Legislator Case Law & Legislation
403/2007 AI generated

403/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 403/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 403 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 403/2007

Legislator headnote

AI generated

403/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 403 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 403/2007

Keywords

AI generated
default of claimant claimant's entitlement insufficiently substantiated grievance insufficient substantiation of appeal belated statement of grounds defective substantiation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 403 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 403/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΛΛΑ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στα Καλύβια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Χ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Πέτρουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βάγια.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βάγια.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΛΛΑ ΑΕΒΕ", και τον διακριτικό τίτλο "ΠΕΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στα Καλύβια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ......, 3. Χ1, 4. ...... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Πέτρουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 5. Χ2, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουλίου 2004 αγωγή του υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3435/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3136/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν: α. οι υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντες με την από 17 Ιουνίου 2005 αίτησή τους και β. ο υπό στοιχείο Β. αναιρεσείων με την από 21 Ιουνίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε τις από 23 Σεπτεμβρίου 2006 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της από 17-6-2005 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη της από 21-6-2005 αντίθετης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 21 Ιουνίου 2005 αίτησης και την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή πρέπει να συνεκδικασθούν οι από 21 Ιουνίου 2005 και 17 Ιουνίου 2005 αιτήσεις περί αναιρέσεως της 3136/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246).

Α.Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ1.

Ι.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λανθασμένη ανάγνωση αποδίδοντας σε έγγραφο αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. ΚΠολΔ περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο ύστερα από ορθή ανάγνωση του εγγράφου προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του διαφορετική από εκείνη του αναιρεσείοντος, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τα πρακτικά και την περιεχομένη στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρος ...... 2) την από 9-3-2004 εξώδικη απάντηση των αναιρεσιβλήτων 3) τις περιεχόμενες στις προτάσεις ομολογίες των αντιδίκων 4) την από 4-3-2004 εξώδικη διαμαρτυρία του και την από 23-3-2004 εξώδικη απάντησή του και 5) την αγωγή του, το συμφωνητικό μισθώσεως από 10-1-2002, τις εξώδικες δηλώσεις της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και τις προτάσεις αυτής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος εκ της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται το πλήρες περιεχόμενο εκάστου φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, αλλά και για το λόγο ότι τα πρακτικά που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, η αγωγή και οι προτάσεις των διαδίκων δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

ΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στον αναιρετήριο:1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα που φέρεται ότι παραβιάστηκε 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα και όταν πρόκειται για περισσότερες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή εκάστης τούτων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων: 57, 59, 67, 70, 160, 167, 211, 216, 226, 229, 230 , 232, 233, 234, 238, 323, 594, 595, 601, 714, 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, 216 (45 και 46) 362, 363 και 385 Π.Κ., 2 παρ.1, 5 παρ.2 και 9 παρ.1 του Συντάγματος, 8 του ΝΔ 53/1974 της ΕΣΔΑ, 17 και 22 του Ν.2462/1997 ΔΣ ΑΠΔ, 38, 39, 45, 46, 47 και 48 του ΝΔ 3026/1954 και τις διατάξεις του Ν.2190/1920 για το λόγο ότι από την προσβαλλομένη απερρίφθησαν 1) οι αγωγικοί ισχυρισμοί του περί προσβολής της προσωπικότητάς του από όλους τους εναγόμενους πλην της εταιρίας 2) οι ισχυρισμοί του περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας, 3) Ο ισχυρισμός του περί αντισυμβατικής χρήσεως του μισθίου 4) ο ισχυρισμός του περί πλαστότητος του καταστατικού της εταιρίας και του πρακτικού και 5) ο ισχυρισμός του περί ευθύνης προσωπικής της πληρεξουσίου δικηγόρου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε εξειδικεύεται σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή εκάστου των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε τέλος καθορίζονται οι παραβιασθείσες διατάξεις του ν.2190/1920. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται "αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι 1) η εναγομένη δεν αρνήθηκε να επιτρέψει σ'αυτόν την είσοδο στα μίσθια ακίνητα 2) δεν κατέβαλε το ποσό της αναπροσαρμογής της εγγυήσεως γιατί δεν ωχλήθηκε και 3) ότι τα μίσθια παρέμεναν κλειστά και η επιχείρηση υπολειτουργούσε μετά την 02.01.2004. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού τα ως άνω δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, οι οποίοι απερρίφθησαν ως ουσία αβάσιμοι.

