Legislator Case Law & Legislation
402/2016 AI generated

402/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 402/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 402 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

402/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 402 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 402 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 402/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. - Α. θυγ. Γ. Λ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της Φ. χήρας Γ. Λ., το γένος Σ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Μαλακάση, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Α) 1. Β. Τ. του Κ., 2. Ε. Τ. του Κ., ως καθολικών διαδόχων του Κ. Τ., 3. Μ. Τ. - Σ. και 4. Χ. Τ. του Π., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Τ.. Και Β) 1. Ε. συζ. Α. Π., το γένος Σ. Σ., και 2. Α. χήρας Ε. Α., το γένος Σ. Σ., ως κληρονόμων της Π. χήρας Σ. Σ., το γένος Κ. Κ., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.5.2006 (αριθ.κατ.274/2006) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, της αρχικής διαδίκου Φ. χήρας Γ. Λ., το γένος Σ. Π. και της Π. συζ. Σ. Σ., το γένος Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2007 μη οριστική που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας, 15/2009 του Εφετείου Αθηνών, που εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, 217/2010 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και 31/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22.7.2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 3.12.2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

Σκέφθηκε κατά το νόμο

Ι.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ.4 εδ.α και γ’ , 498 παρ.1, 568 παρ.1,2,4, 575 και 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ’ αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο - οπότε η αναβολή με σημείωση στο πινάκιο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας δικασίμου ισχύει ως κλήτευσή του -, αν δε συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ’ αναβολή συζήτηση, διαδίκου, και η συζήτηση της υποθέσεως προχωρεί παρά την απουσία αυτού, το ίδιο δε ισχύει και αν δόθηκαν επανειλημμένες αναβολές (πρβλ. ΑΕΔ 33/1995 ΕλλΔνη 36.571 - ΑΠ 566/1991), σε αποφατική δε περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΑΠ 2133/2013 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, υπόκειται προς κρίση η από 22.7.2014 αίτηση της Χ. - Α. θυγ. Γ. Λ., που κατατέθηκε στη γραμματεία του οικείου Δικαστηρίου με αριθμό 15/23.07.2014, για αναίρεση της 31/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, απευθυνομένη κατά των Α) 1. Β. Τ. και 2. Ε. Τ., ως καθολικών διαδόχων του Κ. Τ., 3. Μ. Τ. - Σ. και 4. Χ. Τ. και Β) 1. Ε. συζ. Α. Π. και 2. Α. χήρας Ε. Α., ως κληρονόμων της Π. χήρας Σ. Σ.. Για την εν λόγω υπόθεση είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος για εκδίκασή της η 17η Δεκεμβρίου 2014, κατά την οποία παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευθύμιο Μαλακάση και οι αναφερόμενοι στην αίτηση αναίρεσης με τους αριθμούς Α) 1. Β. Τ. και 2. Ε. Τ., ως καθολικοί διάδοχοι του Κ. Τ., 3. Μ. Τ. - Σ. και 4. Χ. Τ., αναιρεσίβλητοι, ενώ οι αναφερόμενες στην αίτηση αναίρεσης με τους αριθμούς Β) 1. Ε. συζ. Α. Π. και Β) 2. Α. χήρα Ε. Α., αναιρεσίβλητες ήταν απούσες, και η συζήτησή της αναβλήθηκε, λόγω αποχής δικηγόρων, κατ’ άρθρο 575 εδ.1 Κ.Πολ.Δ., για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (01.04.2015). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα, νομίμως εκπροσωπηθείσα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθυμίου Μαλακάση (βλ. το με αριθμό ../22.07.2014 ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Χαλκίδας Άννας Α. Θεοδώρου) με δήλωση του άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι αναφερόμενοι στην αίτηση αναίρεσης με τους αριθμούς Α) 1. Β. Τ. και 2. Ε. Τ., ως καθολικοί διάδοχοι του Κ. Τ., 3. Μ. Τ. - Σ. και 4. Χ. Τ., αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπούμενοι νομοτύπως, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Τ. (βλ. το με αριθμό .../31.3.2015 ειδικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Ερέτριας Θεοδώρου Τερζάκη). Αντίθετα οι αναφερόμενες στην αίτηση αναίρεσης με τους αριθμούς Β) 1. Ε. συζ. Α. Π. και Β) 2. Α. χήρα Ε. Α., αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Από