Legislator Case Law & Legislation
402/2009 AI generated

402/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 402/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

402/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Keywords

AI generated
rezoning of building area municipal land building plot location of property right of habitation detailed development plan
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 402 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 402/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρακώστα.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Κηφισιάς, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7463/1999 μη οριστική, 4460/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4358/2005 μη οριστική, 1750/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των υπ' αριθμ. 1750/2007 και 5007/2007 (διορθωτικής) αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 14-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 1-10-2007 αίτηση για αναίρεση των υπ' αρ. 1750/2007 και 5007/2007 (διορθωτικής) αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και μόνο κατά τους υπό στοιχεία Δ1 και Γ2 (σε συνδυασμό και με Γ3α) λόγους αυτής, και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Ένα ακίνητο αποκτά την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος: (α) από το νόμο, δηλαδή με το χαρακτηρισμό του ως κοινόχρηστης εκτάσεως από το ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, (β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, για την οποία όμως απαπείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και (γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία πρόβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 παρ. 2 Πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία από τις οποίες εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), ενόψει του ότι ο τελευταίος δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1528/1995, ΑΠ 190/1993).

Εξάλλου στην πρώτη από τις πιο πάνω περιπτώσεις προσαπαιτείται και καθορισμός με δικαστική απόφαση της πλήρους αποζημιώσεως, που αναλογεί στην αξία του αναγκαστικά απαλλοτριουμένου και καταβολή αυτής στο δικαιούχο ή παρακατάθεσή της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (βλ. ΑΠ 515/1992). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης.

Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας ένστασης (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 502/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο αφού αρχικώς δέχτηκε ότι το ακίνητο που απέκτησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, βάσει των αναφερόμενων συμβολαίων, βρίσκεται στο ήδη ... Ο.Τ. του συνοικισμού ......, ακολούθως δέχθηκε και τα εξής ουσιώδη κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του: "Το Σχέδιο Πόλεως του συνοικισμού ......

απεικονίζεται σε διάγραμμα ... που συνοδεύει το π.δ/μα της 7-7-1925 (ΦΕΚ Α/169/10-7-1925) η έγκριση του οποίου έγινε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7 του ν.δ/τος της 17-7-1923. Ακολούθως, υπεγράφη σύμβαση μεταξύ του αναδόχου της επιχειρήσεως "......" και του Ελληνικού Δημοσίου ... με την οποία ο ανάδοχος ... β) ανέλαβε την υποχρέωση να ...

ιι) εφαρμόσει επί του εδάφους το Σχέδιο Πόλεως και να παραδώσει εντός διετίας από της εγκρίσεώς του (ήτοι μέχρι της 7-7-1927) ακριβή τοπογραφική και χωροσταθμική (υψομετρική) αποτύπωση του εφαρμοσθησομενού σχεδίου εμφαίνουσαν και την διαίρεσιν των οικοπέδων". Το έτος 1933, μη πραγματοποιηθείσης εισέτι της υπό της επιχειρήσεως "......" αναληφθείσης ως άνω υποχρεώσεως, ιδρύθηκε (με το π.δ/μα της 27-1-1933, ΦΕΚ Α727/31-1-1933] το "Ταμείο Εφαρμογής του Σχεδίου Πόλεως του Συνοικισμού ......", με το άρθρο 16 του οποίου μεταβιβάσθηκαν σε αυτό (Ταμείο) τα δικαιώματα επί των κοινοχρήστων χώρων για την εφαρμογή του σχεδίου του συνοικισμού ......

στο έδαφος. Το έτος 1939, της τελευταίας αυτής εφαρμογής ευρισκομένης σε εκκρεμότητα, καταργήθηκε το ανωτέρω Ταμείο Εφαρμογής και οι κοινόχρηστοι χώροι περιήλθαν στην Κοινότητα ...... και εν συνεχεία στον Δήμο ...... (ενάγοντα), ο οποίος, αν και υπεχρεούτο, με βάση το αρθρ. 18 του π.δ/τος της 3-4-1929, να μεταφέρει στο έδαφος το Σχέδιο Πόλεως, κατά τα προβλεπόμενα από το αρθρ. 5 του ν.δ/τος της 17-7-1923, μέχρι σήμερα δεν το έχει πράξει, παρά την ανέγερση οικοδομών στα οικόπεδα του συνοικισμού και την διάνοιξη του συνόλου σχεδόν του οδικού δικτύου.

