Supreme Court dismisses appeal on public road status, citing vague grounds and factual evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision rejecting a claim for public ownership of a rural road. The appellants argued the lower court's reasoning was vague and contradicted itself regarding whether the disputed land was a private or public road. The court rejected these arguments, stating the appeal lacked sufficient detail to challenge the facts and improperly targeted the court's evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be specific and cannot target the court's evaluation of facts without citing violated substantive laws.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 402 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 402/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Ε. Μ., το γένος Ι. και Φ. Κ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Ι. και Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Σεμιτέκολο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Μ. και Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καλλίγερο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2012 αγωγή και την από 21-1-2012 ανακοίνωση δίκης των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κυθήρων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2092/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραΣ.καν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 2092/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 17/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, και μετά την εξαφάνισή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζοντας επί της αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείοντες επεδίωκαν την αναγνώριση αγροτικής - κοινοτικής οδού ως κοινόχρηστης και την άρση της προσβολής της προσωπικότητάς τους, με την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης που την έχει καταλάβει να αποδώσει σ αυτούς ελεύθερη τη χρήση της, απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, επομένως και οι αγροτικές, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στον Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε, συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1823/2014, ΑΠ 410/2013).
Ο επικαλούμενος την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή την αμνημόνευτου χρόνου παράδοση του ακινήτου σε κοινή χρήση πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η τώρα υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υφίσταται από χρόνου τόσου ώστε η γενεά ανθρώπων που ζει κατά την εισαγωγή του ΑΚ και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, κάθε μίας από αυτές νοούμενης και εκτεινόμενης επί 40 έτη, να μην γνώρισε διαφορετική κατάσταση (AΠ 1081/2019, ΑΠ 137/2015, ΑΠ 410/2013).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 παρ.2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.
Επίσης, το άρθρο 20 παρ.1 του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 περί σχεδίων πόλεων απαγορεύει τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων (ιδιωτικών οδών και πλατειών κ.λ.π.) με ιδιωτική βούληση. Από τον κανόνα όμως αυτό εισάγεται εξαίρεση στην παρ.3 του ίδιου άρθρου όσον αφορά τους κοινόχρηστους χώρους που σχηματίσθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την ισχύ του άρθρου αυτού, που ορίζεται από την ισχύ του ΒΔ της 4/16-1-1924 (ήτοι από 1-3-1924).
Έτσι, οι σχηματισθείσες με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρου αυτού ιδιωτικοί οδοί, διατηρούνται και μετά την ισχύ του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 και θεωρούνται κοινόχρηστοι χώροι για την εφαρμογή της πολεοδομικής εν γένει νομοθεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν διανοιχθεί και σχηματισθεί από τότε.
Εξάλλου, στο άρθρο 6 παρ.2 εδ.γ' (προτελευταίο) του N.720/1977 οριζόταν, ότι "ιδιωτικοί οδοί σχηματισθείσαι μέχρι της ισχύος του Ν.651/1977 και εμφαινόμεναι εις τοπογραφικά διαγράμματα κατατεθειμένα εις συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του Ν.651/1977 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικοί προς εξυπηρέτησιν των παρ'αυτούς αγροτεμαχίων", ενώ το άρθρο 43 παρ.7 του Ν. 1337/1983 ορίζει ότι "τα δύο τελευταία εδάφια της παρ.2 του άρθρου 6 του Ν.720/1977 καταργούνται" και το άρθρο 44 του ίδιου Ν. 1337/1983, ότι "η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως αγροτική και συνεπώς κοινόχρηστη, απαιτείται, αφενός να σχηματίστηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977 και αφετέρου να εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια, που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977, η ιδιότητα δε της οδού ως αγροτικής διατηρείται και μετά την ισχύ του Ν. 1337/1983, αφού αυτός δεν όρισε διαφορετικά.
Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Χαρακτηριστικό δε στοιχείο της κοινής χρήσεως είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσεως εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, αφού, όσο ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σ'αυτήν, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 444/2011).
Με τη/χρήση αυτή δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προοπορίζεται άμεση εξουσία επί του κοινοχρήστου, αλλά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμποδίσεως της εν λόγω χρήσεως και είναι προστατευτέο από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ.α' του ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον", (ΑΠ 1639/2018, ΑΠ 954/2017, 652/2016).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτήν προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται , σύμφωνα με τα παραπάνω, και όταν παρακωλυθεί η χρήση κοινόχρηστης οδού.
Ενόψει όμως του ότι η κατά το άρθρο 967 Α.Κ. κοινοχρησία δεν είναι άμεση εξουσία επί του πράγματος, αλλά αποτελεί απόρροια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, έπεται ότι ο τρόπος, με τον οποίο αυτή παρήχθη είναι αδιάφορος. Ως εκ τούτου, για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής, αρκεί το γεγονός, ότι το πράγμα που εμποδίζεται παράνομα να χρησιμοποιήσει ο ενάγων είναι κοινόχρηστη οδός (ΑΠ 1989/2014).Τέλος, για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, εφαρμογή είχε στα Κύθηρα ο Ιόνιος Πολιτικός Κώδικας και όχι το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, το οποίο όμως λειτουργούσε συμπληρωματικά.
Ειδικότερα, η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα ως θεσμός προβλεπόμενος υπό των γενικής ισχύος διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τύγχανε εφαρμογής και σε θέματα περί των οποίων δεν προέβλεπαν οι τοπικοί κώδικες, όπως εν προκειμένω ο Ιόνιος Πολιτικός Κώδικας (ΑΠ 262/1987). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.
α ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται, όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Επί πλέον, για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ) και η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον ως άνω από το άρθρο 560 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου (ΑΠ 913/2015, ΑΠ 289/2014, ΑΠ 491/2005).
Επίσης, κατά το εδ. β' του ίδιου αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015).
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 2157/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, ενός οικοπέδου που απαρτίζεται από περιβόλι, κήπο και στέρνα με την επάνω σε αυτό ισόγεια κατοικία εκτάσεως του όλου ακινήτου ...0 τ.
μ. περίπου {και κατά νεώτερη καταμέτρηση 1.186,70 τ.μ.}, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ... και συνορεύει ,σύμφωνα με τον κατωτέρω αναφερόμενο τίτλο κτήσης , γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ. Κ., κληρονόμους Ν. Κ. και δρομίσκο. Το παραπάνω ακίνητο οι ενάγοντες απέκτησαν με την με αριθμό .../1986 πράξη δωρεάς εν ζωή της συμ/φου Καλλιθέας...., νόμιμα μεταγεγραμμένης, με δωρεά από τον Ε.
Κ. του Γ. {θείο τους}. Το παραπάνω ακίνητο είχε αποκτήσει ο τελευταίος κατά το ανωτέρω ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Γ. Κ. του Ε., ο οποίος κατέλιπε την με αριθμό .../1963 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε από το συμ/φο Κυθήρων.... και δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Πειραιά.
Την κληρονομιά αυτή ο δικαιοπάροχος των εναγόντων αποδέχθηκε κατά το ανωτέρω ποσοστό με την με αριθμό .../1986 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ανωτέρω συμ/φου Καλλιθέας, η οποία έχει μεταγραφεί νομότυπα. Το ακίνητο αυτό στην προαναφερόμενη διαθήκη περιγράφεται από τον διαθέτη ως εξής: "Το σπίτι μου ισόγειον...
εντός του χωρίου ... , με στέρναν, περιβόλι, κήπον, φουρνόσπιτον και σταύλους , όλα ως ευρίσκονται, πλησίον Μ. Κ., κληρονόμων Ν. Κ. και δρομίσκου". Η εναγομένη - εκκαλούσα είναι κυρία ενός ακινήτου, στην ίδια ως άνω κοινότητα και ειδικότερα γωνιαίας παλαιάς οικίας αποτελούμενης εκ πέντε κυρίων δωματίων, κουζίνας, αποχωρητηρίου, αυλής μετά φουρνοσπίτου και μικράς αποθήκης, συνολικής εκτάσεως 200 τ.μ., που συνορεύει, σύμφωνα με τον κατωτέρω αναφερόμενο τίτλο κτήσης, γύρωθεν με αποθήκες Μ.
Τ. και Γ. Β., οικία Γ. Κ. και δρόμο εκ δύο μερών. Το παραπάνω ακίνητο η εναγομένη απέκτησε με την με αριθμό .../1968 πράξη δωρεάς εν ζωή της συμ/φου Κυθήρων ... νόμιμα μεταγεγραμμένης, με δωρεά από τον Μ. Κ. του Γ. {πατέρα της}. Το επίδικο είναι εδαφικό τμήμα ασύμμετρο και με μεταβλητό πλάτος που στο επισυναπτόμενο στην ένδικη αγωγή από 12.12.2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος - μηχανικού... , περιγράφεται περιμετρικά με τα στοιχεία … και έχει εμβαδόν 83,44 τ.μ., συνορεύει με την ανατολική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων και έχει στρωθεί με τσιμέντο.
Κατά τα λοιπά συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία εναγομένης {κύρια κατοικία}, δημοτική/κοινοτική οδό {ανατολικά}, ιδιοκτησίες κληρονόμων Τ., κληρονόμων Α. Β. και ιδιοκτησία εναγομένης {εξωτερικό αποχωρητήριο} και κοινοτικό δρομίσκο {νότια}. Το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται ανάμεσα στην κύρια κατοικία της εναγομένης από την μία πλευρά και το εξωτερικό αποχωρητήριο της ίδιας {εναγομένης} από την άλλη.
Η τελευταία ισχυρίζεται ότι είναι η αυλή της οικίας της ως περιγράφεται στους τίτλους της και ότι περιλαμβάνεται σε αυτούς. Από τους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων και συγκεκριμένα την προαναφερθείσα με αριθμό .../1986 πράξη δωρεάς και .../1986 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, προκύπτει ότι το ακίνητο που περιήλθε στην κυριότητα αυτών (εναγόντων) συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ.
Κ. {ήδη Ε. Σ., το γένος Μ. Κ.- εκκαλούσα}, κληρονόμους Ν. Κ. και δρομίσκο. Η αναφορά ενός μόνο δρομίσκου υποδεικνύει σαφώς τον αναφερόμενο ως "κοινοτικό δρομίσκο" με τον οποίο συνορεύει η ιδιοκτησία τους από το νότο και συγκεκριμένα κατά μήκος της πλευράς … του συνημμένου στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος, ο οποίος δεν "στρίβει" προκειμένου να συνεχίσει στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας των εναγόντων, ως ισχυρίζονται, αλλά συνεχίζει στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας κληρονόμων Τ.
κατά το ίδιο ως άνω τοπογραφικό ή κληρονόμων Α. Β. κατά το από Ιούλιο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χρήστου Τρακάδα που προσκομίζει η εναγομένη. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, πλην της ως άνω {από νότον} οδού/δρομίσκου, δεν προκύπτει ότι η ιδιοκτησία των εναγόντων συνορεύει και με άλλη οδό/δρομίσκο.