IV.Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96 παρ.1, 97 παρ.1 και 2 και 98 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε προφορικά με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά επί δικαστηρίου αυτόν που την έδωσε και να επιχειρεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν την διεξαγωγή της δίκης, πλην εκείνων οι οποίες εξαιρέθηκαν ρητά κατά την χορήγησή της, ως και εκείνων για τις οποίες απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ για την επ'ακροατηρίου συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, άνευ της οποίας κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, της ελλείψεως και της υπερβάσεως της πληρεξουσιότητας εξεταζομένης υπό του δικαστηρίου και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ.1 και 2 του ιδίου ως άνω Κώδικα η ακυρότητα δεν μπορεί να απαγγελθεί χωρίς πρόταση από τον διάδικο, πλην αν ο νόμος παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει την τήρηση της διατάξεως αυτεπάγγελτα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτη την παράσταση των εναγομένων (ήτοι πρώτης, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου) πλην της πέμπτης, αφού η εκπροσωπήσασα αυτούς Δικηγόρος δεν είχε νόμιμα διορισθεί. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό αυτό περί ελλείψεως πληρεξουσιότητος της παραστάσης δικηγόρου ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.

V. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ανάγκη αποδείξεως υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της λύσεως της συμβάσεως της μισθώσεως δια καταγγελίας από την εναγομένη μισθώτρια εταιρία υπογεγραμμένη από την πληρεξούσια αυτής δικηγόρο, η οποία είχε λάβει προς τούτο την άτυπη εντολή του νομίμου εκπροσώπου της, έλαβε υπόψη της και την κατάθεση του μάρτυρα .... όπως τούτο ρητά αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως ο σχετικός αντίθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθόσον αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο δεχθέν ότι η καταγγελία από την πληρεξούσια δικηγόρο έγινε κατόπιν ατύπου εντολής του νομίμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας χωρίς να προσκομισθεί κάποια απόδειξη περί τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι με την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων. Αλλά αν ήθελε ο λόγος αυτός εκτιμηθεί από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρα, έγγραφα).

VI. Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ για το λόγο ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με το να δεχθεί ότι η από την πρώτη εναγομένη καταγγελία της μισθώσεως κατέστη αναδρομικώς έγκυρη και ότι ο ίδιος (ενάγων και ήδη αναιρεσείων) δεν εναντιώθηκε κατά την επίδοση της καταγγελίας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος αφού δεν αναφέρονται οι πλήρεις παραδοχές του Εφετείου, ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ως και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού, ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

VII.Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ για το λόγο ότι α) έλαβε υπόψη φωτοαντίγραφα του καταστατικού της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία προσέβαλε ως πλαστά κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής του και β)το υπ'αριθμόν 1/2000 πρακτικό του ΔΣ της ιδίας εναγομένης το οποίο είχε προσκομισθεί μη νομίμως σε απόσπασμα χωρίς να προκύπτει ότι αυτό είχε εκδοθεί από τα επίσημα βιβλία. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρει τον αριθμό του Συμβολαίου, το περιεχόμενο ποίων δηλώσεων του συμβολαίου προσέβαλε ως πλαστό και τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος. Κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 647 και 650 ΚΠολΔ στη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία δικάσθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα.

VIII. Με το όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμό 9 ΚΠολΔ όπως εκτιμήθηκε (και όχι 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ) για το λόγο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα συννόμως υποβληθέντα αιτήματά του περί επιδείξεως αντιγράφων συγκεκριμένων εγγράφων, γνωστοποιήσεως αν υφίστατο μεταξύ των μελών της πρώτης εναγομένης (τρίτου και τετάρτου εναγομένου) και της πέμπτης τούτων Χ2 και άλλη σχέση πχ. συγγενική, πλην αυτής του υπαλλήλου και του πληρεξουσίου δικηγόρου τους. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφάλαιο) που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, ούτε τα έγγραφα των οποίων ζητήθηκε η επίδειξη.

