Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding insufficient reasoning and fact-finding review limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn first-instance judgments against Eurobank and other Greek banks. The court ruled that the specific grounds cited by the appellants did not constitute valid reasons for appeal under the Civil Procedure Code at the time. Furthermore, the court determined that the alleged errors involved the trial court's discretionary assessment of facts, which is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 561 of the Civil Procedure Code; Appeals against first-instance judgments are inadmissible if grounds do not fall within statutory limits or if they challenge the trial court's non-reviewable factual assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 402 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 402/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Α. και 2) Ν. Π., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζαχαρούλα Τσιρτσίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «EUROBANK ERGASIAS ΑΕ» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ - ΑΤΕ BANK» και ήδη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑTTICA BANK ATE», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και
6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 06.11.2020 δήλωση, καθώς και στις από 16.11.2020 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωφό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ασκεί αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ως διαχειρίστρια απαιτήσεων και ως εντολοδόχου, ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ενώ οι 2η, 3η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 08.06.2012 και 21.01.2013 αιτήσεις των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 06.08.2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης - προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές.
Θετικές προϋποθέσεις είναι (α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 ΚΠολΔ), (β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558), (γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 παρ. 1), (δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και (ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της• ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι (α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555), (β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και (γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1486/2014).
Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή, κατά τύπους, η έφεση και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1446/2018).
Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 901/2013, ΑΠ 617/2014).
Τέλος, κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, «αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης» (άρθρ. 321 ΚΠολΔ). Κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ’ αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 845/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 06.08.2018 (αρ. κατ. 4/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 266/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης και η υπ' αριθμ. 202/2015 οριστική απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 «ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων»). Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 202/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, έγινε δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 05.01.2015 (αρ. κατ. 29/Ε.Μ/10/2015) έφεση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων.
Συνεπώς, μετά την απόρριψη της έφεσης των αναιρεσειόντων κατ’ ουσίαν, η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και εκ του λόγου αυτού η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται απαράδεκτα και κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Εκτός τούτου όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η αίτηση αναίρεσης έχει κατατεθεί μόνο στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (ήτοι του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης), στις 07.08.2018 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 4/2018. Επομένως και για το λόγο αυτό η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) και αυτεπαγγέλτως, διότι δεν έχει κατατεθεί και στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 566 αρ. 2 σε συνδ. 577 παρ. 1 και 2 ΚπολΔ). Επιπροσθέτως, η αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης είναι απαράδεκτη και ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, αφού από την δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως (15.07.2014), μέχρι την άσκηση της αναιρέσεως (07.08.2018) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας (άρθρο 564 ΚπολΔ).
Επισημαίνεται επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (202/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης) είχε εκδοθεί ερήμην της τέταρτης εφεσίβλητης ήδη αναιρεσίβλητης ΑLPHA BANK AE και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Η ανωτέρω ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη ήταν δικονομικώς παρούσα (παρασταθείσα δια του πληρεξουσίου της), στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της κατ’ έφεση δίκης οπότε η υπόθεση είχε αναβληθεί και επομένως μη παρασταθείσα στη μετ’ αναβολή συζήτηση δικάστηκε, σαν να ήταν παρούσα (άρθρα 310 παρ.2, 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' και 764 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ). Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010 δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά απόφασης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του ανωτέρω νόμου και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την Αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
γ' και δ' ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως. (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 06.08.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 266/2014 οριστικής αποφάσεως Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης και 202/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», είχε προσδιοριστεί για τη δικάσιμο της 18.10.2019 και μετά από αναβολή για τη σημερινή δικάσιμο.
Εξάλλου, από τις υπ' αρ.: α) .../28-2-2019, β) .../28-2-2019, γ) .../28-2-2019 και δ) .../28-2-2019 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σταυρούλας Μανωλάκου, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 18.10.2019, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στους αρμόδιους για παραλαβή, υπαλλήλους εκάστης των ως άνω 2ης, 3ης, 5ης και 6ης κατά σειρά αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚπολΔ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και η πρώτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες.
