Legislator Case Law & Legislation
402/2015 AI generated

402/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 402/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

402/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): O εν λόγω αναγκαστικός νόμος καταργήθηκε με το άρθρο 31 § 1 του Ν. 1892/1990, το οποίο, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 114 § 4 του Ν. 3978/2011, όριζε ότι "1. Από την ισχύ του νόμου αυτού καταργείται ο α.ν. 1366/1938. 2. Διατηρούνται σε ισχύ: α) οι διατάξεις του ν.δ. της 22.6.1927, καθώς και τα διατάγματα που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του ...".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 402 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 402/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Καλουπάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Κρητικά Κρέατα Ανώνυμη Εταιρεία Επεξεργασίας - Εμπορίας Κρεάτων", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Ζώντα Ζώα Κρήτης Ανώνυμη Εταιρεία - Επεξεργασία - Εμπορία ειδών διατροφής", με το διακριτικό τίτλο "ΖΩΝΤΑ ΖΩΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" και ήδη "ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-2-2010 και 20-8-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν αντίστοιχα οι 48/2011 και 242/2011 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, με τις οποίες κήρυξε εαυτό αναρμόδιο προς εκδίκαση των αγωγών και παρέπεμψε τις υποθέσεις προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας τις ως άνω αγωγές εξέδωσε την 501/2012 απόφασή του. Ακολούθως εκδόθηκε η 1365/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 9-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 2-9-2013 και με αριθμό κατάθεσης 602/2013 αίτησης αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 1365/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.- Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 7617 Η' και 7618 Η'/17.10.2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10.1.2014, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης με επισημείωση στο πινάκιο για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρίες. Επομένως, εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 46 § 1 του ν. 1892/1990, όπως η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, "επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών της ...".

Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/ 1991, ορίσθηκε και ότι: "1. μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου απαιτήσεων ... το εφετείο με την απόφασή του της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική εκκαθάριση ... 2.

Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι ... Πλην των περιπτώσεων του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού (βασικά και σχετιζόμενα με την παραγωγική διαδικασία περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης) ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ.

ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας ... 7. Ο εκκαθαριστής ... εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ...

συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης ... Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. Κ.Πολ.Δικονομίας ... 8. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού ...

ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί ... είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη. Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 Κ.Πολ.Δικ. και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας (8 εδάφ.

β' και γ'). 9. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ (9 εδ. β'). 10. Ο εκκαθαριστής εντός (15) ημερών από τη μεταβίβαση του ενεργητικού κατά τα προαναφερόμενα ... υποχρεούται να δημοσιεύσει πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών ...

οι δανειστές εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση της πρόσκλησης έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Στη συνέχεια ο εκκαθαριστής συντάσσει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975 έως 979 και 1007 ΚΠολΔ". Περαιτέρω, με το άρθρο 9 § 3 ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 και ορίσθηκε ότι "Η κατ' άρθρο 46α' παρ. 8 του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά την μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση".

Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης άνευ άλλης προϋπόθεσης κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, ειδικότερα για ανάληψη της κατοχής ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξάλειψης της τυχόν υποθήκης ή προσημείωσης που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.

Περαιτέρω, με το άρθρο 31 § 3 του ν. 2538/1997 ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης ή του πλειοδότη του ενεργητικού της επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί ...

Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ, το ζήτημα της ύπαρξης μισθωτικής σχέσης επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης αποκλειομένης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 και 614 υπεισέλευσης στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς, οι διατάξεις περί καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (προβληματικές επιχειρήσεις) τίθενται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωση των επιχειρήσεων αυτών, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο το νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.

Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο ειδικό δημόσιο σκοπό, και δη την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Πλέον ειδικότερα, με το άρθρο 31 § 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθάρισης ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρούμενης της μισθωτικής σχέσης ως στοιχείο του παθητικού απ' ευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι είτε κατά το νόμο 4112/1929 (άρθρο 4 §§ 2, 3), είτε κατ' εφαρμογή άλλου νόμου (Ολ.ΑΠ 16/2006, ΑΠ 1427/2010, ΑΠ 996/2008, ΑΠ 1480/2003).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 22.6.1927, με το οποίο κυρώθηκε το Ν.Δ. της 5.5.1926, που συμπλήρωνε τον Ν. 3250/1924 και ο οποίος αναφέρεται, μεταξύ άλλων και σε θέματα παραμεθορίων περιοχών, ορίστηκε ότι "1. Ως παραμεθόριοι επαρχίαι του Κράτους θεωρούνται αι ήδη δια διαταγμάτων ούτω χαρακτηρισθείσαι ή και πάσα άλλη εν τω μέλλοντι ως παραμεθόριος χαρακτηρισθησομένη δια διατάγματος εκδιδομένου μετ' απόφασιν του υπουργικού συμβουλίου ...", ολόκληρη δε η νήσος Κρήτη ορίσθηκε ως παραμεθόριος περιοχή δυνάμει του Β.Δ/τος 9/11.4.1938 (ΦΕΚ Α'149) και επακολούθησε ο Α.Ν. 1366/1938 με το άρθρο 1 § 1 του οποίου απαγορεύθηκε με ποινή απόλυτης ακυρότητας κάθε δικαιοπραξία εν ζωή, με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα ή συνάπτεται με αυτή μίσθωση ή άλλη ενοχική σχέση που αφορά ακίνητα οποιασδήποτε φύσης και έκτασης, που ανήκαν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και κείνται σε παραμεθόριες περιοχές, οι οποίες καθορίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 4, με βασιλικά διατάγματα.

O εν λόγω αναγκαστικός νόμος καταργήθηκε με το άρθρο 31 § 1 του Ν. 1892/1990, το οποίο, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 114 § 4 του Ν. 3978/2011, όριζε ότι "1. Από την ισχύ του νόμου αυτού καταργείται ο α.ν. 1366/1938. 2. Διατηρούνται σε ισχύ: α) οι διατάξεις του ν.δ. της 22.6.1927, καθώς και τα διατάγματα που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του ...".

Ήδη δε η διάταξη του ως άνω άρθρου 31 του Ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 114 § 4 του ισχύοντος από 16.6.2011 Ν. 3978/2011, ισχύει ως εξής: "1. Από την ισχύ του νόμου αυτού καταργείται ο α.ν. 1366/1938. Κάθε γενική και ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή ρυθμίζει τα ίδια θέματα με διαφορετικό τρόπο καταργείται, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες ρητά προβλέπεται, στις διατάξεις του νόμου αυτού, ότι ειδικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ. 2.

Οι διατάξεις του α.ν. 376/1936 διατηρούνται σε ισχύ". Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι με βάση το Β.Δ. 9/11.4.1938 και τη διατήρηση της ισχύος των διατάξεων του Ν.Δ. της 22.6.1927 με βάση το άρθρο 31 του Ν. 1892/1990 και μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3978/2011 (16.6.2011), ολόκληρη η νήσος Κρήτη θεωρείτο παραμεθόριος περιοχή.

Περαιτέρω, ο νόμος 1892/1990 στο κεφάλαιο Β' με τίτλο "Δικαιοπραξίες στις παραμεθόριες περιοχές", με τα άρθρα 25 § 1, 26 § 1 και 30 αυτού ορίζει τα ακόλουθα: "Απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα που αφορά ακίνητα κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές.

Από την απαγόρευση εξαιρούνται οι συμβάσεις γονικής παροχής, μισθώσεις μέχρι έξι έτη, κανονισμού ορίων, διανομής κοινού και οι συμβάσεις μεταβίβασης ποσοστού εξ αδιαιρέτου μεταξύ συγκυρίων" (άρθρ. 25 § 1), "Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ελληνικής ιθαγένειας και ομογενείς στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Κύπριοι, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια ενός των κρατών - μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μπορούν να ζητήσουν την άρση της απαγόρευσης της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου με αίτησή τους στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο σκοπός για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ακίνητο" (άρθρο 26 § 1), "Η αίτηση αυτή υποβάλλεται σε Επιτροπή που συνίσταται ...