τις προσκομιζόμενες όμως με αριθμ. .../30.9.2014 και .../30.09.2014 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Π. Α. Γ. προκύπτει ότι ακριβές κυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 22.07.2014 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 17.12.2014, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση στις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες. Νέα κλήτευση των διαδίκων αυτών, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (μετ’ αναβολή) δικάσιμο δεν χρειαζόταν, καθόσον η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) Συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να προχωρήσει τη συζήτηση της υποθέσεως, και παρά την απουσία αυτών.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556, 558 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ’ εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως οι συγκύριοι που κατά τις διατάξεις των άρθρων 785, 1113 και 1094 ΑΚ διεκδικούν κατά το ιδανικό τους μερίδιο ο καθένας το κοινό πράγμα ως προς τους οποίους η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, αφού ως προς αυτούς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση, εκτός αν διέλαβε κάποια διάταξη υπέρ αυτών που τον βλάπτει (ΑΠ 731/1991 ΕλλΔνη 37,583, 584). Σύμφωνα με αυτά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά των υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων και φερομένων ως συγκυρίων των δύο επίδικων τμημάτων ακινήτου, οι οποίες άσκησαν από κοινού με την αναιρεσείουσα την ένδικη διεκδικητική αγωγή και, επομένως, δεν ήταν αντίδικοι αλλά ομόδικοί της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη ευνοϊκή γι’ αυτές, η οποία να την βλάπτει.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 249 και 251 ΑΚ προκύπτει, ότι η διεκδικητική αγωγή (άρθρου 1094 ΑΚ) μπορεί να αποκρουσθεί με την ένσταση της αποσβεστικής παραγραφής, η οποία χωρεί επί της επί εικοσαετία παράλειψης του δικαιούχου να την ασκήσει και αρχίζει από την εκ μέρους του τρίτου προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας με την κτήση από αυτόν της νομής του πράγματος (ΑΠ 1520/2012). Περαιτέρω, ενώ κατά το άρθρο 1055 ΑΚ εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση ενόσω διαρκούν αυτές οι καταστάσεις, κατά το άρθρο 258 ΑΚ, η παραγραφή τρέχει και σε βάρος προσώπων που είναι ανίκανα ή έχουν περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, και μόνο αν τα πρόσωπα δεν έχουν επίτροπο ή δικαστικό συμπαραστάτη, η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες αφότου έγιναν απεριορίστως ικανά ή απέκτησαν επίτροπο ή δικαστικό συμπαραστάτη. Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ότι "Δυνάμει των με αριθμούς .../1900 και …/1901 πωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γεωργίου Αποστολίδου και του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Νέων Ψαρών Δημητρίου Χατήρα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Ψαριανών του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας στον τόμο … και με αριθμούς ..., αντίστοιχα, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών - μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα - Κ. Α. Λ., αγόρασε από τους αληθείς κυρίους, Σ. Α. και Μ. χήρα Κ. Φ., δύο συνεχόμενα ακίνητα έκτασης 2,5 και 1 στρεμμάτων, αντίστοιχα, μετά της επί του πρώτου οικοπέδου παλαιάς οικίας, που βρίσκονται στη θέση "..." στην πόλη της Ερέτριας (τότε κωμόπολη Νέων Ψαρών), τα οποία αριθμούνται ως ... στο σχέδιο πόλης, που εκπονήθηκε στο Ναύπλιο το 1834, εκτάσεως του όλου ακινήτου κατά νεώτερη καταμέτρηση 3.378,10 τ.μ., όπως αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμά του πολιτικού μηχανικού ... και συνορεύει δυτικώς με οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη 81,40 μ. και πέραν αυτής με αρχαιολογικό χώρο, βορείως με οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη 41,40 μ. Και πέραν αυτής με ιδιοκτησία α’ εναγομένου, ανατολικώς με ιδιοκτησίες Χ. Μ., Δ. Θ. και Μ., και ήδη β’ εναγομένης, επί συνολικής πλευράς 81,40 μ. Και νότια με Σ. Κ. και Α. Τ. επί πλευράς 41,50 μ. Την πιο πάνω οικοπεδική έκταση και την οικία νεμήθηκε έκτοτε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ο προαναφερόμενος Κ. Λ., ο οποίος διέμενε με την οικογένειά του σ ‘ αυτήν μέχρι του θανάτου του που επισυνέβη τον Μάρτιο του έτους 1912. Έκτοτε υπεισήλθαν στην