Eπομένως, αφού οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Ας σημειωθεί εδώ, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», αυτή είχε παύσει να υπάρχει ήδη προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως και στη θέση της είχε υποκατασταθεί η απορροφήσασα αυτήν «ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», ως καθολική της διάδοχος, η οποία και παραστάθηκε με την ως άνω ιδιότητά της.
Επομένως, αφού και οι αναιρεσείοντες παραδεκτά διορθώνουν με τις προτάσεις τους την παθητική νομιμοποίηση από την καθολική της διάδοχο «ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», δεν τίθεται θέμα απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως όσον αφορά την ως άνω αναιρεσίβλητη εταιρεία. Επομένως, η κρινόμενη από 06.08.2018, αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει την 202/2015 προαναφερομένη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και αφορώσα του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (Πλήρης ΟλΑΠ 10/2018, για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 01.01.2016 κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν πριν την 01.01.2016 και δεν έχουν επιδοθεί, άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που προσβάλλει την 202/2015 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
[2] Από τις διατάξεις των άρθρων 80, 752 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 763/2019 ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων»:
«Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις».
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης».
Τέλος, με το άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 ορίζεται ότι: «Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβαση τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή».
Στην προκειμένη περίπτωση, η τέταρτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, εντολοδόχος, ειδικός πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία «GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, με τις προτάσεις της, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ως πιστώτριας της ένδικης σύμβασης πιστώσεως, η οποία της έχει δώσει την πλήρη εξουσία και πληρεξουσιότητα μεταξύ άλλων « [...] να την εκπροσωπεί σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ενώπιον των δικαστηρίων, να ασκεί αγωγές, παρεμβάσεις κλπ , [...]» (βλ. σελ. 3,6 του με αριθμό 44960/30-4-2020 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογραφου Γεωργίου Στεφανάκου), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της αρχικής διαδίκου ALPHA BANK (δικαιοπαρόχου της ως προς την ένδικη απαίτηση), προς απόκρουση της αναίρεσης, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι η ισχύς της εκδοθησομένης αποφάσεως, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και αυτήν (προσθέτως παρεμβαίνουσα) ως ειδική διάδοχο μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας και συγκεκριμένα μετά την έκδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, δυνάμει της από 30.04.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, που καταρτίσθηκε μεταξύ της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που καταχωρήθηκε νόμιμα με αριθμό πρωτ. 161/30-4-2020 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με την σχετική πράξη καταχώρησης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 του αρ.8 του ν. 3156/2003, στον τόμο 11 αρ. 109, η τελευταία απέκτησε δυνάμει πώλησης και εκχώρησης όλες τις απαιτήσεις από εμπραγμάτως εξασφαλισμένα καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια κλπ δάνεια και δικαιώματα της που απορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις επί του οριστικού καταλοίπου του ενδίκου αλληλόχρεου λογαριασμού καθώς και το δικαίωμα καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πιστώσεως των αναιρεσειόντων και οι προσωπικές και εμπράγματες απαιτήσεις.
Ακολούθως, η ως άνω πιστώτρια αλλοδαπή εταιρεία (GALAXY), ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα (για λογαριασμό αυτής) ανώνυμη εταιρεία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14,16 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 30.04.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, υπ’ αριθ.
Πρωτοκόλλου 162/30-4-2020, με τη σχετική πράξη καταχώρηση του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.8 του ν. 3156/2003, στον τόμο 11 και αριθμ. 110, σε συνδυασμό και με το υπ' αριθμ. 44960/ 30-4-2020 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Γ.Στεφανάκου. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ’ άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
[3] Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής».
Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές».
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι «Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται».
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το «αποδέχεται» (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.
Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).
[4] Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, «κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]».
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Ενώ, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ.
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017).