σε κάθε νομό με απόφαση του νομάρχη ..." (άρθρ. 26 § 1 β'), "Η απαγόρευση αίρεται με απόφαση της Επιτροπής ..." (άρθρ. 26 § 1 γ') και "Δικαιοπραξίες που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι απολύτως άκυρες" (άρθρ. 30 εδάφ. α'). Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στη διαφύλαξη της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, μέσω νομοθετικών περιορισμών κτήσης εμπραγμάτων ή ενοχικών δικαιωμάτων επί ακινήτων στις παραμεθόριες περιοχές από πρόσωπα (φυσικά ή νομικά), ημεδαπά ή αλλοδαπά, τα οποία είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και εδαφική ακεραιότητα της χώρας, υπηρετούν δημόσιο συμφέρον υπέρτερο εκείνου των διατάξεων του π.δ. 34/1995 "Περί Εμπορικών μισθώσεων" και επομένως επικρατούν έναντι των τελευταίων αυτών και ειδικότερα των διατάξεων του άρθρου 5 του προαναφερομένου προεδρικού διατάγματος, για την αναγκαστική διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων επί δωδεκαετία.

Από αυτά συνάγεται, ότι εμπορικές μισθώσεις ακινήτων σε παραμεθόριες περιοχές, που καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 1892/ 1990 (31.7.1990) χωρίς να προηγηθεί άρση των απαγορεύσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 αυτού, είναι έγκυρες και ισχύουν για μία εξαετία, έστω και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, διεπόμενες κατά τα λοιπά από τις διατάξεις του παραπάνω αναφερομένου προεδρικού διατάγματος και επομένως και εκείνης του άρθρου 5 § 1 αυτού, καθώς και του άρθρου 611 ΑΚ οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995.

Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 5 § 1 π.δ. 34/1995, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του άρθρου αυτού με το άρθρο 13 § 1 εδάφ. α' του ισχύοντος από 28.2.2014 Ν. 4242/2014 (ΦΕΚ 50 τ. Α'/28.2.2014), η μίσθωση ισχύει για δώδεκα έτη ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεώτερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 611 ΑΚ, η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε ο μισθωτής εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του ν. 1892/1990 συνάγεται, ότι οι εμπορικές μισθώσεις ακινήτων κειμένων σε παραμεθόριες περιοχές μπορούν να λυθούν και πριν την παρέλευση της εξαετούς αναγκαστικής διάρκειας ή του συμφωνημένου βραχύτερου χρόνου με νεώτερη συμφωνία (αντισυμφωνία) των μερών που καταρτίζεται μετά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης και αποδεικνύεται με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, οι ίδιες δε αυτές μισθώσεις μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου και ισχύουν επί εξαετία από της καταρτίσεώς τους, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 611 ΑΚ, αν μετά την παρέλευση του βραχύτερου της εξαετίας συμφωνηθέντος χρόνου διαρκείας αυτών, ο μισθωτής εξακολουθεί να κάνει χρήση του μισθίου εν γνώσει και χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή (ΑΠ 1312/2007, ΑΠ 1312/2005).

Τέλος, η από την διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, με την οποία δίδεται η έννοια της σύμβασης μίσθωσης πράγματος, πηγάζουσα σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης, η οποία είναι ενοχική σχέση, έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες.

Από αυτά προκύπτει ότι ο εκμισθωτής, ακόμη και αν δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα (μόνο αυτός) να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές) να ασκήσουν οποιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση (καταβολή μισθωμάτων, απόδοση του μισθίου, αποζημίωση για φθορές του μισθίου πέραν της συνήθους χρήσης κ.λπ.), ακόμη και αν έληξε η μίσθωση.

Τα παραπάνω δε ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ΠΔ/τος 34/1995, με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του εν λόγω ΠΔ/τος παρεκκλίσεις.- Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο ήδη αναιρεσείων Γ. Π. είχε εγείρει κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών δύο αγωγές και ειδικότερα α) την από 16.2.2010 και β) την από 20.8.2010. Με την πρώτη τούτων ιστορούσε ότι δυνάμει του από 29.6.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θράκη Ανώνυμος Εταιρία Παραγωγής και Βιομηχανίας Κρέατος" και της πρώτης εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κρητικά Κρέατα Α.Ε.", η πρώτη εξεμίσθωσε στην δεύτερη τούτων, για χρονικό διάστημα πέντε ετών και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 2.750 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου του προηγούμενου έτους, την ειδικότερα περιγραφόμενη στην αγωγή βιοτεχνική μονάδα, η οποία κείται στην βιομηχανική περιοχή του ... .

