Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to consider a specific appeal argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellant argued the appellate court failed to consider a specific appeal argument concerning the right of use, claiming this omission violated procedural rules. The court ruled this argument was inadmissible because the appeal petition did not contain a claim for the rejection of that specific use objection, rendering the alleged error legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(b) and 561(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible and baseless if the appellate court considered the submitted argument and rejected it, provided the appeal petition did not explicitly claim the court failed to consider a specific argument that would have altered the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 402 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 402/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαυρουδή Βορίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. συζ. Δ. Δ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., και 2) Κ. συζ. Φ. Τ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βασιλάκι, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 185/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ως ζητήματα, σε σχέση με τα οποία η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Από δε τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini).
Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.
Όμως η νομή αφότου αποκτήθηκε εξακολουθεί να διατηρείται χωρίς την ενεργό παρουσία των κτητικών αυτής όρων (Μπαλή: Εμπ.Δ. παρ.9, σελ. 10). Υπάρχει δηλαδή φυσική εξουσία και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή (ΑΠ 184/2006 Ελλ.Δνη 48.184).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1935 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Θεόδωρου Κόντου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δικαιοπάροχος των (ήδη αναιρεσιβλήτων) εναγουσών Α. Κ. του Γ., πατέρας αυτών, και ο αδελφός αυτού Δ.
Κ. του Γ., απέκτησαν με αγορά από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του κατά το έτος 1917 αποβιώσαντος αρχικού κυρίου Δ. Γ., την κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός αγροτεμαχίου κειμένου στη θέση "Σιούτιστα" της κτηματικής περιφέρειας Καστοριάς, εκτάσεως 1,5 περίπου παλαιών στρεμμάτων, ήτοι 2.250 τ.μ.
περίπου (1 παλαιό στρέμμα αντιστοιχεί σε 1.500 περίπου μέτρα), συνορευομένου, σύμφωνα με την περιγραφή του ως άνω συμβολαίου, με κτήματα Χ. Φ., Γ. Σ., Π. Τ. και δρόμο. Οι ίδιοι, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1936 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Χαριλάου Ασβεστά, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησαν επίσης με αγορά κατά τα ίδια ποσοστά από το Ν.
Χ., στον οποίο είχε περιέλθει, λόγω πωλήσεως από τον Π. Τ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../1936 συμβολαίου, την κυριότητα ενός αγροτεμαχίου κειμένου στην αυτή θέση (όμορου προς το πρώτο), εκτάσεως 1/2 στρέμματος και συνορευομένου κατά το ως άνω συμβόλαιο, με άμπελο Α. Μ., με αγρό αδελφών Κ., με δρόμο και με λάκκο.
Τα ανωτέρω ακίνητα συνενωθέντα από τους πιο πάνω αγοραστές απετέλεσαν το με αριθμό 557 αγροτεμάχιο της οριστικής διανομής έτους 1937, το οποίο ενέμοντο αυτοί διανοία κυρίου, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους, υπέρ την εικοσαετία, καταστάντες συγκύριοι αυτών τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Το ανήκον στο δικαιοπάροχο πατέρα τους, που απεβίωσε χωρίς διαθήκη το έτος 1970, ποσοστό περιήλθε στις ενάγουσες, κατά ποσοστό 3/16 στην κάθε μια και στη μητέρα τους Ο. χήρα Α. Κ. κατά τα 2/16, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, οι οποίες αποδέχθησαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομία με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμόν .../1998 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Καστοριάς Κωνσταντίνου Γκολομπία, ενώ στη συνέχεια η τελευταία, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. .../1998 συμβόλαιο του άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό (2/16), λόγω γονικής παροχής στην πρώτη ενάγουσα.
Η ίδια, με το υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καστοριάς Δημητρίου Σαραγιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, επίσης λόγω γονικής παροχής, στην πρώτη ενάγουσα το υπόλοιπο από 8/16 ποσοστό συγκυριότητας στο ως άνω ακίνητο, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτήν, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου, λόγω πωλήσεως, από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του προαναφερθέντος Δ.
Κ. του Γ., συγκυρίου κατά το ανωτέρω ποσοστό, που απεβίωσε το 1962 και της μετέπειτα, ήτοι το έτος 1992, αποβιώσασας συζύγου του χωρίς αμφότεροι να καταλείπουν διαθήκη, την κληρονομιά των οποίων είχαν αποδεχθεί οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. .../1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Σιούλη-Στεφανίδου.
Τον κατά τα άνω παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητος των εναγουσών στο ως άνω ακίνητο, κατά ποσοστό 13/16 και 3/16 αντίστοιχα, δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρίση για την οποία δεν πλήττεται αυτή με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, τα αγορασθέντα από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών ακίνητα, ταυτίζονται με το με αριθμό κτηματολογίου 557 αγροτεμάχιο, το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Γ1-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α1-Α στο από 27-5-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Θ.