Περαιτέρω από τους τίτλους κτήσης της εκκαλούσας και των προκτητόρων της προκύπτει ότι αποκτά γωνιαία παλαιά οικία αποτελούμενη εκ πέντε κυρίων δωματίων, κουζίνας, αποχωρητηρίου , αυλής μετά φουρνοσπίτου και μικράς αποθήκης, συνολικής εκτάσεως 200 τμ. που συνορεύει γύρωθεν με αποθήκες Μ. Τ. και Γ. Β., οικία Γ.
Κ. και δρόμο εκ δύο μερών . Οι δύο δρόμοι που ορίζουν την "γωνιαία" παλαιά οικία δεν είναι άλλοι από τις δύο δημοτικές/κοινοτικές οδούς με τις οποίες συνορεύει η ιδιοκτησία της εναγομένης βόρεια και ανατολικά και καθορίζουν τη θέση της κατοικίας ως γωνιαίας. Εξάλλου εάν το επίδικο εδαφικό τμήμα όριζε ως δρόμος την ιδιοκτησία που απέκτησε η εναγομένη {και μάλιστα χωρίς το προαναφερθέν αποχωρητήριο αφού οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν περιλαμβάνεται στους προαναφερθέντες τίτλους της}, τότε αυτή {ιδιοκτησία} δεν θα συνόρευε με αποθήκες Μ.
Τ. και Γ. Β.. Περαιτέρω, και αναφορικά με το προαναφερθέν εξωτερικό αποχωρητήριο εμβαδού 15 τμ ουδόλως αποδείχθηκε ότι δεν είναι το αναφερόμενο στον τίτλο της εναγομένης και ότι απέκτησε αυτό με κάποιο τρόπο {πώληση ή δωρεά} όπως αόριστα αναφέρουν οι μάρτυρες των εναγόντων {βλ. κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του μάρτυρος απόδειξης: "...
στο χώρο αυτό υπάρχει εξωτερική τουαλέτα του σπιτιού της Σ.. Έχω ακούσει ότι την απόκτησε από άλλον... δεν ξέρω πως την έχει αποκτήσει"} από τον απώτερο δικαιοπάροχο όμορης ιδιοκτησίας. Αντιθέτως, είναι το περιγραφόμενο στον προαναφερθέντα τίτλο της και ήταν σύνηθες κατά τις παλαιότερες εποχές το αποχωρητήριο να βρίσκεται έξω από την κύρια κατοικία, συνήθως στον ακάλυπτο χώρο {αυλή} της ιδιοκτησίας και βέβαια όχι σε κοινόχρηστους χώρους ή άλλα οικόπεδα.
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η αυλή που αναφέρει ο τίτλος της εναγομένης είναι ο εξώστης της κύριας κατοικίας της που βρίσκεται ανατολικά στην πλευρά που συνορεύει με την δημοτική/κοινοτική οδό αλλά ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα αυτού του ισχυρισμού. Ειδικότερα , πέραν του ότι ο συγκεκριμένος εξώστης έχει εμβαδόν μόνον 5 τ.μ.
η συνολική έκταση της ιδιοκτησίας της εναγομένης {την οποία δηλώνει στο Ε9 ήδη από το 2005} όπως προκύπτει κατά νεώτερη καταμέτρησή της από το προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα που προσκομίζει ανέρχεται σε 253,11 τ.μ. με συνολικό εμβαδόν κτισμάτων 159,22 τ.μ. {143,69 τμ κύρια κατοικία και 15,53 τμ το αποχωρητήριο}. Εάν η ιδιοκτησία που περιγράφεται στον τίτλο της αποτελούνταν μόνο από την κύρια κατοικία και τον εξώστη δεν θα εξαντλούσε ούτε τα 200 τμ του τίτλου της.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το επίδικο εδαφικό τμήμα συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης της εκκαλούσας - εναγομένης. Περαιτέρω στο επίδικο τμήμα τόσο η εναγομένη όσο και ο δικαιοπάροχος της ασκούσαν πράξεις νομής. Ειδικότερα ο δικαιοπάροχος της πατέρας της το έστρωσε με τσιμέντο {πριν ακόμη να τσιμεντοστρωθεί η εξ ανατολάς δημοτική-κοινοτική οδός} και άνοιξε δύο βόθρους με σκέπαστρα που εξυπηρετούν την κατοικία τους πριν το 1960, είχαν φτιάξει κρεβατίνες με κλήματα, είχαν γλάστρες, άπλωναν ρούχα σχεδόν μόνιμα το καλοκαίρι, είχαν έξω τραπέζια και καρέκλες, άπλωναν σύκα και ντομάτες και αλάτι που καθάριζαν από τις αλαταριές...
Ενισχυτικά στοιχεία των προαναφερθέντων προκύπτουν από τους διατυπωθέντες ισχυρισμούς και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κατά την - σε ανύποπτο χρόνο - δικαστική διαμάχη μεταξύ των γειτονικών ιδιοκτησιών Μ. Τ. και Α. συζ. Γ. Β. {στον τίτλο της εναγομένης προσδιορίζονται ως αποθήκες Μ. Τ. και Γ. Β.}.
Ειδικότερα στην από 8.12.1991 αγωγή του κατά της αδελφής του Α. συζ. Γ. Β., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κυθήρων , ο Μ. Τ. προσδιορίζει την ιδιοκτησία του [αναφέροντας ως απώτερο δικαιοπάροχο του τον Πέτρο Ι. Κ.] ως συνορεύουσα βόρεια με ιδιωτικό δρόμο και πέρα από αυτόν με ιδιοκτησία Γ. Σ. {και παλαιότερα Μιχ. Κ.}, ήτοι το επίδικο φέρεται ως ιδιωτική οδός.
