Legislator Case Law & Legislation
402/2018 AI generated

402/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 402/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Συμεών Γιαννιώτης, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Legislator headnote

AI generated

402/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17063/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1919/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Keywords

AI generated
access to property action for disturbance of possession acquisition of possession attachment of real property forced auction of property real estate management contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 402 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 402/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Χ. του Ν., 2) Η. Κ. του Κ., συζύγου Γ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι αρχικά δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Συμεών Γιαννιώτης, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Ακολούθως, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Πέτρος Χορταρέας, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 12/12/2012 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17063/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1919/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/4/2016 αίτησή τους και τους από 1/3/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α’ και β’ ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους". Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν, ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει, ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση, του δικογράφου αυτών τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως (και όχι την ορισθείσα μετ’ αναβολήν ή ματαίωσή της) καθώς και η επίδοσή τους μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπάγγελτα τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.

Στη προθεσμία αυτή των τριάντα (30) ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, καθώς και εκείνη της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ ΑΠ 266/1985). Αν η τελευταία ημέρα της παραπάνω προθεσμίας είναι σύμφωνα με το νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται και επομένως η προθεσμία αυτή λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 12 της από 29/30-12-1980 πράξεως Νομοθετικού περιεχομένου που κυρώθηκε με το ν.1157/ 1981, η οποία εφαρμόζεται τόσο στις προθεσμίες ενέργειας όσο και στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες, όπως είναι και η παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών, που πρέπει να παρέλθει από την κοινοποίηση των πρόσθετων λόγων μέχρι τη συζήτηση της αναιρέσεως (Ολ ΑΠ 266/1985).

Σημειωτέον ότι, από την προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη, η οποία, κατ’ άρθρο 568 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε, και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετ’ αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΑΠ 519/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 1-3-2017 δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-3-2017 με αύξοντα αριθμό ..., όπως προκύπτει από την σχετική πράξη καταθέσεως και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 2-3-2017, όπως προκύπτει από την από 2-3-2017 σχετική σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α.

Ν. Ε. στο επιδοθέν δικόγραφο. Ενόψει, όμως, των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι η κατάθεση του δικογράφου αυτών και η επίδοσή του δεν έχει συντελεσθεί τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της αναίρεσης στις 3-4-2017 (αριθμ. ...), δεδομένου, ότι η τελευταία ημέρα της εν λόγω προθεσμίας ήταν Σάββατο και συνεπώς αυτή έληγε την επόμενη εργάσιμη ημέρα Δευτέρα 3-4-2017, ήτοι την ημέρα της δικασίμου, η οποία όμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν υπολογίζεται, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 1919/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού συνεκδίκασε, απέρριψε κατ’ ουσίαν, την από 30-9-2013 έφεση και τους από 1-12-2014 προσθέτους λόγους αυτής, των αναιρεσειόντων, κατά της 17063/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 7-11-2011 αγωγή τους και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 12-12-2012 ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι 1. Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2.

Παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3. Υπαιτιότητα και 4. Πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά.

Από την ίδια δε διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει, ότι γενεσιουργό λόγο υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε και των οποίων η αποκάλυψη, σ’ αυτόν που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από τον εξαπατήσαντα από το καθήκον διαφώτισης του εξαπατηθέντος με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού (εξαπατήσαντος) και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του.

Κατά την έννοια δε της ως άνω διατάξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, εξάγεται ότι η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξ αιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

Δεν ενδιαφέρει δε, αν η πλάνη, που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης, είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως της βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 1269/2017, 745/2017). Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, που χαρακτηρίζει ως αδίκημα την παράνομη και υπαίτια επαγωγή ζημίας σε άλλον, μπορεί και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αν είναι και καθ` εαυτή παράνομη, δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση, όπως συμβαίνει όταν παραβιάζεται το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλον υπαιτίως (ΑΠ 212/2000).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.

Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 499/2017).

Τα ανωτέρω δικαιώματα παρέχονται στον αγοραστή κατά εκλεκτική ή διαζευκτική συρροή και ναι μεν δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά και η επιλογή του αγοραστή να ασκήσει ένα από αυτά είναι αμετάκλητη και αποκλείει πλέον άλλη επιλογή, είτε πρόκειται για το δικαίωμα της υπαναχωρήσεως από την πώληση, το οποίο, σημειωτέον, μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ` αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση από την πώληση, ή για εκείνο (δικαίωμα) της μειώσεως του τιμήματος είτε για αυτό της αξιώσεως αποζημιώσεως, όμως δεν πρέπει να αποκλεισθεί η επιβοηθητική κατά το άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ άσκηση των δικαιωμάτων αυτών για την περίπτωση, που κριθεί ότι δεν υπήρξε στην πραγματικότητα επιλογή και μάλιστα έγκυρη του δικαιώματος, που πρώτο προβάλλεται με την αγωγή ή δεν συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις της αξιώσεως αποζημιώσεως, αφού, ναι μεν ορίζει η διάταξη του άρθρ. 306 παρ. 1 του ΑΚ, ότι η επιλογή που γίνεται σε περίπτωση διαζευκτικής ενοχής δεν επιδέχεται αίρεση ή προθεσμία, όμως η διαζευκτική ενοχή αφορά περισσότερες παροχές της αυτής ενιαίας αξίωσης και όχι διαζευκτικά συρρέουσες περισσότερες αξιώσεις ή δικαιώματα, οπότε, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν συντρέχει ταυτότητα του νομικού λόγου για την αναλογική εφαρμογή της ως άνω διάταξης και στην περίπτωση της εκλεκτικής ή διαζευκτικής συρροής περισσότερων δικαιωμάτων (ΑΠ 1596/2014).

Περαιτέρω, στην περίπτωση που συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση με αυτές από το αδίκημα, αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης.

Αντίστοιχα, ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό. Τις περισσότερες, όμως, συρρέουσες αξιώσεις του ο δανειστής μπορεί να ασκήσει από κοινού μόνον επικουρικά τη μια της άλλης, αφού δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση σωρευτικά όλων των αξιώσεων αυτών, αλλά η ικανοποίηση της μιας επιφέρει την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν κάποια απ` αυτές έχει ευρύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται κατά το επί πλέον.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 α’ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής ακυρώσεως δικαιοπραξίας λόγω απάτης, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται στον ενάγοντα κάποια πεπλανημένη παράσταση, με το σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του και συνακόλουθα να εκτίθεται ο δόλος του εναγομένου και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ απάτης και της μέσω αυτής προκληθείσας δηλώσεως βουλήσεως.

Από τις διατάξεις δε των ανωτέρω άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 330 του ΑΚ και 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής, προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 996/2004, 118/2006).

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά, που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται, όμως, η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1361/2013).

Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή, ελέγχεται αναιρετικά μέσω του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν γίνεται απλή επίκληση των στοιχείων του νόμου (ποιοτική) και δεν εξειδικεύονται με πληρότητα τα στοιχεία, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου (ποσοτική), ελέγχεται αναιρετικά μέσω των αριθ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες με την από 7-11-2011 ένδικη αγωγή τους, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, ισχυρίστηκαν, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, με το ...17-12-2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ά.

Π., πώλησε σε αυτούς κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα, το περιγραφόμενο στην αγωγή διαμέρισμα οικοδομής στην Επανομή Θεσσαλονίκης, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ανοικτής θέσης στάθμευσης στην πυλωτή της ως άνω οικοδομής, εμβαδού 12,50 μ2, ποσοστό ιδιοκτησίας 59,42/1000 εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο και τους υπόλοιπους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της όλης οικοδομής, αντί πραγματικού τιμήματος 110.000 €, από το οποίο το ποσό των 38.000 ευρώ αναφερόταν στο συμβόλαιο, το δε υπόλοιπο τίμημα των 72.000 € είχε ορισθεί ως εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα.

