402/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 402 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated402/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 402 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 402 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 402/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό της Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1.Ζ1, 2. Ζ2 και 3. Ζ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό της Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Γ. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ2, 2. Ζ2 και 3. Ζ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό της Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15 Σεπτεμβρίου και 29 Ιουλίου 1997 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5974/1999 και 2354/2004 μη οριστικές και 6832/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 29 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε τις από 20 Δεκεμβρίου 2006 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή οι κρινόμενες από 29.12.2005 τρεις αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 6832/2005, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ.- Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο εκ της διατάξεως αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Είναι δε ανεπαρκής η αιτιολογία, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επιτρεπτώς επισκοπούμενες από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από 15.9.1997 αιτήσεις των αναιρεσειόντων των δύο πρώτων αιτήσεων αναιρέσεως περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως των με αριθ.
ΚΠ5 και ΚΠ6, αντιστοίχως, αναγκαστικώς απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους, αυτοί ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως και για το δικαίωμα της καθ' ύψος επεκτάσεως των οικοδομών τους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα τούτο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οριστική όμως αποζημίωση δεν θα καθοριστεί για το δικαίωμα υψούν στις με αριθ.
ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησίες, απορριπτομένων των σχετικών αιτημάτων, εφόσον, όπως αποδείχθηκε, οι υπάρχουσες σ' αυτές οικοδομές δεν έχουν τη στατική επάρκεια για να δεχθούν καθ' ύψος επέκτασή τους χωρίς προηγούμενη ενίσχυση της υπάρχουσας θεμελίωσής τους". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Διότι, ενώ δέχεται ότι η καθ' ύψος επέκταση των απαλλοτριωθεισών οικοδομών των άνω αναιρεσειόντων είναι δυνατή μετά από προηγούμενη ενίσχυση της θεμελιώσεώς τους αρνείται τελικώς τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το δικαίωμα της επεκτάσεως αυτής των οικοδομών, χωρίς να δέχεται, ότι η εν λόγω ενίσχυση της στατικής επάρκειάς τους δεν είναι τεχνικώς δυνατή ή ότι είναι ασύμφορη από οικονομική άποψη, ως απαιτούσα δαπάνη, που αναιρεί την εκ της καθύψος επεκτάσεως των οικοδομών ωφέλεια, προϋποθέσεις, οι οποίες και μόνο καθιστούν χωρίς αξία το ανωτέρω δικαίωμα και δικαιολογούν εντεύθεν την απαγγελθείσα έννομη συνέπεια.
Ενόψει των ελλείψεων αυτών της αιτιολογίας της προσβαλλομένης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 εδ. 1 του Συντάγματος, 3 και 13 του έχοντος εν προκειμένω εφαρμογή ν.δ. 797/1971, 953 και 1001 του ΑΚ, που επιβάλλουν την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως για τις αναγκαστικώς απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις με τα συστατικά τους.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος των ως άνω αναιρέσεων από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι βάσιμος.
ΙΙ.- Επειδή στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1979 ορίζεται ότι "Κανένας δε στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρως αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) που ισχύει από 6.5.2001, με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρ. 2 του ίδιου νόμου). Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ.
γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ΄ του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18.4.2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του (βλ. ΑΠ 1552/2005, 1395/1999). Η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται", έχει την έννοια, ότι μόνο όσα θέματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων άφησε το Σύνταγμα να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη, μέχρι την έκδοση των σχετικών νόμων ρυθμίζονται από τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, και δεν αναφέρεται στα σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση θέματα, τα οποία ρυθμίζονται αμέσως από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ισχύουν από το χρόνο εφαρμογής του ίδιου του Συντάγματος (Ολ.
ΑΠ 1332/1985 και 18/1988). Επομένως, και το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σε περίπτωση που η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, το οποίο ρυθμίζεται αμέσως με την πιο πάνω, διάταξη του εδαφ.
γ' της παραγρ. 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος /2001, ισχύει από τότε που αυτή τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από 18.4.2001 και όχι από, την κατά τα άνω, προσαρμογή του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) στη διάταξη αυτή, δηλαδή από 1.1.2002. Ενόψει των προεκτεθέντων, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. α' και β΄ του τελευταίου αυτού ν. 2882/2001, που ορίζει ότι "Απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος", δεν έχει εφαρμογή επί του πιο πάνω θέματος, που ρυθμίζεται από τη νέα διάταξη της παρ. 2 εδ.
γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος/ 2001. Κατ' ακολουθίαν, λοιπόν, των προεκτεθέντων, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, κηρυχθείσης μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ενώπιον του αρμόδιου εφετείου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος /2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για την πραγματική αξία του ακινήτου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του εδ.
β΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ή και πριν από τη θέση σε ισχύ της διατάξεως του εδ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος /2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία ορίζει ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών της διεθνούς δικαίου όρους....". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών.
Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό. Άλλωστε, η νέα ρύθμιση του εδ.
γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος /2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.
γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος/2001, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των αναφερομένων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, που συνεδρίασε στις 13-3-1997, με την 311/1997 απόφασή του, που δημοσιεύτηκε στις 23-6-1997, δέχθηκε την από 29-12-1995 αίτηση των αναιρεσιβλήτων και τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιόν του ανταιτήσεις και κύρια παρέμβαση των αναιρεσειόντων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως και καθόρισε προσωρινώς, στα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά, την αποζημίωση των κειμένων στην πόλη των Θηβών οικοπέδων με τις επ' αυτών οικοδομές των αναιρεσειόντων, που κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για δημόσια ωφέλεια με την ...
κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού (ΦΕΚ ...). Οι αναιρεσείοντες άσκησαν τις από 15.9.1997 και 29.7.1997 αιτήσεις για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, οι οποίες συζητήθηκαν στη δικάσιμο της 4.5.1995, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν με τις προτάσεις τους ανταίτηση και το δικαστήριο, αφού τις συνεκδίκασε, εξέδωσε την 5974/1999 απόφαση, με την οποία ανέβαλε την οριστική του κρίση και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί των αναφερομένων σ' αυτή ζητημάτων.
Με τις από 16-6-2003 και 23.6.2003 κλήσεις των αναιρεσειόντων οι αιτήσεις και η ανταίτηση επαναφέρθηκαν προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 24-2-2004 και το Εφετείο εξέδωσε την 2354/2004 απόφαση, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, προκειμένου να προσκομιστεί το αναφερόμενο σ' αυτή έγγραφο. Οι αιτήσεις και η ανταίτηση συζητήθηκαν εκ νέου στη δικάσιμο της 17-5-2005 και το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, αφού έλαβε υπόψη την αξία, που οι απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις και τα συστατικά τους είχαν κατά το χρόνο της συζητήσεως στο Μονομελές Πρωτοδικείο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως (13-3-1997), λόγω του ότι, όπως διαλαμβάνεται στην απόφαση, "κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο (4-5-1999) είχαν κοινοποιηθεί οι υπό κρίση αιτήσεις πριν την ισχύ του ν. 2882/2001 (άρθρο 29 αυτού) και δεν είχε ακόμη τροποποιηθεί η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος", έγιναν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις και η ανταίτηση και προσδιορίστηκε οριστικώς η αποζημίωση για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα με τα συστατικά τους στα χρηματικά ποσά, που αναφέρονται στην απόφαση.
Η κρίση όμως του Εφετείου ως προς τον σκοπητέο χρόνο, που έλαβε υπόψη για την πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων, είναι εσφαλμένη. Και τούτο διότι, ενόψει του ότι η πρώτη συζήτηση των αιτήσεων των αναιρεσειόντων για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως έγινε στις 4-5-1999, ήτοι μετά την παρέλευση ενός και πλέον έτους από τη γενόμενη στις 13-3-1997 συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου για τον προσωρινό προσδιορισμό και η τελευταία συζήτηση των αιτήσεων, κατά την οποία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιορίστηκε οριστικώς η αποζημίωση, έλαβε χώρα στις 17-5-2005, ήτοι υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος /2001, κρίσιμος είναι ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του Εφετείου, ήτοι η 4-5-1999, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του εδαφ.
γ' της παρ. 2 του τελευταίου αυτού άρθρου του Συντάγματος /2001, η οποία έχει εφαρμογή ανεξαρτήτως του ότι η αίτηση είχε ασκηθεί προτού να τεθεί σε ισχύ η διάταξη αυτή, καθώς και η ως άνω διάταξη του εδ. β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ). Καθόσον δε αφορά ειδικότερα το υπόγειο και το πατάρι του καταστήματος της οικοδομής των αναιρεσειόντων της πρώτης αιτήσεως, το υπόγειο και τη στοά της οικοδομής των αναιρεσειόντων της δεύτερης αιτήσεως και το υπόγειο της ανοδομής των αναιρεσειόντων της τρίτης αιτήσεως, έπρεπε για τον καθορισμό της αξίας τους να ληφθεί υπόψη ο πιο πάνω χρόνος και διότι γι' αυτά δεν είχε καθοριστεί προσωρινώς αποζημίωση.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος /2001 και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, παραλείποντας να τις εφαρμόσει, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο δεύτερος λόγος των δύο πρώτων αιτήσεων αναιρέσεως και ο πρώτος λόγος της τρίτης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.
IV.- Επειδή μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο όσον αφορά όλους τους αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων της κάθε αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 29.12.2005 τρεις αιτήσεις των Χ1 κλπ, Ζ1 κλπ και Χ2 κλπ αντιστοίχως.
Αναιρεί την 6832/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο καθόσον αφορά τους αναιρεσείοντες και των τριών αιτήσεων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων της κάθε αιτήσεως, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