Ότι δυνάμει του από 14.7.2009 συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Απόστολου Ευφραιμίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάσθηκαν σ' αυτόν (ενάγοντα) τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούσαν την επιχειρηματική ενότητα του "Κέντρου Διανομής Κρέατος Στην Περιφέρεια Νέας Αλικαρνασσού Ηρακλείου Κρήτης" και περιλαμβάνονταν στο ενεργητικό της υπό εκκαθάριση επιχείρησης της ως άνω αρχικής εκμισθώτριας και έτσι κατέστη αυτός αποκλειστικός κύριος του προαναφερόμενου μισθίου ακινήτου.

Ότι από τον μήνα Απρίλιο του 2009, και μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος εκ μέρους του (ενάγοντος) να λάβει μέρος στον δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό του μισθίου ακινήτου, συμφώνησε προφορικά με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω πρώτης εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας, ότι, μετά την 3.7.2009 και μετά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του μισθίου ακινήτου σ' αυτόν (ενάγοντα), θα υπογραφόταν μεταξύ τους μισθωτήριο έγγραφο με βάση το οποίο, αφενός μεν υπεκμισθώτρια του μισθίου ακινήτου θα ήταν η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.

Π. Και Σία Ο.Ε.", της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν ο ενάγων - νυν αναιρεσείων και στην οποία αυτός θα εκμίσθωνε το ακίνητο, με δικαίωμα υπεκμίσθωσης από αυτήν, και αφετέρου ότι θα έλυαν την από 29.6.2004 αρχική σύμβαση μίσθωσης και το μίσθωμα θα ανερχόταν πλέον στο ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως. Ότι, στη συνέχεια, και ενώ ο ενάγων είχε αποστείλει τα σχετικά προσχέδια των μισθωτηρίων συμφωνητικών στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες εταιρίες για την τελική τους υπογραφή, σύμφωνα με τα οποία θα ήσαν και οι δύο εταιρίες μισθώτριες, δεν τα υπέγραψαν, αλλ' αντ' αυτού, στις 7.9.2009, που τις όχλησε με την ιδιότητα του νέου εκμισθωτή για την καταβολή των μισθωμάτων, η πρώτη τούτων του γνωστοποίησε και εγγράφως την βούλησή της να αποχωρήσει από το μίσθιο και ότι μολονότι οι εναγόμενες έκαναν χρήση του μισθίου μέχρι και του χρόνου σύνταξης της αγωγής αυτής, εν τούτοις δεν του κατέβαλαν τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τις 14.8. 2009 μέχρι και τις 14.2.2010, συνολικού ποσού 24.000 ευρώ.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε ο ενάγων όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον εκάστη, να του καταβάλουν το ως άνω ποσό των καθυστερουμένων μισθωμάτων, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο, άλλως, επικουρικώς, και εφόσον ήθελε κριθεί ότι η μίσθωση είχε λήξει από τον μήνα Αύγουστο του 2009 και οι εναγόμενες παρακρατούσαν παράνομα το μίσθιο, να του καταβάλουν αυτές το ίδιο πιο πάνω ποσό των 24.000 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης.

