403/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006 , με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated403/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 403 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 403/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006 , με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη.
Της αναιρεσίβλητης:Ε. συζύγου Ε. Μ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Γρηγοριάδου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5805/1997 μη οριστική,8192/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 586/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-7-2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 22-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1733 ΑΚ, όπου ορίζεται σχετικά με τη δημόσια διαθήκη που συντάσσεται από το συμβολαιογράφο, ότι "η πράξη πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και να βεβαιωθεί σ' αυτήν ότι αυτό έγινε", σαφώς συνάγεται ότι η ανάγνωση της πράξης από το συμβολαιογράφο συντάκτη της πρέπει να γίνεται προς το διαθέτη και συγχρόνως από την ίδια ανάγνωση να ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά τη σύνταξή της και όχι να γίνεται χωριστά για το διαθέτη και χωριστά για τα πρόσωπα που συμπράττουν .
Η σχετική με την ανάγνωσή της βεβαίωση στη διαθήκη δεν απαιτείται να γίνει με τρόπο πανηγυρικό ή με επανάληψη των λέξεων του νόμου, αλλ' αρκεί να συνάγεται από τη διαθήκη ότι τηρήθηκε η διατύπωση του νόμου, δηλαδή ότι διαβάστηκε η πράξη στο διαθέτη και συγχρόνως άκουγαν και τα συμπράττοντα πρόσωπα. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 1725 ως 1735 ΑΚ, που ορίζουν τις διατυπώσεις για τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης είναι κατά κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ώστε η μη τήρηση τους έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαθήκης.
Κατ' εξαίρεση μόνο ορισμένες διατάξεις έχουν δεοντολογικό χαρακτήρα και η παράβασή τους δεν ασκεί καμία επιρροή στο κύρος της διαθήκης (ΑΚ 1732 παρ. 2, 1737 παρ. 3 κ.τ.λ.). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής (περί ακυρότητας της 40133/8-3-1996, δημόσιας διαθήκης της Π. χήρας Σ.
Κ. που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Άργους Στυλιανού Προκοπίου, λόγω μη τήρησης της διάταξης του άρθρου 1733 παρ. 1 ΑΚ περί νόμιμης ανάγνωσης αυτής, δέχθηκε ότι στο κείμενό της αναγράφεται σχετικά: "...η οποία αναγνωσθείσα ευκρινώς και εντόνως εις επήκοον και των τριών συμπραττόντων μαρτύρων και βεβαιωθείσα νομίμως...".
Από τη διατύπωση αυτή της διαθήκης, κατά την κρίση του, το Εφετείο συνήγαγε ότι η πράξη διαβάστηκε στη διαθέτιδα ενώ άκουγαν τα συμπράττοντα πρόσωπα και βεβαιώνεται σ' αυτήν ότι αυτό έγινε. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη και την επικουρική βάση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1733 παρ. 1 ΑΚ, κατά το σχετικό βάσιμο δεύτερο λόγο της αναίρεσης, μέρος πρώτο, που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν βεβαιώνεται στην πράξη ότι η διαθήκη αναγνώστηκε στη διαθέτιδα και συγχρόνως άκουγαν και οι τρεις συμπράττοντες μάρτυρες με την υπάρχουσα δε διατύπωση ευνοείται η εκδοχή ότι έγινε η ανάγνωση εις επήκοο όλων των μαρτύρων, χωρίς να βεβαιώνεται ότι η πράξη διαβάστηκε στη διαθέτιδα σε επήκοο και εκείνων.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης, οπότε παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος και μόνο που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς τη βάση εκείνη στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το στο σκεπτικό της παρούσας αναφερόμενο μέρος της την 586/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση της από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