Στις από 25.3.1992 προτάσεις του σχολιάζων την διενεργηθείσα από τον δικάσαντα Ειρηνοδίκη αυτοψία του εκεί επιδίκου, ο Μ. Τ. αναφέρει ότι πέραν του αποχωρητηρίου ιδιοκτησίας Ε. Σ. [εδώ εκκαλούσας] υπάρχει ιδιωτικός δρόμος, ο οποίος ουσιαστικά δεν είναι δρόμος αλλά αυλή (με λουλούδια, γλάστρες, τσιμεντένια καθίσματα κ.λ.π.) συνεχόμενης οικίας ιδιοκτησίας της ίδιας (Ε.
Σ.). Αλλά και στην από 19.5.1992 έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ο επίδικος ως "τσιμεντοστρωμένος χώρος πλάτους κειμένου 1,5-2,5 μ.". Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι από το .../1953 συμβόλαιο του συμ/φου Κυθήρων... το οποίο περιγράφει τη γειτονική ιδιοκτησία Σ. Κ. εγγονής της αρχικής δικαιοπαρόχου της Α. Β. και με το οποίο απέκτησε η τελευταία την ιδιοκτησία αυτή που περιγράφεται ως "Έναν ερειπωμένον σταύλον μετά της αυλής του με εντός αυτής εν συκόδενδρον και εν αμυγδαλόδενδρον, κείμενον εντός του αυτού χωρίου ...
των Κυθήρων και συνορευόμενον γύρωθεν με κοινοτικάς οδούς, διαχωριζόμενον δε εις δύο τμήματα δια της εις το μέσον αυτού ευρισκομένης αποθήκης του Π. Ι. ιερ. Κ." προκύπτει ότι οι κοινοτικές οδοί του τίτλου είναι η επίδικη και η εκ του νότου συνορεύουσα με την ως άνω γειτονική ιδιοκτησία [Β.] ως και με την ιδιοκτησία Τ.
στην οποία [οδό] έχουν είσοδο. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως προκύπτει και από το από Αύγουστο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα της ιδιοκτησίας Α. Κ. [πρώην ιδιοκτησία Μ. Τ.] του αγρονόμου-τοπογράφου- μηχανικού Κ. Κ.... η ιδιοκτησία Β., χωρίζεται σε δύο τμήματα από την ιδιοκτησία Τ., συνορεύει δε ανατολικά με κοινοτική οδό και νότια με κοινοτικό δρομίσκο, ουδόλως δε προκύπτει εκ των ανωτέρω ότι η περιγραφή αναφέρεται στο επίδικο.
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ακόμη ότι η αναφερόμενη στον ως άνω τίτλο αποθήκη Π. Ι. ιερ. Κ., ταυτίζεται με το εξωτερικό αποχωρητήριο της εναγομένης και ότι, συνεπώς, αυτό δεν μπορεί να είναι το αναφερόμενο στον τίτλο της [εναγομένης]. Όπως, όμως, εκτέθηκε παραπάνω, ο Πέτρος Ι. Κ.ς ήταν ο δικαιοπάροχος του Ν. Π.
Κ., ο οποίος με άτυπη δωρεά κατέλιπε, όχι το αποχωρητήριο των 15 τμ., με το οποίο ουδεμία σχέση είχε, αλλά την ως άνω αποθήκη εμβαδού περί τα 50 τμ στον Μ. Τ.. Περαιτέρω οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα-λωρίδα είχε παραδοθεί στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων χρόνων με αμοιβαίες παραχωρήσεις των εκάστοτε παρόδιων ιδιοκτητών και χρησιμοποιείτο από όλους τους κατοίκους της κοινότητας, οι οποίοι διέρχονταν από αυτή με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν δημόσια οδό και από περίοικους ιδιοκτήτες για να μεταβαίνουν στις ιδιοκτησίες τους.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα - λωρίδα αποτελεί κοινόχρηστη οδό, αφού κανείς από τους μάρτυρες απόδειξης κατέθεσε ότι γνωρίζει από ιδία αντίληψη ή από διηγήσεις παλαιοτέρων ότι χρησιμοποιούνταν σαν τέτοια από τόσο παλιά, υπό την έννοια ότι διέρχονταν από αυτήν αόριστος αριθμός προσώπων για χρονικό διάστημα ογδόντα τουλάχιστον ετών μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και ότι οι κάτοικοι του οικισμού διέρχονταν από αυτήν ανενόχλητα με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν κοινόχρηστη οδό, χωρίς οι ιδιοκτήτες των παρακείμενων ιδιοκτησιών να προβάλλουν οποιοδήποτε εμπόδιο ή να αμφισβητήσουν το χαρακτήρα της ως κοινόχρηστης.
Αντίθετα, εξυπηρετούσε αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της και όχι τις ανάγκες των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής. Λόγω μάλιστα των καλών- παλαιότερα- σχέσεων των οικογενειών των διαδίκων, διέρχονταν και οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους από το επίδικο εδαφικό τμήμα [και πάντως όχι από τη νότια είσοδο του επιδίκου, τουλάχιστον μετά το 1982 οπότε και την απέκλεισε η εναγομένη με φράχτη από παλέτες], προκειμένου να μεταβούν στην ιδιοκτησία τους, η οποία έχει είσοδο τόσο ανατολικά μέσω της ως άνω επίδικης αυλής, όσο και νότια μέσω κοινοτικού δρομίσκου, ο οποίος οδηγεί με τη σειρά του στην δημοτική-κοινοτική οδό ...