Εκ τούτων συνάγεται ότι η υπάρχουσα κατάσταση στον συνοικισμό προέκυψε από άτυπες, κατά περίπτωση, εφαρμογές του Σχεδίου Πόλεως που έλαβαν την επίφαση νομιμότητας δια της εκδόσεως Τεχνικών Εκθέσεων (Τ.Ε.) ή Διαγραμμάτων Εφαρμογής (Δ.Ε.), τα οποία δεν είχαν συνταχθεί με τις προβλεπόμενες υπό του άρθρου 5 παρ. 1 του ν.δ/τος της 17-7-1923 προδιαγραφές και αποτελούσαν εσωτερικά υπηρεσιακά έγγραφα προς διευκόλυνση των αποφάσεων της Πολεοδομίας.

Εκ του λόγου αυτού τα στοιχεία που απεικονίζονται στις Τ.Ε. και τα Δ.Ε. για την εφαρμογή του Σχεδίου Πόλεως, ως προσωρινά, δύναται να ανακληθούν εάν διαπιστωθεί ότι δεν αποδίδουν πιστά το εγκεκριμένο Σχέδιο Πόλεως, με την έκδοση νεωτέρων Δ.Ε. ή με την διαδικασία διαπιστώσεως ασυμφωνιών (στην εφαρμογή του Σχεδίου Πόλεως) ή την τροποποίηση του εγκεκριμένου Σχεδίου.

Δ. Οι ρυμοτομικές γραμμές του Ο.Τ. ... του Ρυμοτομικού Σχεδίου ......, στην βορειοανατολική γωνία του οποίου ευρίσκεται το επίδικο ακίνητο, περικλεισμένο από τις οδούς ...... (προς Βορράν), ...... (νοτιοανατολικά) και ...... (νοτιοδυτικά), της τελευταίας ούσης παραλλήλου προς την οδό ...... , έχουν διαμορφωθεί στο έδαφος με την Τ.Ε. ......

και τα Δ.Ε. ...... και ...... ... . Εξ αυτών προκύπτει ότι όλες οι πλευρές του Ο.Τ. ... έχουν επιμηκυνθεί προς δύση και βορράν, από 6,97μ. έως και 15,95 μ., με αποτέλεσμα την μεγέθυνση του σχήματος του Ο.Τ. αυτού και την ες αυτού παραμόρφωση και μετακίνηση θέσεως για το Ο.Τ. ... . Οι διαφορές που παρατηρούνται στις υφιστάμενες πλευρές του Ο.Τ. ...

είναι ανώτερες της τάξεως των 2-2,5 μ., σε σχέση με τις προβλεπόμενες στο από 7-7-1925 εγκεκριμένο διάγραμμα και δεν είναι αποδεκτές για την κλίμακα 1:2000 του εγκεκριμένου Σχεδίου. Εκ τούτου έπεται ότι έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή του εγκεκριμένου Σχεδίου πόλεως ...... για το Ο.Τ. ... . Συγκεκριμένα, στο από 7-7-1925 εγκεκριμένο διάγραμμα του Σχεδίου πόλεως το Ο.Τ. ...

έχει εμβαδόν 6.990,28 τ. μ., ενώ το εμβαδόν του διαμορφωμένου σήμερα Ο.Τ. ... είναι 8.151,80 τ.μ., αυξήθηκε δηλαδή κατά (8.151,80 - 6.990,28 =) 1.161,52 τ.μ.

ΙΙΙ. Κατά τις αποτυπώσεις και τη σύνταξη των από Οκτωβρίου έτους 1995 και Μαΐου έτους 1996 τοπογραφικών διαγραμμάτων του αρχιτέκτονα μηχανικού ...... έχουν ληφθεί υπ' όψιν η Τ.Ε. ...... και το Δ.Ε. ...... για τον καθορισμό των ρυμοτομικών γραμμών του Ο.Τ. ... στο οικόπεδο (ι) της εναγομένης, εσφαλμένως όμως, διότι, ως ήδη ανεφέρθη, η Τ.Ε. ...... και το Δ.Ε. ...... δεν εφαρμόζουν σωστά το από 7-7-1925 εγκεκριμένο διάγραμμα Σχεδίου πόλεως ...... και οι υπ' αυτών οριζόμενες ρυμοτομικές γραμμές δεν είναι οι ορθές......

