403/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 403 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 403/2014
Legislator headnote
AI generated403/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 403 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 403/2014
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 403 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 403/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Ι. του Δ.-Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Ασπασίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. (J.) Τ. (T.) του Π. (P.), κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 615/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/7/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 30/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25/7/2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ... / 7/11/2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς …, που κατοικοεδρεύει στη …, αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Αυτή, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικεου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς , η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα και η αναιρεσίβλητη (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή, ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς, από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο, αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν (Ολ.Α.Π. 2/2008). Πρέπει δε, για το ορισμένο του λόγου αυτού, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποία είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1β' Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι "από τα διδάγματα κοινής πείρας σε συνδυασμό με τη λογική μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα, ότι δεν μπορεί ένας εργαζόμενος στην καθαριότητα που αμείβεται με την ώρα να συνεχίσει να δουλεύει για δύο έτη έξι ώρες ημερησίως, ενώ πληρώνεται μόνο για τρείς και να μην έχει εγκαταλείψει την εργασία του στον πρώτο μήνα ή να μην έχει ουδέποτε διαμαρτυρηθεί προ της λήξεως της συμβάσεώς του". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, ανεξάρτητα από το ότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν από το Εφετείο για την ερμηνεία συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων .
Επειδή, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας , που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει, όταν ο ενάγων επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει, όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου. Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο (Ολ.Α.Π. 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. λόγους. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, άφησε αδίκαστη ένσταση αοριστίας της αγωγής και δεν έλαβε υπόψη ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη ,για την περίοδο από 4/4/2005 έως 10/6/2007, που η μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, λόγω μη εκδόσεως και προσκομίσεως από την ενάγουσα στην επιχείρηση του της άδειας διαμονής της, καθόσον στηρίζει τις αξιώσεις της στη σύμβαση εργασίας και όχι όπως θα έπρεπε στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και στην ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας. Ο λόγος αυτός, κατ' ορθή υπαγωγή, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε μόνο την κύρια βάση της αγωγής και όχι την επικουρική και δέχθηκε ότι η βάση αυτή (κύρια), η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας είναι νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη. Ανεξάρτητα, όμως, από τα ανωτέρω ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα αναφέρει σ' αυτή ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η συνδέουσα αυτή με τον εναγόμενο σύμβαση εργασίας δεν είναι έγκυρη, ζητεί, τις ένδικες αξιώσεις της, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επειδή, κατά το άρθρο 86 παρ. 1 του Ν. 3386/2005, που ισχύει από 1/1/2006 (άρθρο 98 ως άνω νόμου) "δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών, εφόσον δεν έχουν άδεια διαμονής για εργασία ή άδεια διαμονής και έγκριση πρόσβασης στην αγορά εργασίας ή άδεια διαμονής που παρέχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή βεβαίωση της παρ. 3 του άρθρου 11 του νόμου αυτού, ότι έχουν καταθέσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση της". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια διαμονής, είναι άκυρη ,γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη, εάν δε ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής συμβάσεως παρέχει την εργασία στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνημένες ή νόμιμες αποδοχές αλλά έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 και επ. ΑΚ, για την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής συμβάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 183 παρ. 1 του ΑΚ, επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτιση της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής καταρτίσεως της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη δικαιοπραξία, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλαδή η επικύρωση άκυρης ενοχικής συμβάσεως έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδρομικά αποτελέσματα. Σύμφωνα, λοιπόν με τις διατάξεις αυτές, για την επικύρωση άκυρης συμβάσεως , απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία είναι ελεύθερα, κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ,να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν. Η δήλωση βουλήσεως των μερών, για την επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης δικαιοπραξίας, λόγω ελλείψεως αρχικά της απαιτούμενης άδειας διαμονής, εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη, που γνωρίζει την απόκτηση, μεταγενεστέρως ,της άδειας διαμονής. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, επί εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία παραπονείτο, για την εν μέρει απόρριψη της αγωγής της, με την οποία ζητούσε ,εκτός των άλλων, διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδόματα αδείας και εορτών, καθώς και αποδοχές για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων με τον διακριτικό τίτλο "CLEAN AND ΝΕΑΤ" και υπέγραψε, ως ανάδοχος διαγωνισμού, σύμβαση για την καθαριότητα της Κρεαταγοράς και Λαχαναγοράς Θεσσαλονίκης, για την περίοδο από τον Απρίλιο του 2006 έως το Μάρτιο του 2008, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψε με την ενάγουσα, την προσέλαβε, για να εργασθεί στην καθαριότητα των χώρων της Λαχαναγοράς - Κρεαταγοράς Θεσσαλονίκης, για το χρονικό διάστημα από 1/4/2006 έως 31/3/2007. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα απασχολήθηκε τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2006 από Δευτέρα έως και Παρασκευή, από ώρα 06.00 έως 12.00, από τον Ιούνιο δε του έτους 2006 και μέχρι το Μάρτιο του 2007 τις ημέρες Δευτέρα έως και Παρασκευή από ώρα 06.00 έως 12.00 και τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Κυριακή από ώρα 15.00 έως 21.00, για την εργασία της δε κατά τις Κυριακές της χορηγήθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης (το Σάββατο), κατά τις σχετικές εβδομάδες. Ο εναγόμενος ανήγγειλε στις 7/4/2006 στον ΟΑΕΔ την πρόσληψη της ενάγουσας, προσκομίζοντας την με ιδία ημεροχρονολογία ατομική σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης, στην οποία αναφέρεται ότι η ενάγουσα προσελήφθη για να εργαστεί επί πέντε ημέρες, από ώρα 09.00 έως 12.00. Επί του σώματος αυτής σημειώθηκε από τον ΟΑΕΔ ότι η εν λόγω σύμβαση είναι άκυρη και διαγράφηκε από τον προσαγόμενο και επικαλούμενο από τον εναγόμενο πίνακα προσωπικού της επιχείρησης από την Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία επίσης θεώρησε ως άκυρη τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, δεδομένου ότι αυτή, Αλβανίδα υπήκοος, δεν είχε προσκομίσει την άδεια παραμονής της, με αποτέλεσμα η σύμβαση να τυγχάνει άκυρη. Ανεξάρτητα από την ακυρότητα της ως άνω συμβάσεως και από τη βασιμότητα ή μη του ισχυρισμού της ενάγουσας, ότι δεν υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση, καθότι η υπάρχουσα σ' αυτή υπογραφή στη θέση "ο εργαζόμενος" δεν είναι δική της, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι η ενάγουσα, για το ως άνω χρονικό διάστημα, απασχολήθηκε ανελλιπώς στην καθαριότητα των χώρων της Λαχαναγοράς και Κρεαταγοράς Θεσσαλονίκης, επί έξι ώρες ημερησίως και τις ημέρες που προαναφέρθηκαν και όχι επί τρεις ώρες ημερησίως όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι η ενάγουσα και μετά το Μάρτιο του 2007 συνέχισε να απασχολείται στην καθαριότητα των χώρων της Λαχαναγοράς και Κρεαταγοράς Θεσσαλονίκης, προσκόμισε δε και την από 21/9/-2006 και με αριθμό GR 0792070 χορηγηθείσα άδεια διαμονής της. Με τη χορήγηση της άδειας αυτής, ενόψει και του ότι η ενάγουσα από την έναρξη της κατά τα άνω συμβάσεως και μέχρι της παρακάτω ημερομηνίας, εξακολούθησε να παρέχει την εργασία της και ο εναγόμενος να αποδέχεται αυτήν, χωρίς να διατυπωθεί αντίρρηση, επικυρώθηκε σιωπηρώς και μάλιστα αναδρομικά και ισχυροποιήθηκε η αρχική άκυρη σύμβαση εργασίας αυτής. Στις 14/1/2008 η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, και προσελήφθη, την ίδια ημέρα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "CLEAN AND ΝΕΑΤ ΕΠΕ". Ενόψει αυτών, ο εναγόμενος ευθύνεται μόνο για τις αξιώσεις της ενάγουσας, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 4/4/2006 μέχρι 14/1/2008, που εργάσθηκε σ' αυτόν .Ακολούθως, το Εφετείο, αφού αναφέρει αναλυτικά τις αποδοχές που εδικαιούτο η ενάγουσα, με βάση τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τα επιδόματα εορτών και άδειας και την αμοιβή της για την εργασία κατά τις Κυριακές, αφού εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση και επανεξέτασε την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε τον εναγόμενο, να καταβάλει στην ενάγουσα, για τις ως άνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 15.978,14 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα με τις παραδοχές, ότι από την προσκομιδή από την ενάγουσα, Αλβανίδα υπήκοο, στις 21/9/2006, της άδειας διαμονής και την εξακολούθηση της αποδοχής των υπηρεσιών της από τον εναγόμενο, χωρίς διατύπωση αντιρρήσεων, επικυρώθηκε σιωπηρά και μάλιστα αναδρομικά η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση 9 οι δε αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 ΑΚ είναι αβάσιμες. Επίσης, αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δέχθηκε την ισχυροποίηση της άκυρης συμβάσεως εργασίας χωρίς η ενάγουσα να το ισχυρισθεί, καθόσον η κύρια βάση της αγωγής στηριζόταν στην έγκυρη σύμβαση εργασίας, το δε ζήτημα, αν ήταν εξ υπαρχής έγκυρη ή όχι η σύμβαση, δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων Τέλος, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ανεπάρκεια αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα των ωρών εργασίας της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα των ωρών απασχολήσεως της αναιρεσίβλητης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/7/2013 αίτηση, για αναίρεση της 615/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης .
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