Βέβαια, η περιστασιακή διέλευση από το επίδικο των ιδιοκτητών όμορων ακινήτων ή και τρίτων ακόμη δεν μπορεί να αποκλεισθεί, πλην όμως η διέλευση αυτή δεν ήταν συστηματική και δεν αποδείχθηκε ότι γινόταν με την πεποίθηση ότι διέρχονταν από κοινόχρηστη οδό. Τα παραπάνω προκύπτουν και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης των εφεσιβλήτων ...
ο οποίος κατέθεσε: "...ρωτώντας έμαθα , ότι ο επίδικος δρόμος εχρησιμοποιείτο για να πάνε στα χωράφια που είναι πιο πίσω...." χωρίς όμως να αναφέρει από ποιους ή πόσους ή πότε χρησιμοποιείτο "... οι παλέτες μπήκαν στη ΝΑ είσοδο του επιδίκου από τον Σ. πριν από 7-8 χρόνια. Δεν εμπόδιζαν γιατί δεν περνούσε κανένας απ'αυτή την είσοδο...".
Δεν ξέρω αν περνούν από τον επίδικο δρόμο άλλοι", " ...Δεν έχω ακούσει να διαμαρτύρεται άλλος, που δεν χρησιμοποιείται ο επίδικος δρόμος..." και, αναφορικά με την είσοδο με παραστάδες της ιδιοκτησίας των εναγόντων από την επίδικη αυλή, "...θα μπορούσε στην είσοδο αυτή με τις παραστάδες να οδηγεί και δουλεία διόδου...".
Εξάλλου και οι λοιποί μάρτυρες απόδειξης, ονομαστικά αναφέρονται μόνον σε κάποιον Π. Σ. ή Κυβερνήτη που διέρχονταν από το επίδικο, μόνον δε η μάρτυρας Μ. Μ. καταθέτει...ότι... "Γνωρίζω λοιπόν ότι ο χώρος μπροστά από την ιδιοκτησία Μ. ήταν πάντοτε ανοικτός σε όλους χωρίς πόρτα και αποτελούσε τμήμα κοινόχρηστου δρόμου που από τον κεντρικό δρόμο οδηγούσε στην ιδιοκτησία αυτή αλλά και σε άλλα χωράφια πέρα από αυτά, αγροτικά κυρίως.
Θυμάμαι πολύ καλά ότι ένα από αυτά ανήκε τότε στον Π. Σ. ή Κυβερνήτη όπως ήταν γνωστός, ο οποίος ήταν χασάπης και είχε πάντα ζώα. Αυτός λοιπόν περνούσε πάντοτε με τα ζώα του και πήγαινε στο χωράφι του που ήταν παρακάτω. Επίσης εμείς όλοι και άλλοι χωριανοί από αυτό το δρόμο πηγαίναμε παρακάτω... Η ιδιοκτησία της ήταν μόνο όσο εκτείνεται το σπίτι της, και ουδέποτε εγώ και οι δικοί μου είχαμε αντιληφθεί ότι θεωρεί η εναγομένη και οι δικοί της ότι ο χώρος αυτός είναι αυλή της ή χρησιμοποιεί αυτόν ως αυλή η αξιοπιστία τους όμως [των ως άνω μαρτύρων απόδειξης] ελέγχεται και ειδικότερα η μάρτυρας απόδειξης Μ.
Μ. καταθέτει ότι το σπίτι της εναγομένης "...είχε παλαιά τουαλέτα εσωτερικά , μέσα στο βάθος και πολύ αργότερα κατασκευάσθηκε εξωτερικά μία τουαλέτα που έχει είσοδο από τον επίδικο δρόμο...", η μάρτυρας απόδειξης Μ. Κ. καταθέτει για το ίδιο θέμα : "...θυμάμαι πολύ καλά ότι όσα χρόνια διέμενα εγώ στο σπίτι αυτό του παππού μου δεν υπήρχαν βόθροι αλλά για την ανάγκη μας χρησιμοποιούσαμε τους παρακείμενους στάβλους", ενώ η μάρτυρας απόδειξης Ε.
Ρ., καταθέτει για το ίδιο θέμα: "... στο ίδιο τμήμα του επίδικου δρόμου , έβλεπε και μία ιδιοκτησία του γνωστού στο χωριό ως παπά - Θεοδωρή, από τον οποίο κληρονόμησε η Β. τις παρακείμενες ιδιοκτησίες . Αυτός έδωσε (δεν ξέρω με δωρεά ή με πώληση) ένα δωμάτιο που έβλεπε στο τμήμα αυτό και αυτό το χώρο διαμόρφωσε ως τουαλέτα σήμερα...".
Ενώ η μάρτυρας απόδειξης Μ. Μ., η οποία ερχόταν μετά το 1962 κάθε καλοκαίρι στο χωριό, καταθέτει, ως προαναφέρθηκε, ότι "... και ουδέποτε εγώ και οι δικοί μου είχαμε αντιληφθεί ότι θεωρεί η εναγομένη και οι δικοί της ότι ο χώρος αυτός είναι αυλή της, ή να χρησιμοποιεί αυτόν ως αυλή..." και ότι "... ποτέ δεν είδα τη μητέρα της εναγομένης να χρησιμοποιεί τον επίδικο δρόμο ως αυλή για να κάθονται ή να απλώνουν ρούχα", η μάρτυρας απόδειξης Μ.
