Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for improper parties and inadmissible new arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued that the bank's claim for damages was invalid because one of them lacked the status of managing director and had been acquitted of crimes committed in that capacity. The court rejected these arguments as inadmissible because they were not raised during the original trial and did not meet the specific requirements for a valid appeal under Greek Civil Procedure Law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed only against those who were parties to the original trial and won the case, and any new arguments regarding facts not raised in the lower court are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 401 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 401/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Ι., 2) Α. Μ. του Γ., 3) Ι. Μ. του Β. και 4) Α. Μ. του Β., κατοίκων Θ.. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευδοκία Βακαλοπούλου Κορνηλάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Κ., κατοίκου ... και 3) Α. Π. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ως πρώτη αναιρεσίβλητη παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14136/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1033/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και ως προς τους οποίους δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 348/2022, ΑΠ 932/2018, ΑΠ 110/2018, ΑΠ 47/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από …αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1033/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από … έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 14136/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από … αγωγή τους κατά των αναιρεσιβλήτων α) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη βάση της από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης και β) ως μη νόμιμη ως προς τις λοιπές βάσεις της.
Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν μόνο την ως άνω αναιρεσίβλητη.
Επομένως, εφόσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν αφορούν τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων (υπαλλήλους της πρώτης), ως προς τους οποίους, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, η αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Σημειώνεται ότι στο Δικαστήριο τούτο παρίσταται η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. E. Α.Ε", ως καθολική διάδοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ.. E.. E. Α.Ε", λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη παριστάμενης εταιρίας.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ' στοιχ. Α' του ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών, είτε και όλοι οι κατ` ιδία δικαιούχοι.
Η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή.
Επομένως, έκαστος από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και δύναται να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και, συνεπώς, χωρίς να είναι αναγκαία η παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους, αφού ενεργεί στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος των άλλων δικαιούχων (άρθρα 211 επ.
ΑΚ), η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης, έναντι του δέκτη της κατάθεσης, και ως προς τους λοιπούς. Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η τράπεζα, ανταπαίτησής της κατ` αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, εφόσον και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς, σύμφωνα με το άρθρο 491 ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης. "Ακατάσχετες", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι απαιτήσεις οι οποίες, κατά εξαιρετικό και, επομένως, στενά ερμηνευτέο δίκαιο, εξαιρούνται από την κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων, δηλαδή διατάξεις που εκφράζουν σαφή περί του ακατάσχετου επιλογή του νομοθέτη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου Ν. 5638/1932 "κατάσχεσις της κατάθεσης επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη". Με τη διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό για τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη.
Δηλαδή, πριν την ανάληψη του καταλοίπου του ως άνω λογαριασμού, εκείνος ο τρίτος που έχει χρηματική απαίτηση, μάλιστα δε τυχόν τέτοια ίση ή μεγαλύτερη αυτού του καταλοίπου, κατά κάποιου των καταθετών, δικαιούται, προς ικανοποίηση της απαίτησής του, να επιβάλει κατάσχεση επί του καταλοίπου τούτου, τεκμαίρεται όμως αμαχήτως έναντι εκείνου ότι ανήκει σε όλους τους καταθέτες κατ` ίσα μέρη, και, άρα, δικαιούται εκείνος να επιβάλει την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον οφειλέτη καταθέτη, ενώ, βέβαια, το ίδιο κατάλοιπο, κατά τα λοιπά μέρη, διαφεύγει την κατάσχεση, συμβαίνει δε τούτο όχι γιατί το εν λόγω κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη του έχει καταστεί, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ακατάσχετο, αλλά γιατί τούτο, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, τεκμαίρεται ότι δεν ανήκει στην περιουσία του οφειλέτη καταθέτη.
Η διάταξη, όμως, αυτή του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ και δεν αφορά στην περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής.
Έτσι, καθόσον αφορά στην απόσβεση με συμψηφισμό, ο εκ μέρους της οφειλέτριας τράπεζας γενόμενος συμψηφισμός, με ανταπαίτησή της κατά του ενός συνδικαιούχου, επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους εις ολόκληρον από τον κοινό λογαριασμό υπόλοιπους δανειστές συνδικαιούχους, ως προς το ποσό που συμψηφίσθηκε, έστω και αν αυτό καλύπτει το σύνολο της κατάθεσης (ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 1812/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 2/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) εκθέτουν, πλην άλλων, σ' αυτήν:
α) ότι τηρούσαν στο υποκατάστημα ... (με αριθμό ... επί της οδού ...) της εναγόμενης τράπεζας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), τον αναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος την 26.8.2014 εμφάνιζε, ως υπόλοιπο, συνολικό ποσό κατάθεσης 321.917,85 ευρώ, β) ότι ο εν λόγω κοινός λογαριασμός, στον οποίο κατατίθεντο κυρίως ποσά από την μισθοδοσία των πρώτου και δεύτερης αυτών αλλά και ποσά από άλλες πηγές, χρησιμοποιείτο για την κάλυψη των καθημερινών βιοτικών αναγκών της οικογένειας τους και μάλιστα αυτοί την ...
