Legislator Case Law & Legislation
402/2008 AI generated

402/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 402/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3047/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 992/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/6/2001 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

402/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 559 αριθ. 9 και 322 παρ. 1, 324, 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και υπό τη θετική λειτουργία), γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν "είχε προβληθεί", κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Keywords

AI generated
adjustment of remuneration staggering of health insurance premiums hospital cost reimbursement sick pay insurance benefits recalculation of disability benefits reduction of statutory salary increase
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 402 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 402/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ (Ψ.Ν.Α), που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3047/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 992/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/6/2001 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 3/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 559 αριθ. 9 και 322 παρ. 1, 324, 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και υπό τη θετική λειτουργία), γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν "είχε προβληθεί", κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αντίθετα, αν με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον, και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να επιδιωχθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε.

Εάν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο και εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, τότε κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και υποπίπτει έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:

Επί δύο προγενεστέρων αγωγών της αναιρεσίβλητης (από 29-1-1988 και 3-6-1993), με τις οποίες αυτή ζητούσε μισθολογικές διαφορές με τις διατάξεις της 42/81 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, σε συνδυασμό με τις 1/82 και 74/82 αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών για τα χρονικά διαστήματα από 1-1-1984 μέχρι 31-12-1987 και από 1-1-1988 μέχρι 30-6-1992 αντίστοιχα έχουν εκδοθεί οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες έγινε τελεσιδίκως δεκτό, η δε κρίση αυτή αποτέλεσε στη συνέχεια δεδικασμένο, ότι η αναιρεσίβλητη προσελήφθη στις ......

από το αναιρεσείον νοσοκομείο, ως καθαρίστρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες της έως την 30-6-192, οπότε και αποχώρησε για να συνταξιοδοτηθεί, ότι οι αποδοχές της βασικά διείποντο από την προαναφερθείσα 42/81 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων" και περιελάμβαναν α) τα 8/6 του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη (ημερομίσθιο ασφαλείας), που ανέρχεται σε 645 δραχμές, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.2 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών β) το επίδομα τριετιών από 10% επί του βασικού μισθού για κάθε τριετία και μέχρι πέντε τριετίες, γ) το επίδομα συζύγου και τέκνων από 10% και 5% αντίστοιχα, επί του βασικού μισθού, δ) την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ.3 του Ν. 2021/75 ίση με δύο ώρες την ημέρα και 50 τον μήνα, ε) το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 15% επί του βασικού μισθού, σύμφωνα με την 125/81 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, στ) το επίδομα ειδικών συνθηκών 40% του άρθρου 44 του Ν. 1193/1981, ζ) το διορθωτικό ποσό και τα ποσοστά της ΑΤΑ από 1-1-1984 μέχρι 1-1989 και η) το επίδομα των 500 δραχμών το μήνα του ΝΔ 1064/1971.

Ακόμη έκρινε, ότι η αναιρεσίβλητη προσδιόρισε τον βασικό της μισθό, με τον οποίο ζήτησε την επιδίκαση των ως άνω διαφορών, στο κατώτατο βασικό ημερομίσθιο των 645 δρχ. Χ 8/6 λόγω οκτάωρης απασχολήσεως και επί αυτού υπολογίσθηκαν οι επίμαχες διαφορές από τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, ότι με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη ζήτησε από το νοσοκομείο, για το από 1.1.1989 μέχρι 30.6.1992 χρονικό διάστημα, το οποίο συμπίπτει με το διάστημα των δύο προηγούμενων αγωγών, επιπλέον ποσά διαφοράς αποδοχών, διαφοράς της προσαύξησης για την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και διαφοράς αποζημιώσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως, τα οποία προκύπτουν από τον υπολογισμό των αποδοχών της, με βάση κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτριας μεγαλύτερο από εκείνο των 645 δρχ., που είχε ζητήσει με τις παραπάνω δύο αγωγές της και που δέχθηκαν οι μνημονευόμενες τελεσίδικες αποφάσεις.

Δηλαδή με βάση το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτριας που προβλέπουν οι από 10.3.89, 21.2.90 και 3.4.91 ΕΓΣΣΕ. Μετά από αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι, για το ήδη σκοπούμενο χρονικό διάστημα, δεν παράγεται δεδικασμένο, όπως είχε προτείνει το αναιρεσείον, ως προς το ύψος του γενικού κατώτατου ημερομισθίου, με βάση το οποίο υπολογίσθηκαν οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, αφού το επιπλέον των 645 δρχ.

ποσό δεν είχε ζητηθεί με τις προηγούμενες αγωγές της και δεν είχε γίνει αντικείμενο έρευνας στις αντίστοιχες δίκες. 'Ετσι, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως, όπως εκτίθεται και στο αναιρετήριο. Με βάση όμως τα εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά, η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει με τις προηγούμενες δύο αγωγές της το σύνολο των διαφορών μεταξύ των καταβαλλόμενων από το νοσοκομείο και των δικαιούμενων από αυτή νόμιμων αποδοχών, το σύνολο δε των διαφορών αυτών επιδίκασε το δικαστήριο με τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις, δεχόμενο τον υπολογισμό των νόμιμων αποδοχών της βάσει του ανωτέρω ημερομισθίου.

Επομένως, το δεδικασμένο από τις πιο πάνω αποφάσεις καλύπτει και το ύψος του νόμιμου ημερομισθίου της αναιρεσίβλητης, αφού το δικαστήριο αναγκαίως το έκρινε για να προσδιορίσει τις νόμιμες αποδοχές της, εντεύθεν δε και τις οφειλόμενες σε εκείνη διαφορές. 'Αρα η αναιρεσίβλητη εμποδιζόταν από το δεδικασμένο αυτό να επανέλθει με την υπό κρίση αγωγή της και να ζητήσει επιπλέον διαφορές, υπολογίζοντας τις νόμιμες αποδοχές της με βάση κατώτατο ημερομίσθιο μεγαλύτερο από εκείνο που κρίθηκε τελεσιδίκως με τις παραπάνω αποφάσεις.

Συνεπώς, το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου έκρινε ότι δεν υπάρχει για το ζήτημα αυτό δεδικασμένο και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 992/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