Κ. καταθέτει ότι ".... Όσο για τον ισχυρισμό ότι στους γύρω τοίχους απλώνονταν ρούχα κ.λ.π. είδη, αυτή είναι μια ήταν μία μακρά συνήθεια στα Κύθηρα και φυσικά τότε οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν άδολες και υγιείς και δεν σήμαινε φυσικά η παροδική και ευκαιριακή αυτή χρήση προβολή και καθιέρωση δικαιωμάτων στους τοίχους αυτούς και στα ακίνητα.
Γεγονός είναι ότι λόγω της ιδιομορφίας του επίδικου τμήματος σταδιακά η οικογένεια της εναγομένης διαμόρφωσε αυτό το τμήμα σαν αυλή, με κατασκευές και χρήση σαν αυλή...". Η κρίση του Δικαστηρίου περί του μη κοινοχρήστου χαρακτήρα της οδού ενισχύεται και από την με ημερομηνία 3.8.2012 και με αριθμό πρωτ. ... έγγραφη απάντηση του Δήμου Κυθήρων στην εκκαλούσα, όπου αναφέρεται ότι από τα στοιχεία που διαθέτει δεν προκύπτει ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι δημοτικός ή κοινοτικός δρόμος.
Άλλωστε, και στο από Αύγουστο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα της ιδιοκτησίας Α. Κ. {πρώην ιδιοκτησία Μ. Τ.} του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Κ. Κ. το επίδικο εδαφικό τμήμα αναφέρεται ως οδός ιδιωτική και όχι κοινοτική ή κοινόχρηστη. Περαιτέρω, η εναγομένη απέκλεισε τις δύο εισόδους της επίδικης αυλής της, και συγκεκριμένα την ανατολική περί το 1997 με ξύλινη αυλόπορτα {χωρίς να κλειδώνει} και την νότια περί το 1982 με φράκτη από παλέτες, οι οποίες αντικαταΣ.καν περί το 2011 με σιδερένιες πόρτες.
Με βάση τα παραπάνω ,όμως, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου με κάποιο νόμιμο τρόπο και ειδικότερα είτε με το ρυμοτομικό σχέδιο είτε με νομότυπη δικαιοπραξία είτε τέλος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, και δεν αποδείχθηκε ότι γινόταν χρήση του από αόριστο αριθμό προσώπων για να δύναται να γίνει λόγος για ακόμη και για κοινόχρηστη ιδιωτική οδό, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι είναι αγροτική/κοινοτική οδός ούτε ότι η εναγομένη και οι δικαιοπάροχοι της άφησαν το επίδικο εκτεθειμένο για πολύ χρόνο στην κοινή χρήση, κατά συνέπεια οι ενέργειες της εναγομένης επ' αυτού δεν προσέβαλαν την προσωπικότητα των εναγόντων..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, έκανε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, δικάζοντας επί αυτής, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι μόνοι τρόποι απόκτησης του χαρακτήρα κοινοχρήστου είναι είτε ο καθορισμός δυνάμει ρυμοτομικού σχεδίου, είτε η νομότυπη μεταγεγραμμένη δικαιοπραξία, είτε η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, παρέλειψε να εφαρμόσει , ενώ ήταν εφαρμοστέες ,τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 3 του ν.δ.
της 17- 7/16.8.1923 , σύμφωνα με τις οποίες ,οι ιδιωτικές οδοί που σχηματίσθηκαν ως κοινόχρηστοι χώροι με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την ισχύ του άρθρου αυτού, που ορίζεται από την ισχύ του ΒΔ της 4/16-1-1924 (ήτοι από 1-3-1924), οι οποίες, διατηρούνται και μετά την ισχύ του ΝΔ της 17.7/16.8.1923, θεωρούνται κοινόχρηστοι χώροι για την εφαρμογή της πολεοδομικής εν γένει νομοθεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν διανοιχθεί και σχηματισθεί από τότε, και έτσι έκρινε λανθασμένα, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν ήταν κοινόχρηστο, ενώ, αν τις είχε εφαρμόσει, θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα, ότι τούτο (επίδικο) είχε προσλάβει την ιδιότητα του κοινοχρήστου προ της 1.3.1924, την οποία και διατήρησε στη συνέχεια.
Με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1337/1983, του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.720/1977 και του Ν. 651/1977, από τις οποίες προκύπτει, ότι η οδός που σχηματίσθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 651/1977 και εμφαίνεται ως ιδιωτική σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια, που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χαρακτηρίζεται ως αγροτική και συνεπώς κοινόχρηστη, ιδιότητα η οποία διατηρείται και μετά την ισχύ του Ν. 1337/1983, αφού αυτός δεν όρισε διαφορετικά.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 περί σχεδίων πόλεων, καθώς και τις διατάξεις του Ν. 1337/1983, του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 720/1977 και του Ν. 651/1977, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση. Τούτο δε, διότι, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 1 του ΝΔ της 17.7./16.8.1923 προϋποθέτει ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ήταν κοινόχρηστος χώρος που δημιουργήθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την 1.3.1924, ώστε να διατηρηθεί και έκτοτε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του, η δε εφαρμογή των λοιπών ως άνω διατάξεων προϋποθέτει, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ήταν οδός που δημιουργήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 651/1977 και εμφαίνεται ως ιδιωτική σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια τα οποία καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, ώστε να χαρακτηρισθεί αγροτική και συνεπώς κοινόχρηστη.
Πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε στις παραδοχές της, σύμφωνα με τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι λόγοι αναιρέσεως, ότι για το επίδικο εδαφικό τμήμα συνέτρεχαν οι ως άνω προϋποθέσει ώστε να χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστη οδός. Αντίθετα, με τις παραδοχές της ίδιας έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης της αναιρεσίβλητης και εξυπηρετούσε αποκλειστικά τις ανάγκες της ίδιας και των δικαιοπαρόχων της και όχι τις ανάγκες των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, και ότι ουδέποτε αποτέλεσε κοινόχρηστη οδό, δημιουργούμενη με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.
Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ενισχυτικό στοιχείο του ως άνω αποδεικτικού της συμπεράσματος, αποτελεί και το γεγονός ,ότι στην, σε ανύποπτο χρόνο, δικαστική διαμάχη μεταξύ όμορων ιδιοκτητών της αναιρεσίβλητης, ο εξ αυτών Μ. Τ. προσδιορίζει στη σχετική από 8.12.1991 αγωγή του το επίδικο τμήμα ως ιδιωτική οδό, δεν υποδηλώνει ότι αυτή (αναιρεσιβαλλόμενη) δέχεται την ιδιότητα τούτου ως ιδιωτικής οδού, πολύ δε περισσότερο ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις των ως άνω διατάξεων, ώστε να καταστεί αγροτική και κατά συνέπεια κοινόχρηστη.
Με τα δεδομένα αυτά ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο και τρίτο σκέλη του, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένων προϋποθέσεων. Επίσης, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που σχετίζονται με την προβλεπόμενη από το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, τις οποίες, κατά την αιτίαση των αναιρεσειόντων, δεν εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που διέλαβε στις παραδοχές της αρκούσαν για την εφαρμογή τους, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία προς τούτο.
Ειδικότερα, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες ότι, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, εκτός από τη διέλευση των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους από το επίδικο εδαφικό τμήμα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η διέλευση και άλλων ιδιοκτητών ομόρων ακινήτων, και τρίτων από αυτό, διαλαμβάνοντας έτσι στις παραδοχές της περιστατικά τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή των διατάξεων της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, εσφαλμένα δεν τις εφάρμοσε, αλλά συμπεριέλαβε στις παραδοχές της, πως η διέλευση των ως άνω προσώπων από το επίδικο εδαφικό τμήμα, δεν γινόταν με την πεποίθηση των διερχομένων ότι αυτοί διέρχονται από κοινόχρηστη οδό, απαιτώντας έτσι το επί πλέον αυτό στοιχείο για την εφαρμογή τους.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε και δέχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, διότι δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διαλαμβανόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που σχετίζονται με την προβλεπόμενη από το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, σύμφωνα με τις οποίες, η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946).
Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε :α) ότι η διέλευση των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους γινόταν από το επίδικο εδαφικό τμήμα παλαιότερα, εξαιτίας των καλών σχέσεων που είχαν τότε μεταξύ τους οι οικογένειες των διαδίκων, β) ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η περιστασιακή διέλευση από αυτό των ιδιοκτητών ομόρων ακινήτων ή και τρίτων ακόμη, πλην όμως η διέλευση αυτή δεν ήταν συστηματική και γ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα - λωρίδα αποτελεί κοινόχρηστη οδό, η οποία χρησιμοποιούνταν ως τέτοια από παλαιά, υπό την έννοια, ότι δεν αποδείχθηκε, η διέλευση από αυτήν αορίστου αριθμού προσώπων για χρονικό διάστημα ογδόντα τουλάχιστον ετών μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ούτε ότι οι κάτοικοι του οικισμού διέρχονταν από αυτήν ανενόχλητα, χωρίς οι ιδιοκτήτες των παρακείμενων ιδιοκτησιών να προβάλλουν οποιοδήποτε εμπόδιο ή να αμφισβητήσουν το χαρακτήρα της ως κοινόχρηστης, περιστατικά δηλαδή τα οποία αρκούσαν για την παραδοχή της ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα.
Η πρόσθετη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η σε κάθε περίπτωση, "περιστασιακή" και "μη συστηματική", διέλευση των ως άνω προσώπων (αναιρεσειόντων, δικαιοπαρόχων τούτων και τρίτων ) από το επίδικο εδαφικό τμήμα, δεν γινόταν με την πεποίθηση των διερχομένων ότι αυτοί διέρχονται από κοινόχρηστη οδό, είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού από το Εφετείο προς ενίσχυση της κρίσης του περί του ότι τούτο (επίδικο) δεν κατέστη κοινόχρηστη οδός με το νόμιμο τρόπο της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας και όχι ως ένα επί πλέον στοιχείο, το οποίο απαίτησε το δικαστήριο για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Κατά συνέπεια ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τα όσα διαλαμβάνονται στο δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Τέλος, με το τέταρτο σκέλος του ίδιου λόγου, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, άλλως παρερμήνευσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που απορρέουν από κανόνες δικαίου και διατάξεις της πολεοδομικής - κτηριοδομικής νομοθεσίας.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των διατάξεων του Ιόνιου Αστικού Κώδικα που ίσχυε στα Επτάνησα, μεταξύ των οποίων και τα Κύθηρα, από 1/12.5.1841, μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), και της διάταξης του άρθρου 121 παρ. 1 του π.δ. 3.4/22.4.1929 και με τη μνεία ότι από το συνδυασμό τούτων προκύπτει ότι απαγορευόταν η κατασκευή παραθύρων ή θυρών σε ομότοιχο, δηλαδή η διάνοιξη ανοιγμάτων προς ξένη ιδιοκτησία, επιτρεπομένης μόνο της συστάσεως δουλείας στους μεσότοιχους και στους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου που ανεγείρονται σε επαφή με το κοινό όριο των ιδιοκτησιών και καθορίστηκε ότι τα υφιστάμενα στο σημείο αυτό παράθυρα κλείνονται κατόπιν δικαστικής απόφασης και ότι η απαγόρευση αυτή επαναλήφθηκε και με τις μνημονευόμενες στο αναιρετήριο μεταγενέστερες διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Οργανισμού (ΓΟΚ) και των αποφάσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ, αιτιώνται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να μη δεχθεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής έκτασης, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας καθώς και τους κανόνες του εθιμικού δικαίου που απορρέουν από τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Συγκεκριμένα, κατά τους αναιρεσείοντες, "από την εθιμική απαγόρευση διάνοιξης ανοιγμάτων σε τοίχους που διαχωρίζουν ιδιοκτησίες, η οποία δημιουργήθηκε από μακροχρόνια και ομοιόμορφη εφαρμογή με συνείδηση δικαίου..." καθώς και εκ των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, οι οποίες είχαν θεσπισθεί με "στόχο τη διασφάλιση του αθέατου και μη προσπελάσιμου στους τρίτους του ιδιωτικού χώρου", προκύπτει "αδιαστίκτως", ότι και η έξοδος οικίας δεν επιτρέπεται και δεν μπορεί να κατασκευάζεται έτσι ώστε, οι ιδιοκτήτες της να διέρχονται μέσω της αυλής όμορης οικίας, ούτε αυτή η αυλή να χρησιμοποιείται από τρίτους και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι η οικία των αναιρεσειόντων έχει την είσοδο της μέσω της επίδικης αυλής της εναγομένης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 εδ.