Β.Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρίας με την επωνυμία "Πετρογιάννης Μέταλλα ΑΕΒΕ" και του Χ1.

Ι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος. Μεταξύ άλλων ως πράγματα νοούνται ή κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των διαφορών αιτημάτων περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ όπως ο λόγος αυτός εκτιμήθηκε. Ειδικότερα ότι ο εκμισθωτής και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 29-07-04 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος την μεταξύ αυτού και της ήδη αναιρεσείουσας σύναψη εμπορικής μισθώσεως και τη λύση αυτής δια καταγγελίας του με εξώδικη δήλωση, άλλως δια της αγωγής, ζήτησε την απόδοση των μισθίων καταστημάτων συνεπεία της γενομένης υπ'αυτού καταγγελίας και όχι συνεπεία της γενομένης από τη μισθώτρια καταγγελίας, της οποίας (καταγγελίας) ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα. Από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση του δικογράφου της από 29-07-04 αγωγής του εκμισθωτή ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου προκύπτει πράγματι ότι ο εκμισθωτής επικαλούμενος τη σύναψη εμπορικής μισθώσεως μετά της αναιρεσείουσας και την καταγγελία αυτής με εξώδικη δήλωση και επικουρικώς με την αγωγή, ζήτησε να του αποδοθούν τα μίσθια καταστήματα λόγω λύσεως της μισθώσεως συνεπεία της ως άνω καταγγελίας του και να αναγνωρισθεί ότι η γενομένη από τη μισθώτρια καταγγελία είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της μισθώσεως. 'Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η σύμβαση λειτούργησε ομαλά μέχρι την 2-1-2004, οπότε η πρώτη εναγομένη -μισθώτρια εταιρία κάνοντας χρήση του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995 κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση. Προς τούτο επέδωσε προς την ενάγουσα εκμισθώτρια την από 2-1-2004 "εξώδικη δήλωση και καταγγελία εμπορικής μίσθωσης" υπογεγραμμένη από την πληρεξούσια δικηγόρο της... Η καταγγελία αυτή ήταν σύννομη και επέφερε τα κατά νόμο αποτελέσματά της μετά πάροδο εξαμήνου από τότε που έλαβε χώρα, ήτοι την 3-7-2004, οπότε και λύθηκε η επίδικη σύμβαση με άμεση συνέπεια εκτός των άλλων την υποχρέωση της εναγομένης-μισθώτριας εταιρίας για απόδοση των επιδίκων μισθίων ακινήτων στον ενάγοντα εκμισθωτή. Κρίνοντας όμως, ως άνω το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ με το να δεχθεί μη προβληθέντα από τον ενάγοντα ισχυρισμό προς θεμελίωση του αιτήματος αποδόσεως των μισθίων καταστημάτων.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας.

ΙΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή εκάστης τούτων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299, 57, 59, 914 και 932 ΑΚ με το να μη λάβει υπόψη κατά τον καθορισμό της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως του εκμισθωτή το πταίσμα του δευτέρου των αναιρεσειόντων ως και το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως προβαλλόμενος από το δεύτερο των αναιρεσειόντων, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πλήρεις αποδοχές της πληττομένης αποφάσεως παρά μόνο επιλεκτικώς αποσπασματικές παραδοχές αυτής. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, Α) πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Ψ1, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων Β) Να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και Γ) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το μέρος που αφορά τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και μόνο ως προς την εταιρεία με την επωνυμία "Πετρογιάννης Μέταλλα ΑΕΒΕ", να παραπεμφθεί κατ΄άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις αναιρέσεως.

Απορρίπτει την από΄21 Ιουνίου 2005 αίτηση του Ψ1 για αναίρεση της 3136/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2005 αίτηση του δευτέρου των αναιρεσειόντων Χ1 για αναίρεση της 3136/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Αναιρεί την 3136/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών) για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το παραπάνω μέρος της. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εταιρίας το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