Ότι για την ως άνω οικοδομή και το σ’ αυτή αγορασθέν από αυτούς διαμέρισμα είχε εκδοθεί η υπ’ αριθμ. .../25-10-2006 άδεια ανοικοδόμησης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, το δε διαμέρισμα αυτό τους παραδόθηκε κατά την υπογραφή του συμβολαίου αγοράς του. Ότι παρά τα συμπεφωνημένα μεταξύ αυτών και του εναγομένου πωλητή, ότι θα προβούν στην αγορά του εν λόγω διαμερίσματος, ως κατασκευασμένου βάσει των μελετών και της εν λόγω οικοδομικής άδειας και παρά τις υποσχέσεις του τελευταίου για τήρηση των νομίμων διαδικασιών ενώπιον των αρμόδιων Πολεοδομικών Αρχών και παντός άλλου αρμοδίου, κατόπιν έρευνας, που διενήργησαν, διαπίστωσαν, στις 5 Σεπτεμβρίου 2011, όταν ο εναγόμενος τους δήλωσε ότι έπρεπε να νομιμοποιήσουν τον καυστήρα της οικοδομής, ότι υπήρχε θέμα με την πώληση κλειστών θέσεων πάρκινγκ, που δεν γνώριζαν ότι υπάρχουν, ότι τελικά το ακίνητο, που τους πώλησε ο εναγόμενος, αλλά και η οικοδομή στην οποία κτίσθηκε, τα οποία έκτισε ο ίδιος (εναγόμενος), ως εργολάβος, εμφανίζει πλήθος νομικών και πραγματικών ελαττωμάτων, παρανομιών, πλημμελειών στην κατασκευή, που ο ίδιος κατά την κατάρτιση της συμβάσεως και την παράδοση του πωληθέντος γνώριζε, που, εκτός των άλλων, καθιστούν το ακίνητό τους επικίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα και εγείρουν σοβαρά ζητήματα νομιμότητας και προστίμων.

Ότι κατόπιν εντολής τους συντάχθηκε, τον Σεπτέμβριο του 2011, από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Γ. Κ. Φ., σχετική τεχνική έκθεση, με βάση την οποία διαπιστώθηκε, ότι ενώ με την μελέτη της οικοδομής και τα σχέδια της αρχικής οικοδομικής άδειας, που έχουν κατατεθεί στην πολεοδομία, προβλεπόταν η κατασκευή υπογείου, στο οποίο (υπόγειο) εκτός από βοηθητικούς χώρους υπήρχε πρόβλεψη για τους χώρους του λεβητοστασίου και μηχανοστασίου του ανελκυστήρα, οι οποίοι (χώροι αυτοί) προβλέφθηκε από την αρχιτεκτονική και μηχανολογική μελέτη, να κατασκευαστούν εκεί (υπόγειο), ώστε να μη προσμετρηθούν στον συντελεστή δόμησης και οι οποίοι διατηρήθηκαν με τη γενόμενη το έτος 2007 ενημέρωση του φακέλλου της αδείας και την κατάργηση με μπάζωμα τμήματος του ανωτέρω υπογείου, στην πραγματικότητα, όμως, ο υπόγειος αυτός χώρος της οικοδομής δεν υφίσταται, το λεβητοστάσιο τοποθετήθηκε στον ισόγειο χώρο της pilotis σε μη νόμιμη κατασκευή καταλαμβάνοντας τμήμα ανοιχτής θέσης στάθμευσης, η οποία δεν προσμετρήθηκε στον συντελεστή δόμησης σύμφωνα με την εκδοθείσα άδεια, το δε μηχανοστάσιο που περιλαμβάνει εγκαταστάσεις ανελκυστήρα επίσης κατασκευάστηκε στον ισόγειο χώρο εισόδου της οικοδομής κάτω από το κλιμακοστάσιο το οποίο επίσης δεν έχει προσμετρηθεί στον συντελεστή δόμησης.

Ότι η παράλειψη κατασκευής υπογείου, που δεν συνάδει με την στατική μελέτη και την επίλυση του στατικού φορέα σύμφωνα με την αρχική οικοδομική άδεια της οικοδομής, δημιουργεί κίνδυνο στατικότητας αυτής (οικοδομής), είναι παράνομο και άκρως επικίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα, αφού εμφανίζει σοβαρό στατικό πρόβλημα εκ του λόγου του ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις άδειας κατασκευής και δεν κατασκευάσθηκε η οικοδομή και το διαμέρισμα σύμφωνα με την ως άνω άδεια της Πολεοδομίας.

Ότι καίτοι, σύμφωνα με την αρχική οικοδομική άδεια, προβλέπονταν τρεις ανεξάρτητοι κλειστοί χώροι στάθμευσης καθώς και χώρος pilotis και σύμφωνα με το διάγραμμα κάλυψης και τις εμβαδομετρήσεις του μελετητή μηχανικού αυτοί οι κλειστοί χώροι στάθμευσης δεν προσμετρούνται στη δομήσιμη επιφάνεια και δεν δικαιούνται ποσοστό επί του οικοπέδου, οι χώροι αυτοί απέκτησαν ποσοστό επί του οικοπέδου με συνέπεια την μείωση των ποσοστών των λοιπών συνιδιοκτητών.

Ότι υφίσταται διαφορά της μελέτης με την υφιστάμενη κατάσταση στην χωροθέτηση των υδρομετρητών και των μετρητών της ΔΕΗ. Ότι κατόπιν μετρήσεων στην είσοδο της οικοδομής παρατηρήθηκαν μικροδιαφορές στις διαστάσεις καθώς και η κατασκευή μιας επιπλέον εξωτερικής τοιχοποιίας, ενώ υπάρχουν εκκρεμότητες που αφορούν κατασκευές γυψοσανίδας εντός της οικοδομής όπως επίσης και την ημιτελή περίφραξη.

Ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος, κατά τις συναντήσεις τους προ της καταρτίσεως της συμβάσεως, αλλά και κατά την κατάρτισή της και την υπογραφή του συμβολαίου αγοράς του διαμερίσματος ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου, τους επέδειξε τοπογραφικό σχέδιο και σχέδια της οικοδομής, τα οποία όμως δεν ανταποκρινόταν στο ακίνητο που τους πωλούσε, γνώριζε δε πως το πωληθέν υπ’ αυτού ακίνητο είχε όλα τα παραπάνω ελαττώματα, και παρά ταύτα, ενεργώντας δολίως, τους τα απέκρυψε εξαπατώντας τους, ενώ αν αυτοί τα γνώριζαν ή ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν, ουδέποτε θα κατάρτιζαν την σύμβαση αυτή πωλήσεως.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν: Α) να ακυρωθεί κατ’ ορθή εκτίμηση η με το ανωτέρω αναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο καταρτισθείσα σύμβαση πωλήσεως, λόγω πλάνης τους ως προς τις ουσιώδεις ιδιότητες του ακινήτου, συνεπεία της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου και να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να τους καταβάλει, διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 σε έκαστο εξ αυτών το τίμημα της πώλησης, συνολικού ποσού 110.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς κατά το ποσό αυτό έγινε σε βάρος τους πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία.