β'ΚΠολΔ, ενώ, εάν είχε λάβει υπόψη της "τα ανωτέρω διδάγματα της κοινής πείρας και είχε ερμηνεύσει ορθά τους ως άνω κανόνες δικαίου και είχε υπαγάγει το πραγματικό περιστατικό της από ανεγέρσεως της οικίας..." τους " κατασκευής της κυρίας εισόδου της, επί του επίδικου εδαφικού τμήματος μέσω του οποίου αποκλειστικά ..." αποκτούν είσοδο σε αυτήν, όφειλε να αποδεχθεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της ένδικης λωρίδας..." και να δεχθεί την αγωγή τους.
Τα ανωτέρω αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά αφορούν σε απαγορεύσεις πολεοδομικού χαρακτήρα, που προβλέπονται ευθέως από το νόμο, όπως τις ως άνω διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα, που ίσχυσε στα Επτάνησα μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, τις πολεοδομικές διατάξεις και γενικά οι διατάξεις της νομοθεσίας περί κτιρίων, δηλαδή κανόνες δικαίου, τους οποίους, άλλωστε, ως μη έχοντες ουδεμία σχέση με το επίδικο ζήτημα εάν η διεκδικούμενη από τους διαδίκους εδαφική λωρίδα απέκτησε ή μη την ιδιότητα κοινόχρηστης οδού με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, δεν εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση ούτε προέβη στην ερμηνεία τους ή στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτούς και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω τέταρτο σκέλος του είναι απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.
Η αοριστία αυτή που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, που ταυτίζεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 901/2020, ΑΠ 287/2028, ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. (ΑΠ 965/2020, ΑΠ 439/2020, ΑΠ 948/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι αυτή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του κοινόχρηστου ή μη χαρακτήρα του επίδικου εδαφικού τμήματος, ενώ δέχεται ότι τούτο εξυπηρετούσε αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της και όχι τις ανάγκες των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, στη συνέχεια δέχεται "εντελώς αντιφατικά", ότι από το επίδικο εδαφικό τμήμα διέρχονταν και οι αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, αλλά και άλλοι όμοροι ιδιοκτήτες, καθώς και τρίτοι χωρίς να έχουν την πεποίθηση ότι διέρχονται από κοινόχρηστη οδό, και ότι αναφερόμενη στα αποδειχθέντα περιστατικά σε άλλη δίκη όμορων ιδιοκτητών, διαλαμβάνει στο σκεπτικό της την παραδοχή, ότι "ενισχυτικά στοιχεία" των όσων έχει δεχθεί ως αποδειχθέντα προκύπτουν "κατά την - σε ανύποπτο χρόνο - διαμάχη μεταξύ των γειτονικών ιδιοκτησιών Μ.
Τ. και Α. συζ. Γ. Β. ... , ήτοι το επίδικο φέρεται ως ιδιωτική οδός", δέχεται δηλαδή, κατά την αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελούσε ιδιωτική οδό. Επί πλέον, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεχόμενη ότι οι διερχόμενοι από το επίδικο εδαφικό τμήμα όμοροι ιδιοκτήτες και τρίτοι δεν είχαν την πεποίθηση ότι διέρχονται από κοινόχρηστη οδό, δεν αιτιολογεί "που οφείλεται η έλλειψη πεποιθήσεως περί του κοινοχρήστου ή μη του επιδίκου τμήματος ακινήτου και βάσει ποιων στοιχείων δικαιολογείται η κρίση .." της αυτή.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι, εκτός από την έλλειψη μνείας των φερομένων ως παραβιασθέντων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, οι αναιρεσείοντες αναφέρουν κατ'επιλογή τους όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης και όχι όλες οι κρίσιμες παραδοχές της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η αντίφαση που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες, διατακτικό.
Ανεξαρτήτως τούτων δε, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και επειδή, κατά τα ως άνω, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 13.12.2019 αίτηση των Α.
συζ. Ε. Μ. και Γ. Κ. για αναίρεση της 2092/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραΣ.κε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.12.2019 αίτηση των Α. συζ. Ε. Μ. και Γ. Κ. για αναίρεση της 2092/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