[5] Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι οι αιτούντες, σύζυγοι, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, τις από 08.06.2012 και 21.02.2013 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 61/12-6-2012 και 19/21-1-2013 αντίστοιχες αιτήσεις τους κατά των καθ'ων ήδη αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρηματικών της οφειλών προς τις καθ’ ων η αίτηση, αιτούμενοι τη ρύθμιση των χρεών τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 άλλως 8 Ν. 3869/2010, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους, καθώς και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της πρώτης από αυτούς (Μ.
Α.), λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής τους κατάστασης και των εισοδημάτων τους, προκειμένου να απαλλαγούν από τα χρέη τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι καθών οι αιτήσεις πιστώτριες τράπεζες προέβαλαν, μεταξύ άλλων ισχυρισμών, που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη και την ένσταση της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών τους.
Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 266/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αιτήσεις, τις απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, δεκτής γενομένης της ως άνω ένστασης των πιστωτριών ότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών των αιτούντων οφείλετο σε ενδεχόμενο δόλο αυτών.
Οι ήδη αναιρεσείοντες-αιτούντες προσέβαλαν την απόφαση αυτή με την από 5-1-2015 έφεσή τους (με αριθμό καταθ. 2/12-1-2015), η οποία έγινε τυπικά δεκτή αλλά απορρίφθηκε κατ'ουσίαν με την 202/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο, ομοίως με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ως βάσιμη την ένσταση των πιστωτριών τραπεζών περί δόλιας περιέλευσης των οφειλετών σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, με την κατάγνωση σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου, κρίνοντας ειδικότερα, ότι, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, οι αιτούντες - σύζυγοι προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας αποπληρωμής των οφειλών τους, ενόψει του ιδιαίτερα υψηλού ποσού των δανειακών τους υποχρεώσεων σε συνάρτηση με το μηνιαίο εισόδημά τους και εντούτοις αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα διότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσείοντων, κατά παραδοχή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της ενστάσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων πιστωτριών, ανώνυμων τραπεζικών εταιριών ΕUROBANK ERGASIAS AE, ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ AE, ATTICA BANK ATE, περί δόλιας περιελεύσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων και ως εκ τούτου μη υπαγωγής τους στις διατάξεις του ν. 3869/2010, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και αυτές των άρθρων 330 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση έσφαλε με το ν’ απορρίψει την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου και επαναφερθείσα νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με αυτοτελή λόγο έφεσης, ένστασή τους περί αοριστίας της ως άνω (προβληθείσας από τους καθ’ ων - εφεσίβλητους) ένστασης δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 262 ΚΠολΔ και το άρθρο 1 Ν.3869/2010 καθώς και το άρθρο 330 ΑΚ για την συγκρότηση της έννοιας του δόλου.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| Η πρώτη αιτούσα και ήδη εκκαλούσα, ηλικίας 45 ετών σήμερα (βλ. πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης) είναι παντρεμένη με τον δεύτερο αιτούντα, ηλικίας 49 ετών και δεν έχουν αποκτήσει τέκνα. Η 1η εξ αυτών ασκεί ελεύθερο επάγγελμα και εργάζεται ως καθηγήτρια φιλόλογος, παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα, από την εργασία της δε αυτή αποκομίζει καθαρό μηνιαίο εισόδημα 503,33 ευρώ.
Ο δεύτερος αιτών εργαζόταν στο παρελθόν ως δημοσιογράφος στην ... Τηλεόραση, ενώ παλαιότερα προέβη και σε έκδοση εφημερίδας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι διέκοψε την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα και από το έτος 2008 εργάζεται στο Δήμο … ως σύμβουλος, αποκομίζοντας μηνιαίως από την εργασία του αυτή το ποσό των 920 ευρώ.
Ο δε ισχυρισμός του ότι σήμερα είναι άνεργος και ότι έληξε η σύμβασή του με το Δήμο … δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, η δε βεβαίωση περί λήξης της σύμβασής του, που επικαλείται αυτός στις προτάσεις του, δεν προσκομίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, συνολικά το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 1.420 ευρώ περίπου και ετησίως στο ποσό των 17.000 ευρώ περίπου.