Β) άλλως και επικουρικώς, να αναγνωριστεί η συντέλεση της δηλούμενης με την αγωγή αυτή υπαναχωρήσεώς τους από την πώληση, λόγω πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του πωληθέντος ακινήτου και επίσης να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ, διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα τους, ήτοι 55.000 ευρώ σε έκαστο σύμφωνα με τις διατάξεις περί ευθύνης του πωλητή όσον αφορά αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα ποσού 38.000 ευρώ και του αδικαιολόγητου πλουτισμού όσον αφορά το εκτός συμβολαίου τίμημα ποσό των 72.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής του ανωτέρω ποσού ήτοι από 17-12-2009, άλλως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας, Γ) να αναγνωρισθεί ότι λόγω αδικοπραξίας ο εναγόμενος τους οφείλει, το συνολικό ποσό των 10.181,4 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστησαν από την πώληση του ελαττωματικού ακινήτου, όπως το ποσό αυτό αναλύεται λεπτομερώς στο δικόγραφο της αγωγής τους, διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα τους, ήτοι 5.090, 52 ευρώ σε έκαστο με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής του κάθε επιμέρους ποσού, άλλως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας, Δ) να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος οφείλει σωρευτικά να τους καταβάλει το ποσό των 22.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την επικαλούμενη και τελεσθείσα από τον εναγόμενο σε βάρος τους αδικοπραξία διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα τους, ήτοι 11.000 ευρώ σε έκαστο, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 142.151,4 ευρώ, διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 ήτοι 71.090.52 ευρώ σε έκαστο και Ε) άλλως και όλως επικουρικώς, για την περίπτωση που δε γίνουν δεκτές οι βάσεις της αγωγής για ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης και για αναγνώριση της λύσεως της επίδικης συμβάσεως πωλήσεως με υπαναχώρηση, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει, το ποσό των 80.000 ευρώ, διαιρετώς, κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα τους, ήτοι 40.000 ευρώ σε έκαστο, ως μείωση του τιμήματος λόγω πραγματικών ελαττωμάτων, αλλά και ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων, το ποσό των 10.181,04 ευρώ λόγω αδικοπραξίας και το ποσό των 22.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστησαν και συνολικά το ποσό των 112.151,04 ευρώ διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα τους, ήτοι 56.075.52 ευρώ σε έκαστο με τους νόμιμους τόκους κατά τις άνω διακρίσεις.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αυτή, με την οποία οι ενάγοντες ασκούν, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεως συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του πωληθέντος σε αυτούς από τον εναγόμενο διαμερίσματος, κυρίως την εκ των άρθρων 147, 149 εδ. α’ , 513 επ., 540, 914 επ, 932 ΑΚ, 27 και 386 του ΠΚ, αξίωσή τους για ακύρωση της επιδίκου συμβάσεως πωλήσεως λόγω απάτης και σωρευτικώς αποζημιώσεώς τους κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και επιβοηθητικώς - επικουρικώς τις εκ των άρθρων 513 επ., 540, 543, 904 επ., 914, 932 του ΑΚ, 27 και 386 του ΠΚ αξιώσεις τους για αναγνώριση της γενόμενης με την αγωγή αυτή υπαναχωρήσεώς τους από τη επίδικη σύμβαση και επιστροφής του καταβληθέντος τιμήματος κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, άλλως μειώσεως του καταβληθέντος τιμήματος και αποζημιώσεώς τους για περαιτέρω μη καλυπτόμενες και σε αδικοπρακτική και μη αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου πωλητή θεμελιούμενες ζημίες τους.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε κατ’ ουσίαν τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεως των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) κατά της πρωτόδικης, υπ’ αριθ. 17063/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε κριθεί εν μέρει αόριστη και εν μέρει μη νόμιμη η αγωγή κατά τα άνω αιτήματά της, δεχθέν, ότι "...

η κρινόμενη αγωγή ..., κατά την κύρια βάση της είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον ... οι ενάγοντες δεν αναφέρουν τα πραγματικά περιστατικά της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου με την οποία οδηγήθηκαν λόγω πλάνης τους στην αγορά του επιδίκου ακινήτου, όσον αφορά το σκέλος της ακύρωσης της δικαιοπραξίας, ούτε όμως και τα στοιχεία της αδικοπραξίας, όσον αφορά το σκέλος της αιτούμενης αποζημίωσης ...

δεν εκτίθενται στην αγωγή σε τι συνίσταται η απάτη του εναγομένου, δηλαδή αν αυτός παρέστησε στους ενάγοντες ψευδή γεγονότα ως αληθινά και ποιά, ή αν αθέμιτα απέκρυψε αληθινά και ποιά, σχετικά με τα φερόμενα στην αγωγή πραγματικά ελαττώματα του πωλούμενου ακινήτου και ατέλειες αυτού, τα οποία ήταν κρίσιμα για την απόφασή τους να αγοράσουν αυτό ...

δεν επικαλούνται, τι ακριβώς συμφώνησαν ως προς αυτά με τον εναγόμενο, αν αποτέλεσαν οι κατασκευές αυτές αντικείμενο της σύμβασης πωλήσεως, πέραν από τις όποιες συμφωνίες που αφορούσαν το συγκεκριμένο διαμέρισμα που αγόρασαν και την χρήση της αποκλειστικής θέσης στάθμευσης .... δεν εκτίθενται τα δόλια μέσα ή τα τεχνάσματα που ο εναγόμενος χρησιμοποίησε, για να παραπλανήσει τους ενάγοντες, η πρόθεση αυτού καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της απάτης και της προκληθείσας βούλησής τους, με βάση τις προσωπικές ικανότητες και ιδιότητές τους, ...

δεν επικαλούνται οι ενάγοντες, ... στοιχεία επικινδυνότητας του επίδικου ακινήτου, ούτε την προβλεπόμενη από το άρθρο 1 και 7 παρ. 5 του ΠΔ της 13.4./22.4.1929 "περί επικίνδυνων οικοδομών" έκθεση της αρμόδιας επιτροπής, ... δεν προσδιορίζουν τη ζημιά που υπέστησαν από την φερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημιάς, καθώς και της ηθικής βλάβης που ισχυρίζονται ότι τους προκλήθηκε, ...

δεν εκθέτουν αν με τις επικαλούμενες αυθαίρετες μεταβολές και προσθήκες που έγιναν στην άνω οικοδομή, μειώθηκαν -και κατά πόσο- τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά που αντιστοιχούν στο διαμέρισμα που αγόρασαν, σε σχέση με αυτά που συμφώνησαν να αγοράσουν, αν μετά την κατασκευή από τον εναγόμενο των κλειστών θέσεων στάθμευσης και την κατασκευή λεβητοστασίου στο ισόγειο της πυλωτής, μεταβλήθηκε η παραπάνω θέση στάθμευσης, της οποίας έχουν την αποκλειστική χρήση με την αγορά του ακινήτου τους και.

ποιά είναι τα πρόστιμα που βαρύνουν αυτούς και θα κληθούν να καταβάλουν. Όσον αφορά τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου και δη στην αξίωση των εναγόντων να αναγνωρισθεί η λύση της επίδικης πωλήσεως λόγω υπαναχώρησης, άλλως να μειωθεί το τίμημα της πωλήσεως, ομοίως η αγωγή είναι αόριστη καθόσον δεν προσδιορίζεται κατά τα προεκτεθέντα το πραγματικό ελάττωμα του επίδικου διαμερίσματος, αν από τις επικαλούμενες πολεοδομικές αυθαιρεσίες αναιρείται ή μειώνεται ουσιωδώς η αξία ή η χρησιμότητά του, καθώς και το μέγεθος της μείωσης, όπως δεν γίνεται σαφής επίκληση τυχόν υπάρχουσας μεταξύ των διαδίκων, ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας, ότι το επίδικο ακίνητο δεν θα είχε τα φερόμενα πραγματικά ελαττώματα και ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την ευθύνη της έλλειψης των".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, με το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, η αγωγή, ως προς τα παραπάνω αιτήματά της είναι ορισμένη και περιέχει όλα τα προς τούτο απαιτούμενα στοιχεία, δεδομένου ότι επαρκώς, αν και όχι με πανηγυρικό τρόπο, εκτίθενται τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά της κυρίας και των επικουρικώς σωρευομένων ως άνω βάσεων της αγωγής αυτής και δη εκείνα της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, με την οποία οδηγήθηκαν λόγω πλάνης τους στην αγορά του επιδίκου ακινήτου, ως και τα ελαττώματα και οι ελλείψεις αυτού κατά τον χρόνο της κτήσεώς του, που αν γνώριζαν δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση της συμβάσεως αγοράς του.

Ειδικότερα, εκτίθενται, ότι ενώ ως κατασκευαστής της πολυκατοικίας και πωλητής του εν λόγω διαμερίσματος ο εναγόμενος εγνώριζε ότι το λεβητοστάσιο και το μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα, τόσον κατά την αρχική οικοδομική άδεια όσον και μετά την αναθεώρησή της και τα σχετικά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, που τους επέδειξε προκειμένου βάσει αυτών να καταρτίσουν και κατάρτισαν εν τέλει, την εν λόγω σύμβαση πωλήσεως, προβλεπόταν να τα κατασκευάσει στο υπόγειο, εντούτοις χωρίς προς τούτο άδεια και επομένως αυθαιρέτως, το μεν κατάργησε τον, προβλεπόμενο από την οικοδομική άδεια, υπόγειο χώρο της οικοδομής μπαζώνοντάς τον, το δε τις εγκαταστάσεις αυτές τις κατασκεύασε στο ισόγειο, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνουν ποσοστό συνιδιοκτησίας επί της οικοδομής και έτσι να μειώνεται το, κατά τα πολεοδομικά σχέδια της οικοδομής και της οροφοκτησίας, ποσοστό συνιδιοκτησίας του διαμερίσματός τους στους κοινοχρήστους και κοινοκτήτους αυτούς χώρους της οικοδομής, γεγονότα, που εγνώριζε υπό τις ανωτέρω ιδιότητές του (κατασκευαστή της οικοδομής και πωλητή του επιδίκου διαμερίσματος) και παρά ταύτα δολίως τους απέκρυψε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως και την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου και παράδοση του εν λόγω διαμερίσματος σε αυτούς, καίτοι εγνώριζε ότι οι αυθαίρετες αυτές ενέργειες, λόγω του ότι έγιναν κατά παράβαση των σχετικών πολεοδομικών διατάξεων, επισύρουν ποινές προστίμων, στις οποίες υπόκεινται ως συνιδιοκτήτες και οι ίδιοι (ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες).