Περαιτέρω, με την δεύτερη των ως άνω αγωγών, ο ενάγων, εκθέτοντας το ίδιο ιστορικό με την πρώτη αγωγή, ιστορούσε επιπροσθέτως ότι, οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες εταιρίες, συνέχισαν να κάνουν χρήση του μισθίου μέχρι τις 28.6. 2010, οπότε και παρέδωσαν τα κλειδιά του σ' αυτόν, χωρίς, όμως, να του καταβάλουν τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 14.2. 2010 μέχρι και 30.6.2010, συνολικού ποσού 18.000 ευρώ, τις οφειλές προς την ΔΕΗ, ύψους 4.407 ευρώ για το έτος 2010, τις οφειλές προς την ΕΥΔΑΠ του τελευταίου τριμήνου του έτους 2009 και του πρώτου και δεύτερου τριμήνου του έτους 2010, συνολικού ποσού 1.348 ευρώ (448 + 900), και ότι, επιπλέον, οι εναγόμενες προκάλεσαν τις περιγραφόμενες στην αγωγή αυτή φθορές στο μίσθιο, για την αποκατάσταση των οποίων θα απαιτηθεί το ποσό των 26.067,50 ευρώ.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε ο ενάγων, μετά από νομότυπο περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής, όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενες - νυν αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, το συνολικό ποσό των 44.891,44 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 501/2012 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, απορρίφθηκαν, σύμφωνα με τις εις αυτήν ειδικότερα εκτιθέμενες διακρίσεις.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων την από 5.6.2012 έφεση και με τις από 8.1.2013 προτάσεις του άσκησε και πρόσθετους λόγους. Επί της εν λόγω έφεσης με τους πρόσθετους λόγους εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ιδία ως άνω ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η ήδη προσβαλλόμενη από τον ενάγοντα με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 1365/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία και αφού προηγήθηκε παράθεση του περιεχομένου των προαναφερομένων δύο αγωγών και μείζων νομική σκέψη παρόμοια με την προαναφερόμενη στην παρούσα απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση οι αγωγές με τα ιστορούμενα σ' αυτές περιστατικά είναι απαράδεκτες ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος προς άσκηση αυτών, και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, μετά τη θέση της εκμισθώτριας εταιρείας υπό το καθεστώς της ειδικής εκκαθαρίσεως του ν. 1892/1990 και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 31 αυτού με το οποίο ρυθμίζεται κατ' απόκλιση από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 Κ.Πολ.Δ.

και 914 ΑΚ το ζήτημα της τύχης της μισθώσεως του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου ως περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσας επιχειρήσεως, αποκλείεται η υπεισέλευση στην μισθωτική σχέση του νέου εκμισθωτή - πλειοδότη, αφού αυτή θεωρείται ως στοιχείο του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του εάν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά τον ν. 4112/1929, είτε κατ' εφαρμογή άλλου νόμου.

Συνεπώς, ο ενάγων, ως νέος κτήτορας του ακινήτου δεν υπεισήλθε ως εκμισθωτής στην μισθωτική σχέση και δεν δικαιούται να ζητήσει την καταβολή μισθωμάτων, μέχρι 30.6.2010 που παρατάθηκε αναγκαστικά η μίσθωση κατά την εξαετή διάρκειά της, δεδομένου ότι βρισκόταν το μίσθιο σε χαρακτηρισμένη τότε περιοχή ως παραμεθόριο και υπερίσχυαν οι διατάξεις του ν. 1892/1990 από αυτές του π.δ. 34/ 1995 για αναγκαστική δωδεκαετή διάρκεια.

Η δε μισθώτρια εταιρεία α' εναγομένη κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, εξακολουθούσε και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου (πενταετίας) να κάνει χρήση του μισθίου ακινήτου, μέχρι τη συμπλήρωση της εξαετίας, οπότε και του παρέδωσε τα κλειδιά με σκοπό τη λύση της μισθώσεως. Στην περίπτωση δε που η επιχείρηση έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση μετά την μεταγραφή της κατ' άρθρο 46 του ν. 1892/1990 πράξης πιστοποίησης των υποχρεώσεων του αγοραστή, η οποία επέχει θέση περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως του άρθρου 1005 του Κ.Πολ.Δ., δίδεται στον πλειοδότη το δικαίωμα να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά του νομέα ή κατόχου του ακινήτου για την ανάληψη της κατοχής του σύμφωνα με το άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ.

με τις σχετικές διατάξεις περί νομής και κατοχής, χωρίς όμως προς τούτο να υπεισέρχεται στην έννομη σχέση της μισθώσεως ως εκμισθωτής. Εξ' άλλου, σύμφωνα ομοίως με τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν καταρτίσθηκε νέα σύμβαση μισθώσεως μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων ούτε πριν, όπως προαναφέρθηκε, αλλά ούτε και μετά την λήξη της ενδίκου μισθώσεως, αφού δεν υπογράφηκε το νέο μισθωτήριο που είχε σταλεί από τον ενάγοντα στους εναγομένους, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή, λόγω μη αποδοχής των όρων αυτού και έτσι παρέμειναν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων.

Εκτός όμως αυτού, κατά το χρόνο που κατέστη κύριος του μισθίου ακινήτου, δεν υπήρχε δυνατότητα συνάψεως νέας μισθώσεως αφού εξακολουθούσε να ισχύει η υφιστάμενη μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της εκκαθαρισθείσας επιχειρήσεως που όταν έληξε με την παρέλευση της εξαετίας παρέδωσαν τα κλειδιά του μισθίου, ο ίδιος δε, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπεισήλθε στην μισθωτική σχέση.

