερα: Τα διδάγματα της κοινής πείρας δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν αντικείμενο απόδειξης (Κ.Πολ.Δ. 336 παρ. 4), είτε για να γίνει μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες ( Κ.Πολ.Δ. 559 άρθ. 1).

Κατά δε το άρθ. 559 αριθμ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθούς έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19, ορθώς όμως εκ του αριθμ 1β' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο για να καταλήξει σε θετική επί της ουσίας για το αγωγικό κεφάλαιο αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων από εργασία παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914 και 929 του ΑΚ, με την μη υπαγωγή σ` αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι τα εισοδήματα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα έχουν μειωθεί κατά 30% και συνεχίζουν μειούμενα, ότι δεν δίδονται αυξήσεις, ούτε δώρα εορτών, ούτε επιδόματα αδείας και ότι οι εργασίες στον κλάδο της οικοδομής έχουν διακοπεί παντελώς, επικρατούσης πλήρους ανεργίας στο επάγγελμα του οικοδόμου και στα συναφή επαγγέλματα.

Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, διότι, η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Απορριπτέος είναι και ο εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος με τον οποίο πλήττονται οι παρατεθείσες παραδοχές της απόφασης, αφού οι αιτιολογίες είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών κυρίως ως προς τις διά του άνω λόγου πληττόμενες παραδοχές για την ασφάλισή ή μη των αναιρεσιβλήτων και την ενδεχόμενη συνταξιοδότησή των από το άνω ΙΚΑ, αφού και αυτή η αναιρεσίβλητη ζήτησε μόνο να προσκομιστεί, (εάν βεβαίως υπήρχε), σχετικό έγγραφο του ιδρύματος χωρίς να υποστηρίζει την ασφάλιση ή συνταξιοδότησή των από αυτό.

Επίσης, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται ως προς την μονιμότητα της αναπηρίας των ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 929 ΑΚ από την παραδοχή ότι είναι παντελώς ανίκανοι προς εργασία και ότι ο μεν πρώτος σκοπεύει στο μέλλον να προχωρήσει σε εγχειρήσεις επιμήκυνσης του δεξιού ποδιού του, που ενδεχομένως θα οδηγήσει σε αποκατάσταση της σωματικής του βλάβης και ο δεύτερος σκοπεύει να ξεκινήσει επιχείρηση που δεν απαιτεί σωματική εργασία δεδομένου ότι ερείδονται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού από τις παραδοχές προκύπτει το ακριβώς αντίθετο, ότι, δηλαδή, απορρίφθηκε το αίτημα των αναιρεσιβλήτων για άμεση καταβολή του αιτούμενου ποσού λόγω μη συνδρομής των άνω συγκεκριμένων περιστάσεων.

Εξάλλου και αν ακόμη ήθελε κριθεί ότι επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. διότι το δικαστήριο δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό των περί ασφάλισης των αναιρεσιβλήτων στο ΙΚΑ και υποκατάστασης του τελευταίου στις αξιώσεις των για αποζημίωση, είναι αβάσιμη, αφού το σχετικό αίτημά των όπως διατυπώθηκε στις προτάσεις των, αφορούσε την αναβολή της υπόθεσης προκειμένου να προσκομίσουν οι αναιρεσίβλητοι τα αναγκαία έγγραφα του ΙΚΑ για την διαπίστωση της ενδεχόμενης ασφάλισης και καταβολής αποζημίωσης εκ μέρους του άνω ασφαλιστικού φορέα ήτοι, αίτημα για ενέργεια διαδικαστικής πράξης που εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και η παράλειψη της οποίας δεν θεμελιώνει την πλημμέλεια εκ του άνω αριθμού.

Συνεπώς, ο άνω εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με βάση την πλειοψηφούσα, επομένως, άποψη του δικαστηρίου θα πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου να αναιρεθεί, διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων στην αναιρεσείουσα και καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 183 ΚΠολΔ).

Κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, αφού η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε μετά προηγούμενη παραδοχή αντίστοιχης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 281/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου με την 730/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτησή της, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει, πλέον, ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε οι διάδικοι, να διαμορφώσουν, κατά αυτήν, ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ. αρ. 136/2011 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων στην αναιρεσείουσα. Κρατεί επί της ουσίας την υπόθεση.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ορίζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