402/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟ λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε το δικαστήριο, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Legislator headnote
AI generated402/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Full text
Απόφαση 402 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 402/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. συζ. Χ. Μ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δοκιμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Ι. Ε. Τ., β) Ε. Ι. Τ. και γ) Α. συζ. Ι. Τ., το γένος Ι. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χατζηκωνσταντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2012 μη οριστική και 31/2014 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 46/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 46/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 31/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απορρίφθηκε αναγνωριστική ακινήτου 2,32 τμ και αρνητική αγωγή της αναιρεσείουσας, η οποία είχε γίνει δεκτή με την παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε το δικαστήριο, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αβάσιμοι οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, πέμπτος και έκτος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, για "παραμόρφωση" από το Εφετείο α) με τον πρώτο λόγο: των αναφερομένων τεσσάρων (4) εγγράφων, ήτοι των …70/1960 και …01/2001 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Δ.
Γ. και Η. Τ., αντίστοιχα και των τοπογραφικών διαγραμμάτων από 20-10-1996 του Γ. Δ. και από μηνός Δεκεμβρίου 2008 του Γ. Κ., καθόσον, ενώ αναφέρουν τα έγγραφα αυτά, ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων συνορεύει με "...", ήτοι το ακίνητο 52,61 τμ της αναιρεσείουσας σήμερα, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο 2,32 τμ, δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε το εν λόγω ακίνητο στη διανοία κυρίου νομή της και, επομένως, δεν απέκτησε την κυριότητά του, απορρίπτοντας, κατόπιν αυτών, την παραπάνω αγωγή της, κατά παραδοχή του οικείου λόγου έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε αποφανθεί διαφορετικά, β) με τον πέμπτο λόγο: 1) του …93/2005 συμβολαίου μεταβίβασης του ακινήτου των 52,61 τμ στην αναιρεσείουσα από τη μητέρα της Π., στο οποίο γίνεται λόγος ότι η τελευταία το είχε αποκτήσει με άτυπη δωρεά το 1960, 2) της …05/1969 δημόσιας διαθήκης της (μητέρας της ανωτέρω Π.) Ι.και 3) της ..81/1985 πράξης αποδοχής της κληρονομίας που αναφέρεται στην ανωτέρω διαθήκη, καθόσον, από τη μη αναφορά στα δύο τελευταία έγγραφα του παραπάνω ακινήτου, συνήγαγε (το Εφετείο), ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν διανοία κυρίου νομέας του, αφού, κατά τον ερευνώμενο λόγο, η μη αναφορά του αυτή οφείλεται στην προγενέστερη από το 1960 δωρεά του και γ) με τον έκτο λόγο:
της από 25-7-2002 επιστολής του πατέρα της αναιρεσείουσας προς την Πολεοδομία, καθόσον, ενώ αναφέρεται σ' αυτή, ότι η (οικία Μ.) βρίσκεται στο μέσον σχεδόν της κλίμακος (κλιμακωτής οδού), δέχτηκε (το Εφετείο), ότι η ανωτέρω οικία καταλαμβάνει όλο το μήκος της κλιμακωτής οδού. Είναι δε αβάσιμοι οι λόγοι αυτοί, αφενός μεν διότι, ενόψει του περιεχομένου που αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στα παραπάνω έγγραφα, το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, ήτοι δεν υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωσή τους, αφού δεν δέχτηκε, ότι έχουν αντίθετο με το πραγματικό περιεχόμενό τους, αφετέρου δε διότι, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού ανέγνωσε σωστά το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
2. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι, όμως και όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων. Για τη μη απόρριψη του λόγου αυτού ως αορίστου, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν και ο τρόπος παραβίασής τους (ΑΠ 1106/2013).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, για παράβαση από το Εφετείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την κρίση του για μη κυριότητα της αναιρεσείουσας στο επίδικο, μετά την παραδοχή του ότι ουδέποτε αυτή και οι δικαιοπάροχοί της το είχαν στη διανοία κυρίου νομή τους και παρά τη μη υποβολή ισχυρισμού ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν και ο τρόπος παραβίασής τους.
3. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, απαιτείται, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, οι αποδείξεις, που, παρά το νόμο, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν προσκομίστηκαν, να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 42/2002). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουσή τους (ΑΠ 179/2003). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο παραπάνω λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων και ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 1043/2013).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, έλαβε μ' αυτή υπόψη του, καίτοι δεν προσκομίστηκαν, το …06/17-2-2009 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Η. Τ. και το συνημμένο σ' αυτό από μηνός Δεκεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα Γ. Κ.. Ειδικότερα, αναφέρεται στο λόγο αυτό, ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει κατά λέξη *Περαιτέρω αποδείχθηκε και ότι, η ανωτέρω Α. συζ. Ι. Τ., το γένος Ι. Λ., με το …06/17-2-2009 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβ/φου Η. Τ., μεταβίβασε προς το τέκνο της Ε. Τ. του Ι. "ένα οικόπεδο, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο...όπως αυτό εμφαίνεται και συμβολίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α στο προσαρτημένο με ημερομηνία Δεκέμβριος του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Κ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αν δε θεωρηθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι "η μεταβίβαση" προς τον Ε. Τ. του αναφερομένου οικοπέδου, δεν αναφέρεται στο λόγο που ερευνάται, γιατί ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι αντικείμενο αυτής δεν είναι το παραπάνω οικόπεδο, αλλά εκείνο που προαναφέρθηκε.
4. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες ή μη αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997). Για το ορισμένο του λόγου αυτού, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ και ποια επίδραση άσκησε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 748/2013).
Συνεπώς, ο ίδιος παραπάνω λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι "δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση *κατά δε τους ισχυρισμούς των ήδη εκκαλούντων-εναγομένων το εν λόγω ακίνητο "η άνω δικαιοπάροχος μητέρα τους (1η εναγομένη), το είχε αποκτήσει..."*", είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποια επίδραση άσκησε και γιατί ο παραπάνω ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, πολύ δε περισσότερο αφού το ακίνητο στο οποίο αναφέρεται, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, διάφορο του επιδίκου.
5. Περαιτέρω, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 9, 10, 11 και 1, 8, 11 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αποδίδεται στο Εφετείο, με τον τρίτο λόγο ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση συνέκρινε το εν τη αγωγή προσηρτημένο τοπογραφικό του Α. Μ. με αυτό του από Δεκεμβρίου 2008 τοπογραφικό του Γ.
Κ.,...με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να αχθεί σε εσφαλμένο πόρισμα", ενώ "το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Δ. συγκρινόμενο με το τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Μ., που είναι προσαρτημένο στην ένδικη αγωγή μου καταδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας το κοινό όριο της εμής ιδιοκτησίας με αυτής των αντιδίκων" και με τον τέταρτο λόγο ότι "συγκρινόμενα τα δυο τοπογραφικά, ήτοι του Γ.
Δ. και Γ. Κ., στα οποία αποτυπώνεται η ιδιοκτησία της Α. Τ., καταδεικνύεται αδίστακτα ότι το τμήμα της ιδιοκτησίας της Α. Τ. που μεταβίβασε στον υιό της Ε. Τ. με το τοπογραφικό του Γ. Κ. και ορίζεται από τα γράμματα Θ-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ εμπίπτει εντός του οικοπέδου που η ίδια μεταβίβασε με το τοπογραφικό του Γ. Δ. μόλις το 2001 έτος....Αυτό καταδεικνύει ότι η Α.
Τ. με το …06 συμβόλαιο προβαίνει σε κατάτμηση οικοπέδων απολύτως απαγορευταία και ανεξαρτήτως του ότι η ιδιοκτησία στη κατάτμηση της οποίας προέβη δεν της ανήκε, ήδη από του 2001 έτους", καθώς επίσης και ο έβδομος λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διατυπώνεται παράπονο για απόρριψη της αγωγής, αν και το επίδικο "αναφέρεται στα συμβόλαια των αντιδίκων και στα αποτυπώνοντα την ιδιοκτησία των τοπογραφικά ως ιδιοκτησία του απωτέρου δικαιοπαρόχου μου (της αναιρεσείουσας) Ι.
Ξ.", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων, η οποία, όμως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις απαραδέκτου του άρθρου αυτού.
6. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας τα ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σ' ορισμένα απ' αυτά, τα οποία, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με τα τελευταία (ΑΠ 519/2013).
Επομένως, ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης (ΑΠ 278/2010). Ενόψει τούτων, ο όγδοος, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "δέχτηκε ως έχουσα μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη (σε σχέση με τα ….03 και ..04/2001 συμβόλαια για την ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων και το συνημμένο στο πρώτο τοπογραφικό διάγραμμα Γ.
Δ.) μία ένορκη βεβαίωση της αδελφής μου (αναιρεσείουσας) Α., η οποία δόθηκε με επιμέλεια των αντιδίκων και προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη", ήτοι απλό έγγραφο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση, ενώ τούτο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, δεν συνέβη, αφού τη συνεκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα παραπάνω έγγραφα.
7. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος και αυτεπάγγελτα, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά απαιτείται να προσδιορίζονται και τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαιτούνται, για να στοιχειοθετεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 748/2013).
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου που αποδίδεται στην απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005).
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, για λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 748/2013).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, επειδή το δικαστήριο δεν επιδίκασε κάτι που ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της αίτησης αυτής που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν η εν λόγω αίτηση ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης (ΑΠ 651/2009, 1516/1979).
Επίσης, πρέπει να αναφέρεται εκείνο που επιδικάστηκε χωρίς αίτηση (ΑΠ 44/2003). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, για την παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πράγματα, ήτοι οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και τους οποίους ισχυρισμούς το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη (ΑΠ 778/2009).
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παράνομα λήφθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο έπρεπε ή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός που αποδείχτηκε ή που θα αποδεικνυόταν από το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1132/2013, 748/2013).
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναφορικά με την παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετρήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης (ΑΠ 778/2012, 633/2012).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επικαλείται, με τους ίδιους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, συλλήβδην, πλην εκείνων που κρίθηκαν παραπάνω και παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 9, 10, 11 και 12 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, αναφορά, πλην των παραπάνω αριθμών του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες. Επομένως, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για τη θεμελίωση καθενός των παραπάνω προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2017 αίτηση της Ι. συζ. Χ. Μ., το γένος Δ. Κ., για αναίρεση της 46/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