Περαιτέρω, όσον αφορά στην πληρωμή των δαπανών της ΕΥΔΑΠ και μέρους της ΔΕΗ, είναι απαράδεκτη η αγωγή, διότι επίσης δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ο ενάγων να ζητήσει την καταβολή τους για τους ίδιους λόγους που και ανωτέρω αναφέρθηκαν, ήτοι αφού δεν υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση, επί πλέον δεν αναφέρει αν τα ποσά αυτά κατέβαλε ο ίδιος, ώστε να μπορεί να τα αναζητήσει με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το ίδιο ισχύει και για τις φθορές του μισθίου και του εξοπλισμού της επιχειρήσεως για την αποκατάσταση των οποίων ζητεί την καταβολή αποζημιώσεως, την οποία ομοίως δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει ο ενάγων και είναι απαράδεκτη η αγωγή και ως προς το αίτημα αυτό, διότι η εν λόγω αποζημίωση καταβάλλεται στον εκμισθωτή με βάση τη σύμβαση μισθώσεως, στον οποίο παρέχεται και η σχετική αξίωση σύμφωνα με το άρθρο 602 ΑΚ, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού δεν κατέστη εκμισθωτής στην ένδικη μίσθωση ...

Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ως απαράδεκτη την πρώτη αγωγή όσον αφορά στην καταβολή των μισθωμάτων λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως και τους σχετικούς πρόσθετους λόγους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Όσον αφορά όμως στα αιτούμενα κονδύλια των φθορών του μισθίου ακινήτου, των δαπανών ΕΥΔΑΠ και μέρους των δαπανών της ΔΕΗ τα οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας, μετά τον γενόμενο περιορισμό του αιτήματος της δεύτερης αγωγής, ενώ έπρεπε να απορριφθεί και η αγωγή αυτή ως απαράδεκτη λόγω μη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, ορθά μεν κατ' αποτέλεσμα έκρινε η εκκαλουμένη, η αιτιολογία όμως της απόρριψης είναι εσφαλμένη.

Επειδή όμως η απόρριψη της αγωγής αυτής ως απαράδεκτης ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως, ενώ είχε απορριφθεί ως αόριστη, καθιστά επιβλαβέστερη τη θέση του εκκαλούντος χωρίς να ασκήσουν οι εφεσίβλητοι δική τους έφεση ή αντέφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως εν προκειμένω, δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα, γι αυτό δεν θα εξαφανισθεί η απόφαση για το λόγο αυτό και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η έφεση και κατά το σκέλος της αυτό".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με βάση τα εκτιθέμενα στις δύο προαναφερόμενες αγωγές, απέρριψε αυτές για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος προς έγερσή τους, επικυρώσαν την ομοίως αποφανθείσα κατά τούτο πρωτόδικη απόφαση, δεχθέν, κατά τα προεκτεθέντα, ότι αυτός ουδέποτε κατέστη εκμισθωτής του επιμάχου μισθίου ακινήτου, υπό την έννοια ότι ούτε στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας εταιρίας "Θράκη Ανώνυμος Εταιρία Παραγωγής και Βιομηχανίας Κρέατος" υπεισήλθε, ούτε και νέα σύμβαση μίσθωσης καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και των φερομένων υπ' αυτού ως μισθωτριών και ήδη αναιρεσιβλήτων εταιριών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες μνημονεύονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, όπως και εκείνες των άρθρων του Αστικού Κώδικα 1000 (περιεχόμενο κυριότητας), 158 (τύπος δικαιοπραξίας), 574 (έννοια μίσθωσης πράγματος), 592 (φθορές ή μεταβολές του μισθίου ακινήτου) και 601 (καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος υπό μορφή αποζημίωσης για όσο χρόνο ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης) και, συνεπώς, ο πρώτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι περί εσφαλμένης ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1096 ΑΚ (ευθύνη καλόπιστου νομέα ως προς τα ωφελήματα) και 1098 του ίδιου Κώδικα (ευθύνη κακόπιστου νομέα) δεν δύναται να γίνει λόγος και τούτο διότι, προεχόντως, το μεν άρθρο 1096 προϋποθέτει επίδοση σ' αυτόν (καλόπιστο νομέα) της αγωγής, δηλαδή της διεκδικητικής ή της αναγνωριστικής της κυριότητας ή άλλης της κυριότητας αλλά όχι και της νομής αγωγής, το δε άρθρο 1098 προϋποθέτει κακόπιστο νομέα, δηλαδή αυτόν που γνωρίζει ή από βαριά αμέλεια αγνοεί ότι δεν έχει δικαίωμα νομής στο πράγμα κατά το χρόνο κατάληψής του ή κατά το χρόνο άσκησης της νομής μαθαίνει ότι δεν έχει δικαίωμα νομής ή σε όση έκταση άσκησε αυτή.