Μ. ... Τμήμα αυτού αποτελεί το επίδικο το οποίο περιγράφεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Γ1-Β1-Α2-Α1-Α, έχει εμβαδό 200 περίπου τ.μ. και συνορεύει στη πλευρά Γ-Γ1 μήκους 6,50 γρ.μ. με ρέμα, στις πλευρές Γ1-Β1 μήκους 17,50 γρ.μ. και Β1-Α2 μήκους 18,00 γρ.μ. με το υπόλοιπο του ως άνω 557 αγροτεμαχίου, στη πλευρά Α1-Α2 μήκους 7,00 γρ.μ με την επαρχιακή οδό Καστοριάς - Βιτσίου, η οποία σημειωτέον διέρχεται διά μέσου του υπ' αριθμ. 557 αγροτεμαχίου, διαχωρίζοντας αυτό σε δύο τμήματα, στη πλευρά Α-Α1 μήκους 14,50 γρ.μ.
με την υπ' αριθμ. 558 ιδιοκτησία Θ. Φ. και στις πλευρές Α-Β και Β-Γ, μήκους 14,00 γρ.μ. και 14,00 γρ.μ. αντίστοιχα, με ιδιοκτησία εναγομένου. Το ότι το περιέλθον στις ενάγουσες ακίνητο και το υπ' αριθμ. κτηματολογίου 557 αποτελούν ένα και το αυτό ακίνητο, καθώς και ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα αυτού, προκύπτει...(διότι) το όριο του ακινήτου των εναγουσών προς την πλευρά του ακινήτου του εναγομένου ήταν δρόμος, όπως ακριβώς εμφαίνεται και στο χάρτη οριστικής διανομής, στον οποίο το όριο του υπ' αριθμ. 557 αγροτεμαχίου προς την αυτή πλευρά είναι δρόμος και όχι η ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων του εναγομένου...Ο ισχυρισμός του (ήδη αναιρεσείοντος) εναγομένου ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα του αγορασθέντος απ' αυτόν ακινήτου με το υπ' αριθμ. .../1994 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καστοριάς Γεωργίου Τέξια, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Ειδικότερα, από το ως άνω συμβόλαιο προκύπτει ότι το αγορασθέν απ' αυτόν ακίνητο, εμβαδού κατ' αυτό 7866 τ.μ. δεν φέρεται να είναι όμορο του ακινήτου των εναγουσών, δεδομένου ότι εμφανίζεται σ' αυτό ως συνορευόμενο με ακίνητα τρίτων και ανατολικά την επαρχιακή οδό Καστοριάς - Βιτσίου και όχι με το ακίνητο αυτών (εναγουσών)".
Με βάση τις προεκτιθέμενες, δηλαδή, παραδοχές του το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών έγιναν κύριοι του επιδίκου κυρίως με τον παράγωγο πιο πάνω τρόπο και επικουρικά με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και ακολούθως, ότι οι ενάγουσες έγιναν συγκύριες του επιδίκου με τον προεκτιθέμενο, επίσης, παράγωγο τρόπο.
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, αναφορικά με την παραδοχή του, ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια οι ενάγουσες συγκύριες αυτού (επιδίκου) με τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο (και εν τέλει στην παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής αγωγής τους) περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία, αφού για την έκτακτη χρησικτησία δεν αναφέρει "φανερές διακατοχικές πράξεις".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο, κατά τα άνω, δέχτηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών είχαν γίνει κύριοι του επιδίκου (επικουρικά με έκτακτη χρησικτησία και) κυρίως με παράγωγο τρόπο και στη συνέχεια οι ενάγουσες - επίσης με παράγωγο τρόπο - συγκύριες αυτού, και η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης (περί της κτήσης από μέρους των δικαιοπαρόχων των εναγουσών της κυριότητας του επιδίκου κυρίως με παράγωγο τρόπο), η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης.
Παρεκτός αυτού ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του ως προς το ζήτημα της απόκτησης του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών με έκτακτη χρησικτησία, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία που επιτρέπει τον έλεγχο της συνδρομής των όρων των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ που εφαρμόστηκαν, δεδομένου ότι δέχτηκε με σαφήνεια, ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών αφού απέκτησαν τη νομή του επιδίκου με κατάληψη μετά τα προαναφερθέντα συμβόλαια, με τα οποία και απέκτησαν τα ανωτέρω δύο ακίνητα, τα οποία συνένωσαν και αποτέλεσαν το 557 αγροτεμάχιο της οριστικής διανομής του έτους 1937, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, διατήρησαν τη νομή αυτού "υπέρ την εικοσαετία, καταστάντες συγκύριες αυτού ...