Σημειωτέον, ότι δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο της αγωγής αυτής, καθ’ όλες τις βάσεις της, η αναφορά στην αγωγή αυτή, ότι συντάχθηκε έκθεση αυτοψίας από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία με την οποία βεβαιώνονται οι ανωτέρω αυθαιρεσίες, που οι ενάγοντες επικαλούνται ότι υπάρχουν στο πωληθέν ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με την επίδικη μεταβιβαστική σύμβαση (ΑΠ 183/2017).

Περαιτέρω, εκθέτουν οι ενάγοντες, ότι η παράλειψη κατασκευής υπογείου, δεν συνάδει με την στατική μελέτη της αρχικής οικοδομικής άδειας της οικοδομής, δημιουργεί κίνδυνο στατικότητας αυτής (οικοδομής) και εκ τούτου είναι άκρως επικίνδυνο το επίδικο διαμέρισμα για τη σωματική τους ακεραιότητα. Επίσης (εκθέτουν) ότι καίτοι, σύμφωνα με την αρχική οικοδομική άδεια, προβλέπονταν τρεις ανεξάρτητοι κλειστοί χώροι στάθμευσης καθώς και χώρος pilotis, που σύμφωνα με το διάγραμμα κάλυψης και τις εμβαδομετρήσεις του μελετητή μηχανικού οι κλειστοί αυτοί χώροι στάθμευσης δεν προσμετρούνται στη δομήσιμη επιφάνεια και δεν δικαιούνται ποσοστό επί του οικοπέδου, οι χώροι αυτοί απέκτησαν ποσοστό επί του οικοπέδου με συνέπεια την μείωση των ποσοστών των λοιπών συνιδιοκτητών.

Ότι, (εκθέτουν ακόμη) υφίσταται διαφορά της πολεοδομικής μελέτης με την υφιστάμενη κατάσταση στην χωροθέτηση των υδρομετρητών και των μετρητών της ΔΕΗ. Ότι κατόπιν μετρήσεων στην είσοδο της οικοδομής παρατηρήθηκαν μικροδιαφορές στις διαστάσεις, κατασκευάσθηκε επί πλέον εξωτερική τοιχοποιία και επίσης ημιτελής περίφραξη.

Εκτίθενται επίσης οι ζημίες, περιουσιακές και μη περιουσιακές (ηθική βλάβη), που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες, ο αιτιώδης σύνδεσμός τους με την ανωτέρω αδικοπρακτική (απατηλή) συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου, ως και το ποσό, κατά το οποίο ζητείται (επικουρικώς) η μείωση του καταβληθέντος τιμήματος αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος με τα ανωτέρω ελαττώματα και ελλείψεις, ενώ δηλούται η με την αγωγή αυτή υπαναχώρηση των εναγόντων από την σύμβαση και διαλαμβάνεται αίτημα επιστροφής του τιμήματος κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και αποζημιώσεως για τις περαιτέρω ζημίες που υπέστησαν.

Επομένως, οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, κατ` εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι δε και από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 8, που αναφέρονται στο αναιρετήριο και πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς τα κεφάλαιά της, που αφορούν την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής καθ’ όλες τις βάσεις της, είναι βάσιμοι.

Κατά παραδοχή τους δε, και δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλειά τους καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής (αναιρέσεως), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της καθ’ ο μέρος αφορά την αγωγή αυτή, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου, απαιτείται προσβολή της προσωπικότητας, η οποία να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, ήσσονος σπουδαιότητας ή ασκουμένου υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, και υπαίτια, ήτοι να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωση της (σωματική, πνευματική, ηθική κ.λ.π.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητός του (ΑΠ 1279/2011).

Η προσβολή της προσωπικότητος μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος τελεί εν γνώσει της αναληθείας του διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επί πλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Σε περίπτωση δε που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Όμως ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικώς και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτήν την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψη του, προσβάλλοντας παρανόμως την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαιτίως αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει και την ηθική του βλάβη του (ΑΠ 1662/2005).

Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητος. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος, δηλαδή συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατ’ άρθρο 361 ΠΚ (ΑΠ 109/2012, ΑΠ 1279/2011).

Εξ άλλου, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη (ή την ψυχική οδύνη), λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η καθιερώνουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντάς την, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή.

Αποτελεί δε η αρχή της αναλογικότητας την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται οι σχετικές κρίσεις, ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 730/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενον της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, αναφορικά με την ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο ανταγωγή κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα εξής: "...

αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο αντενάγων είναι τοπογράφος μηχανικός και εργολάβος οικοδομών. Μεταξύ άλλων οικοπέδων είχε στην κυριότητά του και το υπ’ ... οικόπεδο, εκτάσεως 1.707,71 τ.μ., κείμενο στο Γ9 Οικοδομικό Τετράγωνο του Δήμου Επανομής Θεσσαλονίκης. Προς αξιοποίηση του ανωτέρω οικοπέδου και λόγω της ανωτέρω επαγγελματικής του δραστηριότητας αποφάσισε την ανοικοδόμηση σ’ αυτό, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../25-10-2006 άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, συγκροτήματος τριών διώροφων οικοδομών με πυλωτή, υπόγειο, στέγη και τρεις κλειστές θέσεις στάθμευσης, εκ των οποίων όμως ανεγέρθηκε τελικά μόνο η υπ’ αριθμ.

Α οικοδομή στο δυτικό μέρος του οικοπέδου. Στις 13-11-2007 έγινε αναθεώρηση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας σύμφωνα με την οποία επρόκειτο να καταργηθεί το μεγαλύτερο τμήμα του υπογείου χώρου του κτιρίου A της επίδικης οικοδομής, με πρόβλεψη να μπαζωθεί το τμήμα αυτό του υπογείου αφήνοντας άθικτους τους χώρους του λεβητοστασίου και του μηχανοστασίου της αρχικής οικοδομικής άδειας.

Στη συνέχεια και ο προβλεπόμενος με την άνω τροποποίηση υπόγειος χώρος της οικοδομής εμβαδού 41,51 τ.μ., καταργήθηκε, το δε λεβητοστάσιο μεταφέρθηκε και κατασκευάστηκε, στο ισόγειο σε ελεύθερο χώρο της πυλωτής που δεν είχε χαρακτηριστεί ως θέση στάθμευσης, ενώ το μηχανοστάσιο, που περιλαμβάνει εγκαταστάσεις ανελκυστήρα, κατασκευάστηκε στο ισόγειο χώρο της εισόδου της οικοδομής κάτω από το κλιμακοστάσιο.

Ο χώρος του υπογείου, συμπεριλαμβανομένου και του άνω μικρού τμήματός του επιχώθηκε με διαδοχικά συμπιεζόμενες στρώσεις και αντί πλάκας οροφής του υπογείου κατασκευάστηκε εδαφόπλακα επί συμπιεσμένου εδάφους, ενώ τα υπόγεια ενδιάμεσα συνδετήρια δοκάρια συνεχίστηκαν με τοιχία, περιμετρικά σε όλο το χώρο του υπογείου και σε όλο το ύψος των ανωτέρω δοκαριών, ήτοι από κάτω και μέχρι το σημείο της επαφής τους με την εδαφόπλακα, με αποτέλεσμα η οικοδομή να έχει πολύ περισσότερα στοιχεία ασφάλειας από τα συνήθως προβλεπόμενα, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας του αντενάγοντος, ο οποίος είναι αρχιτέκτων και ήταν ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός της οικοδομής.

