Legislator Case Law & Legislation
402/2012 AI generated

402/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 402/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 402 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 402/2012

Legislator headnote

AI generated

402/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 402 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 402/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 402 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 402/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Χ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τζωρτζάτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5155/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4986/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 31-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο εσχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, λαβούσα υπόψη τα μνημονευόμενα από αυτήν αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά του εν λόγω δικαστηρίου, τις νομίμως ληφθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών υπ' αριθ. 15185, 15186/26-9-2007 δύο ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ. Ν. και Α. Ν. και τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, εσχημάτισε την κρίση της και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά της. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα, ενώ ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Εξ άλλου, κατ' άρθρον 393 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως η διάταξη αυτή, προ της τροποποιήσεώς της, ίσχυε κατά τον χρόνον της συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 5.900 ευρώ. Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ.β'Κ.Πολ.Δ., η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται, πλην των άλλων περιπτώσεων και σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. Ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη είχαν κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως τόσο στενόν δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση συντάξεως εγγράφου για την συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία. Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εξέθετε στην αγωγή της, ότι, λόγω μακροχρόνιας φιλίας με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, συνήψε με αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιανουάριο 1998 έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2000 προφορικώς 13 συμβάσεις δανείου, σύμφωνα με τις οποίες εδάνεισε σε αυτόν ατόκως από 100.000 δρχ. έως 400.000 δρχ., ήτοι από 293,47 ευρώ έως 1.173,90 ευρώ κάθε φορά και συνολικώς 3.500.000 δρχ. (10.271,46 ευρώ). Ζητούσε δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε εκείνην το συνολικό ποσόν των 10.271,46 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγούσης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή, εκράτησε την υπόθεση και την εδίκασε κατ' ουσίαν, δεχθέν ειδικότερα, ότι, λόγω των μακροχρόνιων φιλικών σχέσεων των διαδίκων και της μεταξύ των δημιουργηθείσης σχέσεως εμπιστοσύνης, συνήφθησαν μεταξύ των προφορικώς οι αναφερθείσες ανωτέρω συμβάσεις δανείων και η αναιρεσίβλητη εδάνεισε τον αναιρεσείοντα με τα ως άνω ποσά. 'Ετσι το Εφετείο, δεχθέν κατ' ουσίαν την αγωγή, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως το αιτηθέν συνολικώς ποσόν των 10.271,46 ευρώ. Για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του και ειδικότερα τόσον για την σύναψη των επί μέρους συμβάσεων δανείου, όσον και για τα επί μέρους εκάστοτε δανεισθέντα ποσά, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τις καταθέσεις των αναφερομένων στην απόφαση μαρτύρων, αλλά και τις επίσης αναφερόμενες στην απόφαση ένορκες βεβαιώσεις. 'Ετσι όπως έπραξε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 339 Κ.Πολ.Δ., καθ' όσον ορθώς δέχθηκε ως αποδεικτικά μέσα τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις ένορκες βεβαιώσεις, αφού πρόκειται για συμβάσεις, η αξία του αντικειμένου των οποίων δεν υπερβαίνει για κάθε μία το ποσόν των 5.900 ευρώ. Εν πάση δε περιπτώσει, λόγω του γενομένου από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτού, ότι δηλαδή μεταξύ των διαδίκων υπήρχαν μακροχρόνιες φιλικές σχέσεις και είχε δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης, εξ αυτού έπεται, ότι υπήρχε και ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο, το οποίο θα απεδείκνυε τις συμβάσεις δανείου και το περιεχόμενό των. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δ. και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εμνημόνευσε ειδικώς το από 28-12-2007 έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Από τα αναφερόμενα όμως στην προσβαλλομένη απόφαση καθίσταται βέβαιο χωρίς δισταγμό, ότι ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και έγγραφα και το ως άνω έγγραφο, για το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι δεν ελήφθη υπόψη. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 806-809 Α.Κ. και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως δανείου, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής περί αποδόσεώς του για το ορισμένο αυτής, είναι α') μεταβίβαση της κυριότητος χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικόν σκοπόν την χρησιμοποίησή τους και μάλιστα την ανάλωσή τους από τον δεύτερο και β') συμφωνία των ανωτέρω περί αποδόσεως άλλων πραγμάτων της ιδίας ποιότητος και ποσότητος. Για το ορισμένο της αγωγής αποδόσεως του δανείου δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν εάν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο, ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Εξ άλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (Α.Π. 663/2010 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα εξέθεσε στο δικόγραφο της αγωγής και κατ' εκτίμηση αυτού, όπως άλλωστε δέχθηκε και το Εφετείο, ότι με τον εναγόμενο ήσαν οικογενειακοί φίλοι από πολλών ετών και ως εκ τούτου, έχουσα την απαραίτητη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του λόγω της μακρόχρονης γνωριμίας των, συνήψε με αυτόν στην Αθήνα προφορικές συμβάσεις δανείου, σύμφωνα με τις οποίες του εδάνεισε σταδιακά και ατόκως τα κατωτέρω ποσά, τα οποία, όπως της έλεγε, θα τα επέστρεφε με την πρώτη ευκαιρία και ειδικότερα του εδάνεισε: α') τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1998 300.000 δρχ., β') τον Απρίλιο του ιδίου έτους 300.000 δρχ., γ') τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους 300.000 δρχ., δ') τον Νοέμβριο του ιδίου έτους 200.000 δρχ., ε') τον Ιανουάριο του έτους 1999 300.000 δρχ., στ') τον Απρίλιο του ιδίου έτους 300.000 δρχ., ζ') τον Ιούνιο του ιδίου έτους 300.000 δρχ, η') τον Αύγουστο του 1999 300.000 δρχ., θ') τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους 100.000 δρχ., ι') τον Νοέμβριο του ιδίου έτους 300.000 δρχ., ια') τον Ιανουάριο του έτους 2000 400.000 δρχ., ιβ') τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους 300.000 δρχ. και ιγ') τον Μάρτιο του ιδίου έτους 100.000 δρχ. 'Ότι κατ' επανάληψη η ενάγουσα εζήτησε την απόδοση των χρημάτων, πλην όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε να εξοφλήσει το χρέος του. Εζήτησε δε εν τέλει η ενάγουσα με την αγωγή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος από την ως άνω αιτία, να καταβάλει σε αυτήν εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής το σύνολον των ως άνω ποσών, το οποίο ανέρχεται σε 10.271,46 ευρώ (3.500.000 δρχ.). Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι επαρκώς ορισμένη και δεν απητούντο για την πληρότητα αυτής περισσότερα στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα (και στον οποίον γίνεται λόγος για παράβαση του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.), είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-9-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4986/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