με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας". Ωσαύτως, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης της ένστασης του αναιρεσείοντος (εναγομένου) περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με το πωλητήριο ως άνω .../1994 συμβόλαιο, εφόσον κατά τα άνω δέχτηκε ότι το επίδικο είναι τμήμα του 557 αγροτεμαχίου, διά μέσου του οποίου διέρχεται η επαρχιακή οδός Καστοριάς - Βιτσίου, και ότι αυτό δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου που αγοράστηκε από τον αναιρεσείοντα με το πιο πάνω πωλητήριο συμβόλαιο, αφού το τελευταίο αυτό ακίνητο του αναιρεσείοντος "δεν φέρεται να είναι όμορο του ακινήτου των εναγουσών, δεδομένου ότι εμφανίζεται σ' αυτό ως συνορευόμενο (όχι με το ακίνητο των εναγουσών, αλλά) με ακίνητα τρίτων και ανατολικά την επαρχιακή οδό Καστοριάς - Βιτσίου" και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο την κρίση του για την απόρριψη του προεκτιθέμενου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος "τη συνήγαγε εκ της εκτιμήσεως εγγράφων και της δήθεν προκύπτουσας εξ αυτών ελλείψεως επαφής μεταξύ του αγροτεμαχίου που αγόρασ(ε) με το ως άνω συμβόλαιο και του αγροτεμαχίου των αναιρεσιβλήτων" πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των άρθρων 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, διότι προσδιορίζεται και εξατομικεύεται το επίδικο σ' αυτήν με αναφορά "στο συνημμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, το οποίο αρχικώς συνόδευε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε στα πλαίσια της δίκης που άνοιξε με την άσκηση της (αντίθετης) από 18.7.2000 αγωγής περί διαταράξεως της νομής", χωρίς να προκύπτει ότι το τοπογραφικό αυτό σχεδιάγραμμα έχει ενσωματωθεί - επισυναφθεί στο κείμενό της - αγωγής -, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο εάν ο ως άνω ισχυρισμός - ένσταση περί αοριστίας της αγωγής, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και δεν εκπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, προτάθηκε από τον ηττηθέντα στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντα με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε και τα εξής: "Περαιτέρω, ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) αμυνόμενος κατά της αγωγής επαναφέρει με την έφεσή του τον ισχυρισμό, που πρόβαλε και πρωτοδίκως, ότι από κοινού με τις ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) έγινε ο καθορισμός των μεταξύ των ακινήτων τους ορίων το έτος 1994, στα οποία τοποθέτησε την περίφραξη, δαπανώντας το ποσό των 10.100 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ την αξία του επίδικου ακινήτου, γεγονότα τα οποία σε συνδυασμό με την επί μακρό χρόνο αδράνεια των δικαιούχων εναγουσών καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός τους.
Τα ανωτέρω όμως πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο δε διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, πλην της περίφραξης, η αξία της οποίας είναι μικρότερη από αυτήν του επιδίκου (με βάση την αξία του υπήχθη η διαφορά στην αρμοδιότητα του δικάσαντος πρωτοδίκως Δικαστηρίου), δεν προέβη σε άλλες κατασκευές επί του επιδίκου ο ίδιος και επομένως η διαμορφωθείσα κατάσταση δεν ήταν τέτοια, ώστε σε συνδυασμό με την αδράνεια των εναγουσών, συμπεριφορά η οποία δικαιολογείται, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, λόγω αλλοίωσης των ορίων και της μορφολογίας της περιοχής μετά την κατάργηση της μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων διερχόμενης παλαιάς οδού, η άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν είναι καταχρηστική, ενόψει και του ότι οι από την άσκησή του επερχόμενες συνέπειες σε βάρος του εκκαλούντος δεν είναι επαχθείς".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι πράγματι υπό τα ως άνω δεδομένα η άσκηση του ένδικου δικαιώματος από μέρους των εναγουσών δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996).
Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το λόγο της έφεσής του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει (σιωπηρά) την ένστασή του "περί εκ μέρους του δικαιωματικής (ενοχικώς) χρήσεως του επιδίκου", με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η ένδικη διεκδικητική αγωγή των αντιδίκων του και να διαταχθεί η απόδοση του επιδίκου σ' αυτές. Από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι δεν εμπεριέχεται σ' αυτή λόγος έφεσης για απόρριψη τέτοιας ένστασης - η παραδοχή της οποίας, κατά τον αναιρεσείοντα, θα είχε ως αποτέλεσμα, ότι το Εφετείο "δεν θα μπορούσε να αχθεί στο διατακτικό που ήχθη, ήτοι στην απόδοση του επίδικου τμήματος στις αναιρεσίβλητες". Σ' αυτή εμπεριέχεται λόγος έφεσης για απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της προταθείσας πρωτοβαθμίως από τον αναιρεσείοντα "ένστασης συμβιβασμού", τον οποίο το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε.
Συνεπώς, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα ο υπό εξέταση λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση - είναι - αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.9.2010 αίτηση του Η. Μ. του Π., για αναίρεση της 185/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