Για την αλλαγή όμως αυτή, δηλαδή την κατάργηση του μικρού τμήματος του υπογείου και την τοποθέτηση του λεβητοστασίου και του μηχανοστασίου στην πυλωτή και στην είσοδο της οικοδομής αντίστοιχα, δεν έγινε νέα ενημέρωση της ως άνω πολεοδομικής άδειας, παρότι αυτό ευχερώς μπορούσε να γίνει εντός του χρόνου ισχύος της, καθόσον ο αντενάγων, με την πρόβλεψη της κατασκευής και των άλλων δύο οικοδομών, είχε την πρόθεση- να καταργήσει το λεβητοστάσιο αυτό και να δημιουργήσει ένα ενιαίο λεβητοστάσιο στη μεσαία υπό στοιχείο Β οικοδομή, ενέργεια τελικά που δεν έγινε, γιατί, λόγω της κρίσης στο χώρο των οικοδομών, δεν μπόρεσε τελικά να ανεγείρει τις λοιπές αναφερόμενες στην ανωτέρω οικοδομική άδεια οικοδομές.

Στο μεταξύ ο αντενάγων, δυνάμει του υπ’ αριθμ .../11.12.2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ά. Π., που νόμιμα μεταγράφηκε προέβη στη σύσταση οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας επί των τριών οικοδομών, η δε υπό στοιχείο "Α" οικοδομή, που τελικά κτίστηκε θα αποτελείτο από: α) ισόγειο, το οποίο θα περιλαμβάνει ανοικτό χώρο πυλωτής και κλειστές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων και β) δύο κύριους ορόφους, χωρίς να αναφέρεται η ύπαρξη υπογείου, όπως αντιθέτως αναφέρεται στην ίδια πράξη για τις δύο άλλες υπό στοιχεία "Β’ και "Γ" οικοδομές, οι οποίες, όμως, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε ανεγέρθηκαν.

Μάλιστα οι ανωτέρω κλειστές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων αποτελούσαν χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθόσον είχαν συγκεκριμένο εμβαδόν με αντίστοιχο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σύμφωνα με τον πίνακα ποσοστών και κατανομής δαπανών κοινοχρήστων, οι οποίες δημιουργήθηκαν έγκυρα σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 23/2000 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (και ΑΠ 318/2013) και οι οποίες πωλήθηκαν κατά συνέπεια έγκυρα από τον αντενάγοντα δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../11-12-2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτων της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου.

Στις 17.12.2009 κι αφού οι κατοικίες της οικοδομής "Α" είχαν αποπερατωθεί πλήρως από τον Αύγουστο του έτους 2008, οι αντεναγόμενοι δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...17-12-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που νόμιμα μεταγράφηκε, αγόρασαν από τον αντενάγοντα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το με αριθμό A3 διαμέρισμα κείμενο στο δεύτερο όροφο της υπό στοιχείο Α’ οικοδομής, εμβαδού μικτού 87,23 τ.μ.

και καθαρού 66,91 τ. μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 59,42/1000 επί όλου του οικοπέδου και επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπό στοιχείο Α04 ανοικτής θέσης στάθμευσης στην πυλωτή της οικοδομής, εμβαδού 12,50 τ.μ, το οποίο τους παρέδωσε την ίδια ημέρα υπογραφής του ως άνω συμβολαίου, πλήρως αποπερατωμένο και στο οποίο και εγκαταστάθηκαν σχεδόν αμέσως μετά την αγορά του.

Δύο χρόνια περίπου μετά κι αφού οι σχέσεις του πρώτου αντεναγομένου με τους λοιπούς ενοίκους της οικοδομής είχαν διαταραχθεί από τα μέσα του έτους 2011 μάλιστα δε είχε φθάσει στο σημείο από το καλοκαίρι του ίδιου έτους, να μην καταβάλει τις αναλογούσες στην συνιδιοκτησία του κοινόχρηστες δαπάνες προς ΔΕΗ σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 7 ....12.2012 ένορκη βεβαίωση της Θ.

Κ., κατοίκου στην ίδια οικοδομή, οι αντεναγόμενοι πληροφορούμενοι ότι ο αντενάγων κάποια διαμερίσματα του στην ίδια οικοδομή τα πούλησε λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης με μικρότερη τιμή, άρχισαν να διαμαρτύρονται προς τον αντενάγοντα για το ύψος του τιμήματος που κατέβαλαν για την αγορά του διαμερίσματος του.

Στη συνέχεια, στις 20.10.2011 απέστειλαν προς τον αντεναγόμενο (ορθώς αντενάγοντα) ... την από 11.10.2011 εξώδικη δήλωσή τους, όπου διαμαρτύρονταν για ορισμένες πολεοδομικές παραβάσεις που διαπίστωσαν ότι υπήρχαν ήδη στην οικοδομή όπου κείται το διαμέρισμά τους και ακολούθως άσκησαν την με το ίδιο περιεχόμενο από 7.11.2011 κρινόμενη αγωγή τους, όπου μεταξύ άλλων διέλαβαν τους εξής ισχυρισμούς που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του αντενάγοντος:

α) ότι η οικοδομή παρουσιάζει πλήθος νομικών και πραγματικών ελαττωμάτων, παρανομιών, κατασκευαστικών πλημμελειών συνισταμένων κυρίως στο ότι ο προβλεπόμενος υπόγειος χώρος της οικοδομής ουδέποτε κατασκευάστηκε, ότι το λεβητοστάσιο κατασκευάστηκε στον ισόγειο χώρο της πυλωτής καθ’ υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, καταλαμβάνοντας τμήμα ανοιχτής θέσης στάθμευσης, η οποία δεν προσμετρήθηκε στο συντελεστή δόμησης, ενώ το μηχανοστάσιο που περιλαμβάνει εγκαταστάσεις ανελκυστήρα κατασκευάστηκε στον ισόγειο χώρο εισόδου της οικοδομής κάτω από το κλιμακοστάσιο, το οποίο επίσης δεν έχει προσμετρηθεί στο συντελεστή δόμησης, ενώ δεν πληροί τις προδιαγραφές ελάχιστων διαστάσεων και ελεύθερου ύψους, όπως ορίζει ο ΓΟΚ, τις οποίες γνώριζε ο αντενάγων, και οι οποίες δημιουργούν κίνδυνο στατικότητας, καθιστούν το κτίριο παράνομο και άκρως επικίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα, β) ότι υπάρχει θέμα με την πώληση κλειστών θέσεων στάθμευσης που οι ίδιοι δεν γνώριζαν ότι υπάρχουν, γ) ότι ο αντενάγων ενήργησε δολίως και τους εξαπάτησε διότι τους απέκρυψε τα παραπάνω προβλήματα, τα οποία οι ίδιοι δεν γνώριζαν, ενώ αν τα γνώριζαν ή μπορούσαν να τα γνωρίζουν ποτέ δε θα κατάρτιζαν τη σύμβαση πώλησης, δ) ότι τους υπέδειξε και υπέγραψαν ενώπιον της συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο πώλησης, τοπογραφικό το οποίο δεν ανταποκρινόταν σε αυτό το ακίνητο που τους πωλούσε.

Ωστόσο τα άνω διαλαμβανόμενα στην εξώδικο δήλωση και στην αγωγή των αντεναγομένων είναι ψευδή, τούτοι δε τα ισχυρίσθηκαν εν γνώσει της αναλήθειας των. Ειδικότερα, οι αντεναγόμενοι αν όχι προ της υπογραφής του συμβολαίου αγοράς του διαμερίσματος των, τουλάχιστον κατά την υπογραφή του συμβολαίου πληροφορήθηκαν ότι η οικοδομική άδεια δυνάμει της οποίας κτίσθηκε τούτο είχε πρόβλεψη κατασκευής υπογείου στην οικοδομή, όπως ρητά αναγράφεται στο συμβόλαιο ενώ η επίσης αναφερόμενη στο συμβόλαιο πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν προέβλεπε κατασκευή υπογείου, πράγμα που διαπίστωσαν και οι ίδιοι όταν πριν προβούν στην αγορά επισκέφθηκαν την οικοδομή που ήταν ήδη αποπερατωμένη και αντιλήφθηκαν την απουσία υπογείου και την ύπαρξη του λεβητοστασίου και μηχανοστασίου στο ισόγειο.