κληρονομιά, δια αναμείξεως, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι Γ. Κ. Λ., (σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας της δεύτερης εξ αυτών - νυν αναιρεσείουσας -) και η αδελφή του Α. Λ., μετέπειτα χήρα Κ. Κ., (μητέρα της τρίτης ενάγουσας), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ασκώντας τη νομή του ακινήτου με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, διαμένοντας και αυτοί στην πιο πάνω οικία και καλλιεργώντας την εδαφική έκταση με κηπευτικά μέχρι το έτος 1930 οπότε ο Γ. Λ. μετανάστευσε στις ΗΠΑ από όπου επανήλθε το 1960. Κατά το διάστημα της απουσίας του στην Αμερική δεν αποδείχθηκαν εμφανείς πράξεις νομής εκ μέρους του στο άνω ακίνητο ασκούμενες δι’ αντιπροσώπου και δη δια της άνω συγκυρίας του τρίτης ενάγουσας δεδομένου ότι το έτος 1931, που απεβίωσε η μητέρα της και η αδελφή του, Α. χήρα Κ., αυτή ήταν ακόμη σε βρεφική ηλικία και εισήχθηκε σε ένα ορφανοτροφείο στην ..., όπως η ίδια αναφέρει. Το έτος 1982 ο Γ. Λ. αποδέχθηκε το μερίδιόν του (1/2 εξ αδιαιρέτου) στο προπεριγραφόμενο οικόπεδο με την με αρ. .../1982 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ερέτριας, Μαρίας Χαμάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας στον τόμο ..., ενώ μετά το θάνατο του, στις 7.4.1985, και δυνάμει των με αρ. .../1.7.1985 και .../7.10.1985 δηλώσεων, αντίστοιχα, αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ερέτριας, Θεοδώρου Τερζάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας στον τόμο … και με αριθμό … και στον τόμο … και με αριθμό …, αντίστοιχα, οι δύο πρώτες ενάγουσες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο. Τέλος, η τρίτη ενάγουσα, μετά τον κατά το έτος 1931 θάνατο της μητέρας της Α. Κ., ούσα τότε ανήλικη, υπεισήλθε εκ του νόμου στην κληρονομιά αυτής, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της. Περαιτέρω, ότι τα επίδικα, που κατέλαβαν οι εναγόμενοι, είναι δύο τμήματα του άνω ακινήτου των εναγουσών, που βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του. Έχουν σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου και επιφάνεια 844,53 τ.μ., το καθένα. Ειδικότερα αυτό που κατέλαβε ο πρώτος εναγόμενος (δικαιοπάροχος των 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων), Κ. Τ. του Β., ο οποίος είναι κύριος όμορης ιδιοκτησίας, είναι γωνιακό και βρίσκεται βορειοδυτικά του όλου ακινήτου, μήκους πλευρών μεν επί της οδού ... (βορείως) και επί της απέναντι πλευράς του υπόλοιπου προπεριγραφέντος ακινήτου (νοτίως) 20,75 μ., επί της οδού δε ... (δυτικά) και επί της απέναντι πλευράς του υπολοίπου προπεριγραφέντος ακινήτου (ανατολικά) 40,70 τ.μ. Το δε άλλο, αυτό δηλαδή που κατέλαβε ο δικαιοπάροχος της δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, Χ. Κ. Λ. Σ., αδελφός και θείος τους, αντίστοιχα, έχοντας και αυτός όμορη ιδιοκτησία, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του ακινήτου των εναγουσών και είναι συνεχόμενο με το πρώτο, μήκους πλευρών μεν επί της οδού ... (βορείως) και επί της απέναντι πλευράς του υπόλοιπου προπεριγραφέντος ακινήτου (νοτίως) 20,75 μ., στην όμορη δε με την ιδιοκτησία τους πλευρά (ανατολικά) και επί της απέναντι πλευράς του υπόλοιπου προπεριγραφέντος ακινήτου, που κατέλαβε ο α’ των εναγομένων (δυτικά) 40,70 μ. Έτι περαιτέρω ότι η κατάληψη των επίδικων τμημάτων και η αποβολή των εναγουσών από τη νομή τους έγινε από τους εναγομένους και δικαιοπαρόχους τους όχι τον Απρίλιο του έτους 1986, από παραδρομή αναφέρεται στην απόφαση "1985", όπως αυτές αναφέρουν στην αγωγή τους, αλλά τουλάχιστον από το μήνα Απρίλιο του έτους 1983 και από τότε αυτοί παραμένουν μέσα σε αυτά, εκμεταλλευόμενοι αυτά και ασκώντας τις προσήκουσες πράξεις νομής ως κύριοι αυτών. Ειδικότερα τα περιέφραξαν, καλλιέργησαν σε αυτά οπωροφόρα δένδρα (ροδιές, συκιές, πορτοκαλιές), ο πρώτος εναγόμενος κατασκεύασε μέσα στο τμήμα που αυτός κατέλαβε ένα κοτέτσι, κατά καιρούς τοποθετούσε σ’ αυτό διάφορα γεωργικά μηχανήματα κ.λ.