IV. Εξ όλων αυτών των στοιχείων αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο, που εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Α-Ζ-Θ-Ι-Γ-Β-Α στο από 27-9-1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ......, συνορευόμενο βορείως εν μέρει επί πλευράς ΖΘ μέτρων 32,22 με την οδό ...... και εν μέρει επί πλευράς ΘΙ μέτρων 19,53 με πλατεία ......, νοτίως εν μέρει επί πλευράς ΑΒ μέτρων 23,43 και εν μέρει επί πλευράς ΒΓ μέτρων 23,30 με ιδιοκτησία της εναγομένης, ανατολικώς επί πλευράς ΓΙ μέτρων 88,00 με την οδό ...... και δυτικώς επί πλευράς ΑΖ μέτρων 5,96 με εγκεκριμένη οδό ......, εμβαδού 370,00 τ.μ., κείται εκτός του Ο.Τ. ... και αποτελεί τμήμα των εγκεκριμένων κοινοχρήστων χώρων της οδού ...... και της Πλατείας ......". Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, και δίκασε την υπόθεση, στη συνέχεια δέχτηκε την αγωγή και αφού αναγνώρισε τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο κύριο του επίδικου ακινήτου, υποχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα να το αποδώσει σ' αυτόν.

Με βάση όμως αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ λαμβάνει ως βάση του σκεπτικού του το εγκεκριμένο σχέδιο (π.δ. 7-7-1925) του συνοικισμού ...... και παρόλο που δέχθηκε α) ότι το έτος 1939 με την τελευταία εφαρμογή του σχεδίου οι κοινόχρηστοι χώροι περιήλθαν στο Δήμο Κηφισιάς (ενάγοντα), ο οποίος όμως παρά το γεγονός ότι είχε υποχρέωση δεν έχει μεταφέρει στο έδαφος μέχρι σήμερα το σχέδιο πόλεως, β) ότι η υπάρχουσα κατάσταση του συνοικισμού προέκυψε από άτυπες κατά περίπτωση εφαρμογές του σχεδίου πόλεως, τα δε στοιχεία που απεικονίζονται στις Τ.Ε.

και τα Δ.Ε. για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως ως προσωρινά δύνανται να ανακληθούν αν διαπιστωθεί ότι δεν αποδίδουν πιστά το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή του σχεδίου πόλεως στο Ο.Τ. ... όπου και το επίδικο και γ) ότι στο από 7-7-1925 εγκεκριμένο διάγραμμα του σχεδίου πόλεως το Ο.Τ. ...

έχει εμβαδόν 6.990,28 τ.μ. ενώ σήμερα αυτό έχει εμβαδόν 8.151,80 τ.μ. διαφορά 1161,52 τ.μ.), κατέληξε τελικά στο συμπέρασμα (αποδεικτικό πόρισμα) ότι το επίδικο ακίνητο κείται εκτός του εγκεκριμένου Ο.Τ. ... και ακόμη ότι αυτό αποτελεί τμήμα των εγκεκριμένων κοινοχρήστων χώρων. Στο τελευταίο αυτό συμπέρασμα κατάληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν με τις παραπάνω αντιφατικές αιτιολογίες της και συγκεκριμένα με το να δεχθεί ότι ο Δήμος Κηφισιάς δεν έχει μέχρι σήμερα μεταφέρει στο έδαφος το σχέδιο πόλεως σε σχέση με τους κοινόχρηστους χώρους, ότι η υπάρχουσα κατάσταση του συνοικισμού προέκυψε από άτυπες εφαρμογές του σχεδίου πόλεως, ότι υπάρχει η προαναφερθείσα διαφορά ως προς το εμβαδόν του Ο.Τ. ...και ακόμη ότι έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή του σχεδίου πόλεως σε σχέση με το Ο.Τ. ..., αφετέρου δε με τις προδιαληφθείσες ανεπαρκείς αιτιολογίες, κυρίως αναφορικά με το πόρισμα της ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα των εγκεκριμένων κοινοχρήστων χώρων. 'Ετσι όμως που έκρινε το Εφετείο, για τα πιο πάνω ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας των παραπάνω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που αναφέρθηκαν στην αρχή, όπως και εκείνων των άρθρων 966, 967, 968 ΑΚ και του από 7/10-7-1925 π.δ/τος (εγκεκριμένο σχέδιο Δήμου Κηφισιάς), το οποίο εγκρίθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του ν.δ/τος της 17-7-1923, που εφάρμοσε.