Κατά την υπογραφή επίσης του παραπάνω συμβολαίου οι αντεναγόμενοι υπέγραψαν τις κατόψεις ισογείου και 2ου ορόφου, όπου εμφαίνεται ότι στο ισόγειο υφίστανται τρεις κλειστοί χώροι στάθμευσης, όπως προβλέπονταν και στην ανωτέρω οικοδομική άδεια και δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι οι αντεναγόμενοι αγνοούσαν την ύπαρξη τους, όπως αναληθώς στην αγωγή τους αναφέρουν.

Το ισχυριζόμενο δε επιπρόσθετο γεγονός, ότι υπέγραψαν κατά την υπογραφή του άνω συμβολαίου τοπογραφικό που δεν ανταποκρινόταν στο ακίνητο που αγόρασαν, ουδόλως αποδείχθηκε. Και μπορεί ως προς την κατάργηση του υπογείου και τη μεταφορά του μηχανοστασίου στο ισόγειο και του λεβητοστασίου στην πυλωτή της κατασκευής, που έγιναν για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, να υπάρχει διαφοροποίηση από την οικοδομική άδεια, πλην όμως δεν δημιουργεί οποιοδήποτε κίνδυνο στατικής επάρκειας της οικοδομής και κατ’ επέκταση κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των κατοίκων της και δη των αντεναγομένων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση επανυπολογισμού θεμελίωσης του πολιτικού μηχανικού Κ.

Φ. κατά την οποία ναι μεν η νέα στάθμη θεμελίωσης είναι 2,50 μ. χαμηλότερα από τη στάθμη του ισογείου, ωστόσο οι δοκοί, τα υποστυλώματα και τα τοιχεία διατηρούν τα γεωμετρικά τους χαρακτηριστικά (εκτός του ύψους των υποστυλωμάτων), η ταλαντούμενη μάζα του κτιρίου δεν μεταβάλλεται και επομένως δεν αλλοιώνεται η αντισεισμική απόκριση του κτιρίου, επιπλέον δε η απαίτηση όπλισης των στοιχείων όλων των υπερκείμενων ορόφων, καθώς και των πεδιλοδοκών δεν μεταβλήθηκε.

Άλλωστε στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή περί της έλλειψης οποιουδήποτε κινδύνου στατικής επάρκειας της οικοδομής καταλήγει και ο μηχανικός του ΤΕΕ, Χ. Γ. στην από 08-12-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε κατόπιν υποβολής στο ΤΕΕ από τον πρώτο αντεναγόμενο της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../25-06-2012 αίτησής του.

Έτσι ο ισχυρισμός των αντεναγομένων περί ύπαρξης κινδύνου στατικότητας του κτιρίου και επικινδυνότητας αυτού για τη σωματική τους ακεραιότητα, κυρίως λόγω της μη κατασκευής του υπογείου, είναι μια εντελώς ατεκμηρίωτη άποψη αυτών την οποία ανεύθυνα και σκόπιμα διαδίδουν σε βάρος του αντενάγοντα, παρότι ο ίδιος ο αρχιτέκτονας μηχανικός Γ.

Κ. Φ. στον οποίο έδωσαν εντολή να συντάξει την από Νοέμβριο 2011 τεχνική έκθεση αναφέρει σ’ αυτήν ότι η παράλειψη κατασκευής υπογείου χώρου "ενδεχομένως" να επηρεάζει την στατική συμπεριφορά του φέροντα οργανισμού της οικοδομής. Καταθέτοντας μάλιστα ο ίδιος ως μάρτυράς απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε ότι η στατική συμπεριφορά μπορεί να επηρεάζεται και θετικά, ενώ επιπλέον διευκρίνισε ότι στην τεχνική του έκθεση δεν κάνει λόγο για κίνδυνο της σωματικής ακεραιότητας των αντεναγομένων.

Είναι γεγονός, ότι το λεβητοστάσιο και το μηχανοστάσιο που περιλαμβάνει τις εγκαταστάσεις ανελκυστήρα κατασκευάστηκαν καθ’ υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και το τελευταίο δεν πληροί τις προδιαγραφές ελάχιστων διαστάσεων και ελεύθερου ύψους, όπως ορίζει ο ΓΟΚ. Ωστόσο αποδεικνύεται ότι ο αντενάγων προχώρησε στη διαδικασία τακτοποίησης των συγκεκριμένων αυθαίρετων κατασκευών αρχικά σύμφωνα με το Ν. 3843/2010 και αργότερα με το ν. 4014/21-09-2011 υποβάλλοντας την υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...23-11-2010 αίτηση και την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../10-07-2012 δήλωση ένταξης Ν. 4014/2011, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο τελευταίος και ήδη όλες οι αυθαίρετες κατασκευές της οικοδομής έχουν τακτοποιηθεί, όπως προκύπτει τόσο από την κατάθεση και των δύο μαρτύρων και μάλιστα σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα του αντενάγοντος, όλα τα πρόστιμα πληρώθηκαν από τον τελευταίο.

Όσον αφορά δε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι το μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα δεν πληροί τις προδιαγραφές ελάχιστων διαστάσεων και ελεύθερου ύψους, όπως ορίζει ο ΓΟΚ, (ήτοι κανονικά το ελάχιστο ύψος πρέπει να ΕΙΝΑΙ ΜΕΧΡΙ 1,80 μ και εν προκειμένω είναι 1,30 μ) επειδή κατασκευάστηκε κάτω από το κλιμακοστάσιο, αυτό δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα στην οικοδομή, δεν τίθεται θέμα ασφάλειας του ανελκυστήρα και διακοπής της λειτουργίας του, καθώς οι ανωτέρω αποκλίσεις από το συνιστώμενο ύψος δεν επηρεάζουν δυσμενώς τη λειτουργία του, απλώς πρέπει να ληφθούν κάποια μέτρα σε σχέση με το σημείο του ελάχιστου ύψους του μηχανοστασίου για την ασφάλεια του υπεύθυνου συντηρητή, ο οποίος και μόνο θα πρέπει να επιτρέπεται να έχει πρόσβαση σ’ αυτό, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...06-09-2012 έγγραφο του Τμήματος τεχνικών υπηρεσιών της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Περιβάλλοντος του ..., η οποία (Υπηρεσία) επιλήφθηκε κατόπιν σχετικής καταγγελίας του πρώτου αντεναγομένου. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί ότι οι άνω πολεοδομικές παραβάσεις, οι οποίες και τακτοποιήθηκαν σε καμιά περίπτωση δεν καθιστούν αυθαίρετο το επίδικο διαμέρισμα, ούτε αυθαίρετη όλη την οικοδομή, αφού για τον χαρακτηρισμό ενός κτίσματος ως αυθαίρετου κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του από 12/7/1983 Π.Δ/τος (ΦΕΚ 291Δ), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ.7 του Ν. 1337/1983, απαιτείται σύνταξη έκθεσης αυτοψίας υπαλλήλων της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και τέτοια έκθεση δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει γεγονός που γνώριζαν οι αντεναγόμενοι, αφενός γιατί ο πρώτος που τυγχάνει σύζυγος της δεύτερης, ως πυρονόμος είχε σχετική εμπειρία, αφετέρου γιατί πριν προβούν σε οποιαδήποτε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια προσέτρεξαν στον προαναφερόμενο αρχιτέκτονα μηχανικό Γ.

Φ. κι ενώ ο τελευταίος ως πιο ειδικός ήταν φειδωλός στους ισχυρισμούς του, οι ίδιοι ξεπερνώντας τον, εκτόξευσαν σε βάρος του αντενάγοντα βαρύτατες και αβάσιμες κατηγορίες. Αξίζει να σημειωθεί, ότι παρότι η προαναφερόμενη με αριθμ. ...-2012 Τεχνική πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου από το ΤΕΕ πραγματογνώμονα, πολιτικού μηχανικού που Χ.

Γ., αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία ανησυχία για τη στατική επάρκεια της οικοδομής, ο πρώτος αντεναγόμενος αγνοώντας τελείως αυτήν υπέβαλε ενώπιον του εισαγγελέα σε βάρος του αντενάγοντος και των επιβλεπόντων μηχανικών της οικοδομής την από 20-11-2012 έγκληση, στην οποία, μεταξύ άλλων, επαναλαμβάνει τον εν γνώσει του ψευδέστατο ισχυρισμό του ότι υπάρχει θέμα στατικής επάρκειας της οικοδομής που κατασκεύασε ο αντενάγων.