π. Το ότι τα επίδικα οι εναγόμενοι τα κατέλαβαν τουλάχιστον από τον Απρίλιο του έτους 1983, προκύπτει εκτός των άλλων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων κυρίως από την με ημερομηνία 27.4.1983 μήνυση για αυτοδικία της τρίτης ενάγουσας, Π. συζ. Σ. Σ., ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας κατά του πρώτου και του δικαιοπαρόχου των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία οι τελευταίοι την Κυριακή 24.4.1983 τοποθέτησαν εντός των επιδίκων ένα μεγάλο γεωργικό μηχάνημα και τις πρωινές ώρες της Δευτέρας προς Τρίτη, τα περιέφραξαν με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα (τις δύο πλευρές τους που συνορεύουν με τις οδούς ... και ...). Επίσης, από τα με αρ. 791/5.2.1985 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, που συνεδρίασε στην Ερέτρια, για την εκδίκαση της άνω μήνυσης, όπου η τρίτη ενάγουσα κατέθεσε ότι δεν γνώριζε ότι το επίδικο ήταν δικό της, ότι το είχε μάθει προ τριετίας και ότι δεν γνώριζε, από πότε οι κατηγορούμενοι είναι μέσα σε αυτό. Επομένως, εφόσον η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 21.6.2006, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Α. Π., στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτούς, αντίγραφά της, ήτοι μετά από 23 έτη από την κατάληψη των επιδίκων, η ένδικη αξίωση, των εναγουσών έχει παραγραφεί (άρθρο 249 ΑΚ), κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων. Όμως, ακόμα κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι η κατάληψη έγινε, όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες στην αγωγή τους, τον Απρίλιο του 1986 και σ’ αυτή την περίπτωση, η αξίωση τους έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, καθώς μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις 21.6.2006, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα είκοσι ετών. Το γεγονός ότι προηγήθηκε η άσκηση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 94/2005 όμοιας αγωγής τους, που στρεφόταν, όμως, μόνον κατά των α’ και β’ των εναγομένων, την 3.3.2005, ήτοι (με βάση τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή) σε χρόνο προγενέστερο της εικοσαετίας (βλ. την επισημείωση επί των επιδοθέντων αντιγράφων της αγωγής στους άνω δύο εναγόμενους του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Α. Π.), η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την με αριθμό 84/6.4.2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και ασκήθηκε ξανά στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 263 εδ.β ΑΚ (βλ. την με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 274/8.6.2006 αγωγή), ως αποτελών αντέσταση κατά της παραπάνω ενστάσεως παραγραφής (προεχόντως πρέπει να απορριφθεί, εφόσον) δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (δεδομένου, ότι)... οι ενάγουσες μετά τη νομότυπη προβολή εκ μέρους των εναγομένων της ένστασης παραγραφής, η οποία έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αντιπρότειναν προς αντίκρουσή της αντένσταση διακοπής της με την προηγηθείσα με αρ. κατ. 94/2005 αγωγή τους, η οποία - κατά τα άνω - απορρίφτηκε (όσον αφορά στον πρώτο και στη δεύτερη εναγομένους- διότι η εν λόγω αγωγή δεν είχε ασκηθεί κατά του τρίτου εναγομένου-) ως αόριστη. Εξάλλου, το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα Χ. - Α. θυγ. Γ. Λ. ενηλικιώθηκε στις 19.1.1989 δεν κωλύει στη συμπλήρωση της παραγραφής στο πρόσωπό της, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 258 του ΑΚ, η παραγραφή τρέχει και σε βάρος προσώπων που είναι ανίκανα ή έχουν περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση των εναγομένων και να απορριφθεί η αγωγή λόγω παραγραφής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 249 και 1055 του ΑΚ, τις οποίες και επικαλείται η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους. Ούτε παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1043 και 1045 ΑΚ, για την τακτική και έκτακτη χρησικτησία, τις οποίες επίσης επικαλείται η αναιρεσείουσα, εφόσον από τα παραπάνω δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 1, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ’ ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 19 (και όχι και 10 και 12) και ο τέταρτος, κατ’ ορθή εκτίμησή του, από τους αριθμούς 1 και 19 (και όχι και 11 περ. γ’ ) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΙV. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 519 παρ. 1 εδαφ. β’ και 560 παρ. 1 εδαφ. β’ Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ολΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο, επίσης, μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδαφ. β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφασή του "εσφαλμένα δέχτηκε, ότι επιλεκτικά (οι ενάγοντες) ασκούσαν αγωγές και επιλεκτικά αποβάλλονταν, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, από το οικόπεδό τους και απλώς δεν διαπίστωσαν την αποβολή τους, από τους εδώ εναγομένους, από έτος 1983 (ή 1986) και μετά, εν μέσω μάλιστα άλλων αντιδικιών, για το ίδιο ακίνητο". Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

V. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι λήφθηκαν υπόψη και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσάγουν και επικαλούνται", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη του και τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση με τις προτάσεις της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι 1) την προηγούμενη - άνω - από 25.1.2004 (αριθμ. κατ. 94/2005) αγωγή και τις υπ’ αριθμ. ... /3.3.2005 εκθέσεις επίδοσής της του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Χαλκίδας Α. Π., καθώς και το από 3.3.2005 πιστοποιητικό σημείωσης αυτής στα δημόσια βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας, 2) την 2379/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατόπιν της από 1.9.1983 αναγνωριστικής περί κυριότητας αγωγής του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Γ. Λ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, 3) την ...1996 εισηγητική έκθεση του ίδιου Δικαστηρίου, εμπεριέχουσα καταθέσεις μαρτύρων, 4) την 514/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε επί άλλης αγωγής του ίδιου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας κατ’ άλλων καταπατητών (Τ. και Κ.) του ακινήτου της, 5) την από Αυγούστου 2008 έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1971,1979 και 1988 του Δασολόγου Τ. Α. και 6) το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../23.5.1983 έγγραφο της ΙΑ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Εύβοιας, και οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο μέρος τους, τρίτος και πέμπτος, από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

VΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 355 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διενέργεια ή όχι αυτοψίας σε κάποια δίκη εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της διεξαγωγής του αποδεικτικού τούτου μέσου (ΑΠ 104/2004 ΕλλΔνη 46, 1666). Επομένως, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., και πρέπει να απορριφθεί ως ένατος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένα απορρίφτηκε από το Εφετείο το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για διενέργεια αυτοψίας.

VIΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, 14/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί απόρριψης της ένδικης διεκδικητικής των δύο επίδικων τμημάτων ακινήτου αγωγής των εναγόντων ως παραγεγραμμένης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο κάτω εγγράφων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους αντιδίκους της, ήτοι : 1) "τα υπ’ αριθμ. ... έγγραφα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας", 2) "τα έντυπα Ε9" και 3) "τις φωτογραφίες", δεδομένου ότι τα υπό τον αριθμό 1 έγγραφα "είναι παραπλανητικά στο περιεχόμενο, διότι αφορούν στο ακίνητο που είναι ακριβώς απέναντι από το δικό (τους), δηλαδή αφορά στην "..." στην οδό ... και ... και όχι στο δικό (τους) ακίνητο, το οποίο (όπως προκύπτει και από την τελεσίδικη και αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 2379/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) είναι στη θέση ..., τα υπό τον αριθμό ... "αναφέρουν, του μεν Τ. ακίνητο 1000 τ.μ. στην οδό ... (καμία σχέση με το επίδικο), της δε ... 928 τ.μ. στην ..., το οποίο είναι όμορο με το δικό (τους) οικόπεδο εντός του οποίου η οικία που μένει η Μ. Τ. (επίσης καμία σχέση με το επίδικο). Ακόμα και από τη μερίδα τους στο Υποθηκοφυλακείο Ερέτριας προκύπτει ότι ουδέν περιουσιακό στοιχείο έχουν, που να αφορά στα επίδικα". Και οι υπό τον αριθμό … φωτογραφίες "τις οποίες προσ(έβαλαν) ως παραπλανητικές, έδειχναν ότι ο Τ. και ο Σ... συνορεύουν δήθεν με Κ. και Τ. και ότι δήθεν (αυτοί) δεν έχου(ν) καθόλου εναπομείναν τμήμα ιδιοκτησίας ανάμεσά (τους)". Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, άλλως ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την απόρριψη της ένδικης διεκδικητικής ως παραγεγραμμένης, ύστερα από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων είναι απορριπτέα και απαράδεκτη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο "η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου".