Επομένως, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό στοιχεία Γ2 και Γ3α λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης (ΑΠ 1911/2006).

Μάλιστα όταν ο διάδικος, που προσκομίζει περισσότερα έγγραφα για την απόδειξη διάφορων ισχυρισμών, επικαλείται ειδικά ορισμένο απ' αυτά είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη ενός συγκεκριμένου ουσιώδους ισχυρισμού του και το δικαστήριο απορρίπτει αυτόν ως αναπόδεικτο, έχει υποχρέωση αυτό να βεβαιώσει ότι στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε, αν και εκτίμησε το έγγραφο αυτό, το οποίο και να μνημονεύει και δεν αρκεί η γενική και αόριστη βεβαίωση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.

Στην υπόθεση που κρίνεται με τον πρώτο (Α) και υπό στοιχ. Δ.1 λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, προβάλλοντας ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, με βάση το οποίο έκανε δεκτή κατ' ουσίαν τη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντα-αναιρεσιβλήτου, αναγνώρισε αυτόν κύριο του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε την ίδια να το αποδώσει σ' αυτόν, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα :

α) τις από 21-5-1998 και από 6-4-2004 γνωμοδοτήσεις του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος β) αντίγραφα των 3928/1997, 3929/1997 και 3372/2001 αποφάσεων του ΣτΕ, γ) της 5060/2005 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών) δ) του υπ' αρ. ΔΤΕ/α/5997/452/3-4-1998, ...... έγγραφα ΥΠΕΧΩΔΕ, ε) την ...... επιστολή του Δ/ντή του Γραφείου Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, στ) το ......

έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών, ζ) το ...... έγγραφο του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, η) την 7507/1422/1999 απόφαση της Δ/νσης Πολεοδομίας Αθηνών, θ) το υπ' αρ. ΤΕ ...... τοπογραφικό διάγραμμα, ΤΕ ......, ΔΕ ...... και ΔΕ ......, ι) την υπ' αρ. 25060/5432/21-9-1998 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ και ια) αντίγραφα των υπ' αρ. ......, ......, ......, ......

οικοδομικών αδειών και ιβ) την ΔΤΕ/α/14124/1414/1-6-1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία αυτή προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο τελευταίο από τα οποία αναφέρεται, ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, ότι "επειδή ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου της υποθέσεως, μετά την υπ' αριθμ.

ΔΤΕ/α/14124/1414/1-6-1998 απόφαση υπογραφής του Γενικού Γραμματέα δεν υφίσταται έρεισμα εκ μέρους του Δήμου Κηφισιάς να διεκδικεί ως κοινόχρηστο χώρο εδαφική έκταση μέσα στο οικοδομήσιμο τμήμα του Ο.Τ......" και από τα οποία, γενικότερα, προκύπτει, επίσης κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, "α) ότι οι υφιστάμενες οικοδομικές και ρυμοτομικές γραμμές στο Ο.Τ. ...

είναι σύμφωνη με την απόφαση ΔΤΕ/14124/1414/1-6-1998 Γ.Γ. ΥΠΕΧΩΔΕ, β) ότι το εγκεκριμένο σχέδιο έχει εφαρμοστεί σωστά στο έδαφος με τις ορθές διαστάσεις των κοινόχρηστων χώρων με τις ΤΕ ......, ...... και ΔΕ ...... και ...... και γ) ότι η υφιστάμενη κατάσταση μόνο με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου μπορεί να αντιμετωπιστεί".

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης, από το περιεχόμενό της γεννώνται αμφιβολίες αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που αναφέρονται παραπάνω, τα οποία, εφόσον έχουν το περιεχόμενο που εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης, ασκούν ουσιώδη επιρροή για την έκβαση τα δίκης.

Ενόψει των προεκτεθέντων ο, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πιο πάνω λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.

VΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1750/2007 απόφαση (και την 5007/2007 διορθωτική) του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει, μειωμένα, στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