Το εισόδημά τους αυτό σήμερα είναι σημαντικά μειωμένο σε σχέση με προηγούμενα έτη, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2010, 2011 και 2012, οπότε το ετήσιο οικογενειακό τους εισόδημά ανερχόταν στα ποσά των 60.000, 56.000 και 36.000 ευρώ αντίστοιχα.
Όσον αφορά τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία τους η 1η εκκαλούσα έχει στην κυριότητά της ένα διαμέρισμα καθαρού εμβαδού 117,40 τ.μ. που βρίσκεται στον τρίτο όροφο οικοδομής στην …, επί της οδού ..., το οποίο χρησιμοποιείται ως οικογενειακή στέγη των αιτούντων. Η δε αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού ανέρχεται στο ποσό των 112.540 ευρώ (διαμέρισμα και αποθήκη μαζί), όπως τούτο συνάγεται από την με ημερομηνία 20.05.2013 έκθεση εκτίμησης ακινήτου του πολιτικού μηχανικού Α. Α.. Εξάλλου, ο δεύτερος εκκαλών δεν έχει ακίνητη περιουσία, διαθέτει όμως ένα αυτοκίνητο τύπου τζίπ.
Με βάση τα ανωτέρω κατ'αρχήν και ενόψει του γεγονότος ότι οι εκκαλούντες διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία και δεν έχουν τέκνα και συνεπώς δεν βαρύνονται με υποχρέωση διατροφής και άλλου προσώπου εκτός του εαυτού τους, το μηνιαίο κόστος που είναι απαραίτητο για τη διαβίωση της οικογενείας τους ανέρχεται κατ’ ελάχιστον στο ποσό των 600 ευρώ και αφορά μόνο στα έξοδα διατροφής τους και πάγια έξοδα (λογαριασμοί ΔΕΚΟ, θέρμανση κλπ) κάθε μέσης οικογένειας. Περαιτέρω, προ της κατάθεσης των αιτήσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, οι εκκαλούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης απόφασης (άρθρ. 6 παρ.3 Ν.3869/2010), ήτοι:
(1) Η πρώτη εκκαλούσα, Μ. Α.:
Α) από την πρώτη εφεσίβλητη τράπεζα ΕUROBANK ERGASIAS AE σύμβαση δανείου λόγω συγκέντρωσης οφειλών συνολικού ποσού 81.064,36 ευρώ, εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια,
Β) από την τραπεζική εταιρεία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που εξαγοράστηκε και συγχωνεύθηκε από τη δεύτερη εφεσίβλητη τράπεζα Πειραιώς, (α) σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 8.689,93 ευρώ και (β) έτερη σύμβαση πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 7.747,18 ευρώ,
Γ) από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, που εξαγοράστηκε και συγχωνεύθηκε από την 3η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, (α) σύμβαση πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 3.514,70 ευρώ, (β) σύμβαση πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 6.607,27 ευρώ, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, (γ) σύμβαση καταναλωτικού δανείου συνολικού ποσού 9.381,47 ευρώ, (δ) σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 9.963,82 ευρώ, (ε) σύμβαση πιστωτική κάρτας συνολικού ποσού 7.572,59 ευρώ, (στ) σύμβαση πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 5.474,61 ευρώ και (ζ) σύμβαση στεγαστικού δανείου συνολικού ποσού 202.057,99 ευρώ εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και
Δ) από την έκτη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ (α) σύμβαση επαγγελματικού δανείου ποσού 18.271,05 ευρώ, (β) σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 3.654,08 ευρώ και (γ) σύμβαση πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 2.467,60 ευρώ.
Η συνολική επομένως οφειλή της πρώτης εκκαλούσας προς όλες τις ως άνω πιστώτριες τράπεζες ανήλθε στο ποσό των 366.466,65 ευρώ.