Μετά τις παραπάνω παραδοχές, σαφές καθίσταται ότι ο αντενάγων, ούτε εξαπάτησε, ούτε απέκρυψε σκόπιμα από τους αντεναγομένους τα προαναφερόμενα προβλήματα της οικοδομής, τα οποία γνώριζαν οι εναγόμενοι από την αγορά του διαμερίσματος τους και την εγκατάστασή τους σ’ αυτό και τα οποία ουδόλως επηρέασαν την χρησιμότητα και την αξία του διαμερίσματος που αγόρασαν.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι την 21-07-2012 και περί ώρα 8:30, ενώ μπροστά στην οικοδομή βρίσκονταν δύο ελαιοχρωματιστές για να βάψουν την περίφραξη της οικοδομής, που τους έστειλε ο ίδιος ο αντενάγων, ο οποίος έφθασε και εκείνος εκεί περί ώρα 9:00, προκειμένου να δείξει ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής σε δύο υποψήφιους αγοραστές που θα κατέφθαναν αργότερα, οι αντεναγόμενοι, μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία του αντενάγοντος, βγήκαν στο μπαλκόνι τους και ωρυόμενοι άρχισαν να φωνάζουν και οι δύο απευθυνόμενοι αρχικά στους ανωτέρω εργάτες "να φύγετε από δω γιατί θα γκρεμίσουν όλα" και μετά στον αντενάγοντα "θα σε φτιάξουμε εσένα", "αλήτη", "κλέφτη", "απατεώνα", "Είναι ετοιμόρροπη η οικοδομή σου" και όλα αυτά ενώπιον και των λοιπών ενοίκων της οικοδομής που ήδη είχαν βγει στα μπαλκόνια τους για να δουν τι συμβαίνει.

Μετά από την επέμβαση της αστυνομίας που είχε στο μεταξύ κληθεί από τον αντενάγοντα το περιστατικό αυτό έληξε, στη συνέχεια, όμως όταν έφθασαν οι ανωτέρω υποψήφιοι αγοραστές οι αντεναγόμενοι ξανάρχισαν να φωνάζουν ότι η οικοδομή έχει πολλά προβλήματα και είναι παράνομη και ετοιμόρροπη και ότι έχει κάνει (ο αντενάγων) "ατασθαλίες" σε αυτήν με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να φοβηθούν και να φύγουν χωρίς να δουν την οικοδομή, ενώ μετά από αυτά ο αντενάγων μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα της Επανομής και κατήγγειλε τα ανωτέρω συμβάντα, όπως προκύπτει από το από 21-07-2012 βιβλίο αδικημάτων συμβάντων συλλήψεων, συστάσεων και παραπόνων του ανωτέρω Αστυνομικού Τμήματος.

Με βάση τα προεκτεθέντα, όλα όσα ισχυρίστηκαν οι αντεναγόμενοι σε βάρος του αντενάγοντος ενώπιον των προσώπων που παραβρέθηκαν στο άνω περιστατικό ήταν ψευδή και δυσφημιστικά, οι δε αντεναγόμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας τους. Οι τελευταίοι με όλες τις προαναφερόμενες πράξεις τους είχαν άμεσο σκοπό να προσβάλουν την προσωπικότητα του αντενάγοντος, την οποία και έβλαψαν και τρώθηκε η τιμή και υπόληψή του ως ατόμου, και ως τοπογράφου μηχανικού στον κύκλο των δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών, δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσον αφορά την επίδικη εξώδικη δήλωση, αγωγή και έγκληση και στον κύκλο των προσώπων που αντιλήφθηκαν το άνω επεισόδιο.

Η προσβολή αυτή είναι παράνομη, αφού έγινε χωρίς οι αντεναγόμενοι να έχουν δικαίωμα προς τούτο, με αναληθείς ισχυρισμούς και με πρόθεση να αμφισβητήσουν την ηθική και επαγγελματική αξία του αντενάγοντος. Συνακόλουθα συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις (αρθ. 57, 59, 914 ΑΚ, 361, 362, 363 ΠΚ), για να δικαιούται ο αντενάγων της αιτούμενης κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντεναγομένων.

Η χρηματική αυτή ικανοποίηση, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της έκτασης της βλάβης της τιμής του αντενάγοντος, της υπαίτιας συμπεριφοράς των αντεναγομένων της βαρύτητας του πταίσματός τους (δόλος), καθώς και της συμπεριφοράς αυτών και μετά την τέλεση των άδικων πράξεών τους, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση των μερών, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ, η καταβολή του οποίου, αν και δεν μπορεί να εξαφανίσει τη ζημία επί του καθαρώς ηθικού αγαθού της τιμής και της επαγγελματικής αξιοπιστίας του αντενάγοντος, είναι εντούτοις σε θέση να αμβλύνει ως ένα βαθμό τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε σ’ αυτόν η προσβολή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους λόγους εφέσεως, κυρίους και προσθέτους, με τους οποίους οι αντεναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίζονταν τα αντίθετα, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και κατά παραδοχή κατ’ ουσίαν της ανταγωγής, είχε υποχρεώσει τους αντεναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν, νομιμοτόκως, στον αντενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή του, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τους διαλαμβανόμενους στην εξώδικη δήλωση, αγωγή και έγκλησή τους ισχυρισμούς τους για αυτόν (αντενάγοντα).

Όμως, με αυτές τις παραδοχές, διέλαβε το Εφετείο ανεπαρκείς, το δε αντιφατικές, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των επικαλουμένων διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 914, 926, 932 ΑΚ και 363 ΠΚ και γι’ αυτό οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος έκτος, κατά το σχετικό μέρος τους και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, λόγοι αναιρέσεως και επίσης οι, κατά την παρ. 4 του του αυτού άρθρου 562 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015, που εν προκειμένω εφαρμόζεται ως εκ του κατά την 13-4-2016 χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κατ’ εξαίρεση αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενοι από τον ίδιο αριθ. 19 του αυτού άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι.

Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται, ότι μεταξύ άλλων, από την έκθεση τεχνικών ελέγχων, που μνημονεύει (8/12/2012 Χ. Γ.) και που, κατά τις σχετικές παραδοχές του, διενεργήθηκε μετά την επίδοση στον αντενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο της από 11-10-2011 εξωδίκου δηλώσεώς τους και την άσκηση της κατ’ αυτού ως άνω αγωγής τους, ότι με την επίχωση, με διαδοχικά συμπιεζόμενες στρώσεις, την κατασκευή εδαφόπλακας επί συμπιεσμένου εδάφους αντί πλάκας οροφής του υπογείου και την συνέχιση των υπογείων ενδιαμέσων συνδετηρίων δοκαριών με τοιχία, περιμετρικά σε όλο το χώρο του υπογείου της, η οικοδομή έχει πολύ περισσότερα στοιχεία ασφάλειας, και επομένως δεν είναι επικίνδυνη από απόψεως στατικότητας για τους διαμένοντες σε αυτήν αντεναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, δεν εκθέτει περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει και να αιτιολογείται, η περαιτέρω παραδοχή του (Εφετείου) ότι τούτο (στατικότητα και μη επικίνδυνο της οικοδομής) το εγνώριζαν οι τελευταίοι κατά τους χρόνους συντάξεως και επιδόσεως της ανωτέρω εξωδίκου δηλώσεώς τους, ασκήσεως της αγωγής τους και υποβολής της εγκλήσεώς τους κατά του τελευταίου, και παρά ταύτα εν γνώσει τους ψεύδους τους ισχυρίσθηκαν αυτό για τον αντίδικό τους αυτόν, παρά το ότι, όπως περαιτέρω δέχεται το δικαστήριο αυτό, στην από Νοεμβρίου 2011 σχετική τεχνική έκθεση που κατ’ εντολή των αντεναγομένων αναιρεσειόντων συνέταξε ο αρχιτέκτονας μηχανικός Γ.