Τα στοιχεία όμως αυτά δεν περιέχονται στις ένδικες αγωγές, οι οποίες, κατά τα εις αυτές εκτιθέμενα, τείνουν να θεμελιωθούν επί της σύμβασης μίσθωσης, και, συνεπώς, ο περί εσφαλμένης εφαρμογής των εν λόγω άρθρων ισχυρισμός του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, που αποτελεί μέρος του ερευνώμενου πρώτου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

ΙΙΙ.- Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007). Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).-

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου κατά σειρά λόγου αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενο αυτού προσηκόντως εκτιμάται, προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το εν λόγω δικαστήριο κατά τον σχηματισμό του πορίσματός του για την ενεργητική ή μη νομιμοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη τους διαλαμβανόμενους στις αγωγές ισχυρισμούς του οι οποίοι θεμελιώνουν αυτές και οι οποίοι συμποσούνται ειδικότερα:

α) στην από αυτόν κτήση της κυριότητας του επιμάχου μισθίου ακινήτου από την πρώην εκμισθώτρια, η οποία τελούσε υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α Ν. 1892/1990, β) στην λύση της μέχρι τότε υφισταμένης μισθωτικής σχέσης μεταξύ της πρώην ιδιοκτήτριας και εκμισθώτριας και της πρώτης αναιρεσίβλητης και στην εν συνεχεία κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης μεταξύ αυτού ως εκμισθωτή και των ήδη αναιρεσιβλήτων ως μισθωτριών και γ) στην εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων κατοχή και χρήση του μισθίου ακινήτου και στην ως εκ τούτου αποκομιδή ωφελημάτων εξ αυτού.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το ερευνώμενο πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και τούτο διότι από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι πάντες οι ως άνω πραγματικοί ισχυρισμοί ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και κατόπιν ενδελεχούς αιτιολογίας απορρίφθηκαν, κριθέντος ότι ο ενάγων - νυν αναιρεσείων δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς στην έγερση των αγωγών.

Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ερευνώμενου δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του πορίσματός του για την ενεργητική ή μη νομιμοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από αυτόν και ειδικότερα το μη προταθέν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πράγμα, το οποίο συμπυκνώνεται στην παραδοχή του δικαστηρίου εκείνου ότι "δεν υπογράφηκε το νέο μισθωτήριο που είχε σταλεί από τον ενάγοντα στους εναγόμενους λόγω μη αποδοχής των όρων αυτού" (βλ.

εν τέλει α' σελίδας 5ου φύλλου απόφασης). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το ερευνώμενο δεύτερο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και τούτο διότι ο φερόμενος ως μη προταθείς ισχυρισμός πράγματι έχει προταθεί, όπως τούτο προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στο δεύτερο και στο τρίτο φύλλο εκάστης των προαναφερομένων αγωγών.-

ΙV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1585679, 1585680, 1585681 παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα υπ' αριθμ. 041738, 041987 και 041988 παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ., των εξήντα (60) ευρώ έκαστο. Τέλος, δικαστική δαπάνη υπέρ των αναιρεσιβλήτων εταιριών που νικούν δεν επιδικάζεται λόγω της ερημοδικίας τους και της εξ αυτού του λόγου μη υποβολής του απαιτουμένου σχετικού προς τούτο αιτήματος (άρθρ. 106 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.9.2013 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 1365/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της προαναφερόμενης αίτησης αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1585679, 1585680, 1585681 παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα υπ' αριθμ. 041738, 041987 και 041988 παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ., των εξήντα (60) ευρώ έκαστο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