(2) Ο δεύτερος εκκαλών, Ν. Π.:
Α) από την πρώτη εφεσίβλητη τράπεζα EUROBANK ERGASIAS AE σύμβαση δανείου λόγω συγκέντρωσης οφειλών συνολικού ποσού 81.064,36 ευρώ, εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια,
Β) από την τραπεζική εταιρεία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ που εξαγοράστηκε και συγχωνεύθηκε από την δεύτερη εφεσίβλητη τράπεζα Πειραιώς, (α) σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 3.627,09 ευρώ και (β) έτερη σύμβαση πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 3.754,16 ευρώ,
Γ) από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, που εξαγοράστηκε και συγχωνεύθηκε από την 3η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, (α) σύμβαση καταναλωτικού δανείου συνολικού ποσού 6.607,27 ευρώ, (β) σύμβαση καταναλωτικού δανείου συνολικού ποσού 9.963,82 ευρώ, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής και (γ) σύμβαση καταναλωτικού δανείου συνολικού ποσού 5.233,25 ευρώ
Δ) από την τέταρτη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ (α) σύμβαση καταναλωτικού δανείου συνολικού ποσού 15.001,35 ευρώ και (β) σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 153,05 ευρώ,
Ε) από την πέμπτη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΑΤΤΙCA BANK, (α) σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 527,06 ευρώ και (β) σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 3.005,05 ευρώ και
ΣΤ) από την έκτη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ (α) σύμβαση πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 7.094,68 ευρώ (β) έτερη σύμβαση πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού 4.040,60 ευρώ και (γ) σύμβαση καταναλωτικού δανείου συνολικού ποσού 22.180,69 ευρώ.
Η συνολική επομένως οφειλή του δευτέρου εκκαλούντος προς όλες τις ως άνω πιστώτριες τράπεζες ανήλθε στο ποσό των 162.252,43 ευρώ.
Απ’ όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών τους υποχρεώσεων σε συνάρτηση με το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά τους, το οποίο έχει συρρικνωθεί σημαντικά λόγω της συνεχούς οικονομικής ύφεσης, που πλήττει τη χώρα τα τελευταία έτη.
Ωστόσο, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι εκκαλούντες από δόλο περιήλθαν στην κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των οφειλών τους, μη δικαιούμενοι γι’ αυτό να υπαχθούν στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθώς μπορούσαν να προβλέψουν κατά το χρόνο ανάληψης των ως άνω δανείων τους, ότι θα περιέλθουν σε δυσχέρεια αποπληρωμής τους, παρά του σημαντικού μεγέθους των εισοδημάτων τους τα προηγούμενα χρόνια, για τα οποία, όμως, δεν προβλεπόταν βάσιμα η αύξησή τους.
Ειδικότερα, η πρώτη εκκαλούσα ανέλαβε σωρεία δανειακών υποχρεώσεων (13 συνολικά) κυρίως με καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, ο δε δεύτερος εξ αυτών ανέλαβε αθροιστικά επίσης 13 δάνεια από πιστωτικές κάρτες με σημαντικού ύψους ποσά. Εξάλλου, όπως προκύπτει ευθέως από την ανωτέρω κατάσταση οφειλών των εκκαλούντων, όλες σχεδόν οι δανειακές τους υποχρεώσεις αφορούν σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, από όλα σχεδόν τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ σε ορισμένες από τις συμβάσεις δανείων, όπως αυτές των επαγγελματικών δανείων, δεν δικαιολογείται απ’ αυτούς η αιτία ανάληψής τους.
Βέβαια, τα εισοδήματά τους, όταν ανέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος των δανειακών τους υποχρεώσεων, ήταν μεν υψηλά και παρουσίαζαν σταθερότητα, ώστε να τους επιτρέπουν να προβούν σε δανεισμό, όχι όμως σε τέτοιο επίπεδο, χωρίς να προκαλείται ανασφάλεια ως προς την αποπληρωμή τους. Περαιτέρω, γίνεται φανερό ότι η προσφυγή των εκκαλούντων σε προϊόντα καταναλωτικής πίστης, έγινε, χωρίς να υφίσταται κάποιος ιδιαίτερος λόγος ή ανάγκη, αφού τα εισοδήματά τους τα προηγούμενα έτη ήταν ικανοποιητικά για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών τους, δεδομένου ότι διέμεναν και σε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ παράλληλα ο δανεισμός τους δεν είχε επενδυτική προοπτική, αλλά αποκλειστικά και μόνο καταναλωτικό σκοπό, την εξασφάλιση δηλαδή ενός επιπέδου πολυτελούς διαβίωσης, ανώτερου αυτού που τους επέτρεπαν τα εισοδήματά τους, αφού αυτοί, όπως αποδεικνύεται δεν διέθεταν τις αναγκαίες οικονομικές δυνάμεις για να εξυπηρετήσουν τελικά την αποπληρωμή τους, γεγονός άλλωστε που ήταν σε γνώση τους κατά το χρόνο ανάληψης αυτών των δανείων.
Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνεται αφενός από την μη έγκαιρη εξόφληση των εκάστοτε χρεώσεων των πιστωτικών καρτών και των ληξιπρόθεσμων δόσεων των υπόλοιπων δανείων, από τα αυξημένα εισοδήματά τους, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν επιπλέον με τόκους, έξοδα κλπ και αφετέρου από το γεγονός ότι αναγκάστηκαν να προβούν σε δάνειο ύψους 81.064,36 ευρώ από την πρώτη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία προς συγκέντρωση και εξόφληση προγενέστερων οφειλών τους, η δε αναχρηματοδότηση αυτή ενισχύει την κρίση ότι οι δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβαν αυτοί τα προηγούμενα έτη, δεν μπορούσαν να αποπληρωθούν, όταν δηλαδή τα εισοδήματά τους ήταν αυξημένα και δεν είχαν ακόμη μειωθεί, κατά τα προαναφερθέντα.
Γι’ αυτό το λόγο, ο δανεισμός αυτός των εκκαλούντων, που έφτασε να ανέρχεται συνολικά και για τους δύο στο υπέρογκο ποσό των 500.000 ευρώ περίπου, κρίνεται αλόγιστος και υπερβολικός πέραν των ορίων του δανεισμού στον οποίο κατέφευγε ο μέσος καταναλωτής.
Απ’ όλα τα παραπάνω, συνάγεται δηλαδή, ότι οι εκκαλούντες προέβλεψαν ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της δυσκολίας στην αποπληρωμή των χρεών που δημιούργησαν, η πραγμάτωση του οποίου παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα και το αποδέχθηκαν (ενδεχόμενος δόλος). Αυτοί δηλαδή, αν και έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στη λήψη ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, φτάνοντας στον υπέρογκο δανεισμό ύψους 500.000 ευρώ συνολικά, αψηφώντας τις συνέπειες και επιθυμώντας να αναβαθμίσουν πρόσκαιρα το βιοτικό τους επίπεδο, παρόλο που δεν τους το επέτρεπαν τα εισοδήματά τους. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι ευθύνονται οι ίδιοι για την υπερχρέωσή τους, ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη ότι οι πιστώτριες ακολουθούσαν επιθετική στρατηγική προκειμένου να δανειοδοτήσουν τους εκκαλούντες, αφού η επιλογή για τη λήψη αυτών βάρυνε τελικά αποκλειστικά τους ίδιους. Τέλος, δεν αποδείχθηκε μεν ότι αυτοί εξαπάτησαν τα πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να αναλάβουν τις ανωτέρω δανειακές υποχρεώσεις τους, είχαν όμως, τον τελευταίο λόγο ως προς την ανάληψη ή μη των παραπάνω δανειακών προϊόντων και εν τέλει προέβησαν σε δανεισμό δυσανάλογο με τα εισοδήματα και τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ανωτέρω περί δολίας περιέλευσης των εκκαλούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των οφειλών τους κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 3869/2010, κατ' αποδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης που πρότειναν πρωτοδίκως, επαρκώς ορισμένα, οι πιστώτριες καθ'ων οι αιτήσεις και ήδη εφεσίβλητες τράπεζες και έτσι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αιτήσεις, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους είναι αβάσιμα |».