Φ. και έθεσε υπόψη τους, εκτίθεται ότι η παράλειψη της κατασκευής του υπογείου χώρου ενδεχομένως να επηρεάζει την στατική συμπεριφορά του φέροντας οργανισμού της οικοδομής. Περαιτέρω, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι το λεβητοστάσιο και το μηχανοστάσιο, που περιλαμβάνει τις εγκαταστάσεις του ανελκυστήρα της οικοδομής κατασκευάστηκαν όχι στο υπόγειο, που προβλεπόταν από την σχετική οικοδομική άδεια, αλλά στο ισόγειο της οικοδομής και καθ’ υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, το δε τελευταίο (μηχανοστάσιο) δεν πληροί τις προδιαγραφές ελάχιστων διαστάσεων και ελεύθερου ύψους, όπως ορίζει ο ΓΟΚ και ως εκ τούτου συνιστούν αυθαίρετες κατασκευές της εν λόγω οικοδομής, ως και ότι, όπως περαιτέρω δέχεται, ο αντενάγων προέβη στην τακτοποίησή τους μετά την άσκηση της αγωγής, υποβάλλοντας στην αρμόδια πολεοδομική αρχή την υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...23-11-2010 αίτηση και την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../10-07-2012 δήλωση ένταξης του Ν. 4014/2011 και καταβάλλοντας το σχετικό πρόστιμο, δεχόμενο επομένως ότι τα ισχυριζόμενα αυτά γεγονότα από τους αντεναγομένους είναι αληθή, εντούτοις αντιφατικώς δέχεται περαιτέρω, ότι αυτά τα γεγονότα - ισχυρισμοί, ήτοι ότι οι ανωτέρω εγκαταστάσεις κατασκευάστηκαν στον χώρο αυτό κατά παράβαση της αρχικής και αναθεωρημένης οικοδομικής αδείας, κατά τον χρόνο της προβολής τους με την εξώδικη δήλωση και την αγωγή, ήσαν ψευδή, οι αντεναγόμενοι τελούσαν εν γνώσει τους ψεύδους τους και τα ισχυρίσθηκαν με σκοπό να συκοφαντήσουν τον αντενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο.

Ακόμη, ενώ δέχεται (το Δικαστήριο αυτό της ουσίας), ότι οι ανωτέρω εγκαταστάσεις του λεβητοστασίου και του μηχανοστασίου, που περιλαμβάνει τις εγκαταστάσεις του ανελκυστήρα της οικοδομής κατασκευάσθηκαν στο ισόγειο της οικοδομής του επιδίκου διαμερίσματος, και όχι στον προβλεπόμενο από την αρχική και την αναθεωρημένη οικοδομική άδεια υπόγειο χώρο της οικοδομής, και τούτο με βάση τις προαναφερόμενες σχετικές τεχνικές εκθέσεις ελέγχων, που διενεργήθηκαν μετά την επίδοση στον αντενάγοντα της παραπάνω εξωδίκου δηλώσεως και της αγωγής των αντεναγομένων, χωρίς εκ τούτου να δημιουργείται κίνδυνος στατικής επάρκειας της οικοδομής και κατ’ επέκταση κίνδυνος για την σωματική ακεραιότητα των τελευταίων, δεν εκθέτει περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει και να αιτιολογείται, η περαιτέρω παραδοχή του (Εφετείου), ότι το γεγονός αυτό (στατικότητα και μη επικίνδυνο της οικοδομής από την κατασκευή των ανωτέρω εγκαταστάσεων στο ισόγειο της οικοδομής) το εγνώριζαν οι αντεναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατά τους χρόνους συντάξεως και επιδόσεως της ανωτέρω εξωδίκου δηλώσεώς τους, ασκήσεως της αγωγής τους και υποβολής της εγκλήσεως κατά του τελευταίου, και παρά ταύτα εν γνώσει τους ψευδώς ισχυρίσθηκαν το αντίθετο για τον αντίδικό τους αυτόν.

Επίσης, ενώ δέχεται (το Εφετείο), ότι με βάση την αρχική και την αναθεωρημένη οικοδομική άδεια της εν λόγω οικοδομής προβλεπόταν υπόγειος χώρος σε αυτήν και ότι αυτός εν τέλει δεν κατασκευάσθηκε από τον αντενάγοντα κατασκευαστή της πολυκατοικίας και πωλητή του διαμερίσματος στους αντεναγομένους, και συνεπώς ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός των τελευταίων ήταν αληθής, αντιφατικώς περαιτέρω δέχεται, ότι ενόψει της, εκ των υστέρων και κατά τα προαναφερόμενα, μετά την άσκηση της αγωγής, νομιμοποιήσεως της καταργήσεώς του, το γεγονός τούτο ήταν ψευδές και το ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες για να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του αντεναγομένου.

Επί πλέον, το αυτό Δικαστήριο της ουσίας, δεν διαλαμβάνει αιτιολογία περί του ψευδούς ή αληθούς του ισχυριζομένου με την αγωγή τους από τους αντεναγομένους-αναιρεσείοντες για τον αντενάγοντα - αναιρεσίβλητο γεγονός, ότι οι κλειστοί χώροι στάθμευσης και ο χώρος της Pilotis, σύμφωνα με το διάγραμμα κάλυψης και τις εμβαδομετρήσεις του μελετητή μηχανικού, δεν προσμετρούντο στη δομήσιμη επιφάνεια, εκ τούτου δεν δικαιούνταν ποσοστό επί του οικοπέδου της εν λόγω οικοδομής και παρά ταύτα απέκτησαν ποσοστό επ’ αυτού (οικοπέδου) με αποτέλεσμα την μείωση των ποσοστών που κατείχαν οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες.

Ακόμη, ενώ δέχεται ότι στις 21-7-2012 και περί ώρα 09.00’ και ενώ βρίσκονταν στην εν λόγω οικοδομή εργάτες ελαιοχρωματισμού της περιφράξεως της οικοδομής, υποψήφιοι αγοραστές διαμερισμάτων της οικοδομής, ένοικοι αυτής και ο ίδιος ο αντενάγων, οι αντεναγόμενοι εις επήκοον αυτών και απευθυνόμενοι, το μεν αρχικώς προς τους εργάτες τους είπαν "φύγετε γιατί θα γκρεμίσουν όλα", το δε εν συνεχεία προς στον αντενάγοντα, του είπαν "θα σε φτιάξουμε εσένα", "αλήτη", "κλέφτη", "απατεώνα" "είναι ετοιμόρροπη η οικοδομή σου", δεν διαλαμβάνει αιτιολογία για ποιους λόγους και με βάση ποια περιστατικά δέχεται ότι οι φράσεις των αντεναγομένων "θα σε φτιάξουμε εσένα", "αλήτη", "κλέφτη", "απατεώνα" συνιστούν δυσφημιστικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς για τον αντενάγοντα.

Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι με την υπ’ αριθμ. ...-2012 τεχνική έκθεσή του ο διορισμένος από το ΤΕΕ πραγματογνώμονας πολιτικός μηχανικός Χ. Γ., αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει καμιά ανησυχία για την στατική επάρκεια της οικοδομής, δεν διαλαμβάνει αιτιολογία για το πώς οι αντεναγόμενοι γνώριζαν κατά τον ανωτέρω χρόνο (21-7-2012), ήτοι προ της συντάξεως και εκδόσεως της ανωτέρω τεχνικής εκδόσεως, το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι η οικοδομή δεν είχε πρόβλημα στατικότητας και παρά ταύτα ισχυρίσθηκαν τούτο εν γνώσει τους ψευδώς ενώπιον των ανωτέρω προσώπων.

Επί πλέον, ενώ το δικαστήριο δέχεται, ότι με την υπ’ αριθμ. ...-2012 τεχνική έκθεσή του ο διορισμένος από το ΤΕΕ πραγματογνώμονας πολιτικός μηχανικός Χ. Γ. αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει καμιά ανησυχία για την στατική επάρκεια της οικοδομής, δεν εκθέτει εάν τούτο το εγνώριζαν οι αντεναγόμενοι όταν υπέβαλαν σε βάρος του αντεναγομένου την από 20-11-2012 έγκλησή τους ισχυριζόμενοι ότι υπάρχει θέμα στατικής επάρκειας της εν λόγω οικοδομής, και παρά ταύτα εν γνώσει τους ψεύδους του ισχυρίσθηκαν αυτό για τον αντίδικό τους.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και καθ’ ο μέρος αφορά την ανταγωγή αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Αναιρουμένης δε στο σύνολό της της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1919/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και

Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το καταβληθέν από αυτούς παράβολο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