VIIΙ. Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθμών 6 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτήν, αν η Α. χήρα Ε. Α., το γένος Σ. και Π. Σ., η οποία δυνάμει της από 26.6.2012 δήλωσης - κλήσης ενώπιον του Εφετείου δήλωσε ότι ως κληρονόμος της αποθανούσας στις 11.9.2011 δεύτερης εκκαλούσας μητέρας της Π. χήρας Σ. Σ., το γένος Κ. και Α. Κ., συνεχίζει νόμιμα - κατ’ άρθρο 290 Κ.Πολ.Δ. - τη δίκη, "αν προσέλαβε την ιδιότητα ή μη του διαδίκου και από πότε υπεισήλθε στη δίκη του δεύτερου βαθμού και σε κάθε περίπτωση αν παραστάθηκε ή όχι στη δευτεροβάθμια δίκη και τι συνέπειες έχει ...". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, καθόσον υπό τα ανωτέρω περιστατικά δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 6 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ή άλλος από τους στο άρθρο αυτό -559- περιοριστικά αναφερομένους, αφορά στην απολιπομένη Α. χήρα Ε. Α., αναιρεσίβλητη, για την οποία, ως προελέχθη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κηρύχθηκε απαράδεκτη ΙΧ. Τέλος, ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού - όχι 12, αλλά μόνο - 11 περ. α’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του "τις υπ’ αριθμ. .../19.4.2007 ένορκες βεβαιώσεις ... που προσκόμισαν με επίκληση οι εναγόμενοι ...", εφόσον δεν προηγήθηκε νόμιμη κλήτευση - κατ’ άρθρο 270 περ. 2 εδ. γ’ Κ.Πολ.Δ. - των αρχικών εναγόντων, αλλά της δικηγόρου Α. Τ., ως πληρεξούσιας δικηγόρου τους "χωρίς να ελεγχθεί το θέμα της πληρεξουσιότητας", προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο άνω ισχυρισμός, ο οποίος και στηρίζει το λόγο αυτό αναίρεσης και δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., είχε προβληθεί νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας. Παρεκτός, όμως, αυτού είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την κλήτευση των αρχικώς εναγόντων κατά την σύνταξη των παραπάνω ένορκων βεβαιώσεων, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις συντάχθηκαν νομίμως κατά τη διάταξη του άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 233/1992 ΕλλΔνη34,1070). Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τους Α1, Α2, Α3, και Α4 των αναιρεσιβλήτων, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2.4.2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αμέσως παραπάνω αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως καθό μέρος απευθύνεται κατά των αναφερομένων με αριθμούς Β 1 και Β 2 αναιρεσίβλητων, Ε. συζ. Α. Π. και Α. χήρας Ε. Α., αντίστοιχα.

Απορρίπτει την από 22.07.2014 αίτηση της Χ. - Α. θυγ. Γ. Λ., ατομικά και ως κληρονόμου της κατά την 9η Δεκεμβρίου 2011 αποθανούσας μητέρας της Φ. χας Γ. Λ., για αναίρεση της 31/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας ως προς τους αναφερομένους με αριθμούς Α1, Α2, Α3 και Α4 αναιρεσιβλήτους, Β. Τ. του Κ., Ε. Τ. του Κ., Μ. Τ. - Σ. και Χ. Τ. του Π..

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναφερομένων με αριθμούς Α1, Α2, Α3 και Α4 αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