[6] Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, καθώς και ότι για την παραδοχή της σχετικής ενστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση (ενδεχόμενου δόλου) συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης (1ος και 2ος) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν αφορούν έλλειψη ή εσφαλμένη αιτιολογία του εφαρμοστέου ουσιαστικού νόμου. Ειδικότερα, η αποδιδόμενη πλημμέλεια της κατάγνωσης δόλου, μόνο από το γεγονός της ανάληψης μεγάλου αριθμού δανειακών συμβάσεων, ενώ απαιτούντο περισσότερα στοιχεία για την στοιχειοθέτησή του, εν προκειμένω, αναφέρεται στην έννοια του δόλου του άρθρου 1 § 1 εδ.
τελ. Ν. 3869/2010, όπου, για τη στοιχειοθέτησή του, όπως προειπώθηκε, πλην του υποκειμενικού στοιχείου του οφειλέτη δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία. Οι αναφερόμενες με τους πρώτο και δεύτερο λόγο πλημμέλειες, όπως πχ η παραπλάνηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη μέσω του συστήματος «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ», αποτελούν στοιχεία, που δεν ενδιαφέρουν αφενός για τη στοιχειοθέτηση του δόλου του δανειολήπτη και εξάλλου δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, κατά το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, ότι η υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτοί συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς και επομένως πρέπει να απορριφθεί κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Και οι λοιπές αποδιδόμενες ελλείψεις (πχ αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την πληρότητα της ένστασης δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών και δη στη συγκεκριμένη περίπτωση την ιδιότητα του αιτούντος ως εγγυητή, το ύψος της οφειλής του που δεν ήταν υπερβολικό, την απρόβλεπτη οικονομική κρίση της χώρας), ανάγονται μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται σαφώς και οι οποίες δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά τις περιεχόμενες σ’ αυτούς αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 262 ΚΠολΔ και εκ πλαγίου παράβασής της είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού η διάταξη αυτή είναι καθαρά δικονομική και δεν προβλέπεται γι’ αυτήν, σε περίπτωση παραβίασης της, λόγος αναίρεσης.
Τέλος, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως τους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με το να δεχθεί η προσβαλλομένη απόφαση την περιέλευση τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, οφειλόμενη σε ενδεχόμενο δόλο τους, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Κατά το σκέλος του αυτό ο λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν. Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως επομένως, πρέπει να απορριφθούν κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ.2 του Ν.4335/2015, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα. Εντούτοις, οι εισαγόμενοι με τον Ν. 4335/2015 νέοι λόγοι αναίρεσης στις ειρηνοδικειακές υποθέσεις, με πρόσθεση των παρ. 5 και 6 στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, (για μη λήψη υπόψη πραγμάτων προταθέντων ή λήψη υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και για έλλειψη νόμιμης βάσης), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ, που εισάγει γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, ισχύουν για την προσβολή αποφάσεων, που εκδίδονται μετά την 01.01.2016, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4335/2015.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει από 01.01.2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, αλλά και σύμφωνα το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔικ και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (11.08.2015):
«Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας».
Από την παραπάνω διάταξη όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015, κατά τα ήδη εκτεθέντα, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 του ΚΠολΔ, ήτοι οι αντίστοιχοι λόγοι με αυτούς των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 560 ΚπολΔ, οι οποίοι προστέθηκαν με το τρίτο άρθρο του Ν.4335/2015.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας αφενός και λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και χωρίς απόδειξη αφετέρου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις, κατά αποφάσεως πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως από τους προβλεπομένους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε, κατά τα προεκτεθέντα.
Ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, (που αναφέρεται στην κρίση του δικαστηρίου περί ενδεχόμενου δόλου και από το γεγονός της προσφυγής των αιτούντων σε καταναλωτικά αγαθά χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αλλά μόνο προς εξασφάλιση επιπέδου πολυτελούς διαβίωσης), είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, στην διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση.
Μετά από αυτά, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο «[…]Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.08.2018 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 4/2018 αίτηση των Μ. Α. και Ν. Π. για αναίρεση των με αριθμούς: α) 266/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης και β) 202/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο.
Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