403/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 403 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated403/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 403 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 403 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 403/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας-αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.
Της καθής η κλήση-αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 394/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4389/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2005 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1508/2007 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 16/7/2007 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος διάβασε την από 5-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες ...... και .... εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ........ προκύπτει ότι, κατόπιν παραγγελιών του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 16.7.2007 κλήσεως της αναιρεσείουσας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεως του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ.
ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Εν προκειμένω, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι: α) με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη, που απασχολείτο στην αναιρεσείουσα ως ιπτάμενη συνοδός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε να της καταβληθεί επίδομα για τα δύο ανήλικα τέκνα της, του χρονικού διαστήματος από 1-1-1994 μέχρι 31.12.2000, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν της κατέβαλε, β) η αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για τη λήψη του ένδικου επιδόματος ισχυρισθείσα ειδικότερα: 1) ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε τα οριζόμενα σε σχετική εγκύκλιο της δικαιολογητικά για τη λήψη του ένδικου επιδόματος με συνέπεια να δημιουργηθεί στην αναιρεσείουσα η εντύπωση ότι δεν θα εζητείτο η καταβολή του επιδόματος, 2) ότι η αναιρεσίβλητη επί σειρά ετών μέχρι το έτος 2000 αδράνησε να διεκδικήσει το επίδομα ή έστω να διατυπώσει έγγραφη αντίρρηση, μολονότι στις μηνιαίες εκκαθαρίσεις της μισθοδοσίας της περιείχετο πρόσκληση να εκφέρει εγγράφως εντός διμήνου τις τυχόν αντιρρήσεις της, άλλως θα εθεωρείτο ότι συμφωνεί με την εκκαθάριση των αποδοχών της, 3) ότι σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών και όσων αναμένεται βασίμως ότι θα ασκηθούν σχετικά με την καταβολή του ένδικου επιδόματος θα προκληθεί οικονομική επιβάρυνση στην αναιρεσείουσα 11.500.000 δρχ.
μηνιαίως και ετησίως 161.000.000 δρχ. και συνολικά για το χρονικό διάστημα από του έτους 1994 και εντεύθεν 1.127.000.000 δρχ. πλέον τόκων, που θα προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεως της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεως των Ν. 2271/94 και 2602/98, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι τα παραπάνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξιώσεως, η οποία αφορά σε καταβολή των ελαχίστων νομίμων ορίων αποδοχών ή άλλων εργατικών δικαιωμάτων. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4389/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