είχαν ζητήσει την είσπραξη του συνόλου του χρηματικού ποσού που υπήρχε στον ως άνω λογαριασμό, γ) ότι η εναγόμενη τράπεζα την ... με έγγραφη δήλωσή της, συμψήφισε το ανωτέρω συνολικό ποσό της κατάθεσης με το ισόποσο τμήμα ληξιπρόθεσμης υπέρτερης χρηματικής ανταπαίτησής της, εκ ποσού 529.206,82 ευρώ, που είχε κατά του συνδικαιούχου Β.
Μ. (πρώτου ενάγοντος), προερχόμενη από την αναφερόμενη αδικοπραξία αυτού σε βάρος της και δ) ότι ο γενόμενος συμψηφισμός, στον οποίο προέβη η εναγόμενη τράπεζα, είναι άκυρος, γιατί, κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με το οποίο οι τραπεζικοί λογαριασμοί, σε περίπτωση κατάσχεσης, τεκμαίρεται αμάχητα έναντι των κατασχόντων, ότι ανήκουν στους συνδικαιούχους κατ` ίσα μέρη, δεν επέβαλε την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου, που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον πρώτο αυτών, ήτοι στο ποσό των 80.479,46 ευρώ (321.917,85 ευρώ δια 4), αλλά, αντιθέτως, συμψήφισε με κατάσχεση το σύνολο της κατάθεσης, δηλαδή και το μέρος αυτής, που αμάχητα τεκμαίρεται ότι ανήκει στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη αυτών, οι οποίοι δεν είναι οφειλέτες της.
Ζήτησαν δε επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η εναγόμενη τράπεζα έχει την ανωτέρω ανταπαίτησή της σε βάρος του πρώτου αυτών, αφού αναγνωρισθεί η ακυρότητα της περί συμψηφισμού δήλωσης της εναγομένης για τον προαναφερόμενο λόγο (μη περιορισμός της δήλωσης συμψηφισμού στο 1/4 της ως άνω κατάθεσης του κοινού λογαριασμού κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932), να υποχρεωθεί η εναγόμενη τράπεζα να καταβάλει νομιμοτόκως σε έκαστο από τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη αυτών (εναγόντων) το χρηματικό ποσό των 80.479,46 ευρώ, που αντιστοιχεί στο αναλογούν σε έκαστο αυτών μερίδιο από το συνολικό ποσό κατάθεσης του ανωτέρω κοινού λογαριασμού.
Το αίτημα αυτό της αγωγής δεν είναι νόμιμο, γιατί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, το τεκμήριο του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932, που προβλέπει ότι η κατάθεση κοινού τραπεζικού λογαριασμού ανήκει στους συνδικαιούχους κατά ίσα μέρη, αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης, κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ, και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της, την οποία έχει κατά του ενός των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς, ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρο ενοχής και, συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η εναγόμενη τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη) για ανταπαίτησή της, που διατηρούσε κατά του πρώτου ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) Β.
Μ., συνδικαιούχου του ανωτέρω τραπεζικού κοινού λογαριασμού, επέφερε απόσβεση της απαίτησης των υπόλοιπων συνδικαιούχων κατ' αυτής (εναγόμενης) ως προς το συμψηφισθέν ποσό, έστω και αν αυτό κάλυπτε το σύνολο της κατάθεσης αυτού (κοινού λογαριασμού) και, επομένως, οι ως άνω ενάγοντες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από την εναγόμενη τράπεζα την απόδοση του τμήματος της κατάθεσης του εν λόγω κοινού λογαριασμού, που αναλογούσε στους ίδιους.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ και δεν αφορά στην περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά ενός εκ των περισσότερων καταθετών, απέρριψε τον σχετικό λόγο (14ο) της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει το ανωτέρω (επικουρικό) αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 Ν. 5638/1932 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και, συνεπώς, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με το Ν. 2844/2000 "Συμβάσεις επί κινητών ή απαιτήσεων υποκείμενες σε δημοσιότητα και άλλες συμβάσεις παροχής ασφάλειας" που τέθηκε σε ισχύ την 13.10.2001, ρυθμίζεται το "πλασματικό ενέχυρο" ή, κατά το χρησιμοποιούμενο στο νόμο όρο, το "ενέχυρο σε κινητά χωρίς παράδοση". Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με το κοινό ενέχυρο, για τη σύσταση του οποίου απαιτείται παράδοση του πράγματος, στο πλασματικό ενέχυρο το πράγμα δεν παραδίδεται στον δανειστή, αλλά ο ενεχυραστής εξακολουθεί ο ίδιος να το κατέχει και να το χρησιμοποιεί.
Η απαιτούμενη για την ασφάλεια των συναλλαγών δημοσιότητα, η οποία στο κοινό ενέχυρο αναπληρώνεται με την υλική παράδοση του πράγματος, επιτυγχάνεται στην περίπτωση αυτή με την καταχώριση της σύμβασης σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (άρθρο 3 Ν. 2844/2000), κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον που γίνεται στα ακίνητα μέσω της εγγραφής των υποθηκών στο υποθηκικό βιβλίο.
Περαιτέρω, με τα άρθρα 16-18 του ως άνω νόμου καθιερώθηκε παράλληλα με το θεσμό του ενεχύρου χωρίς παράδοση και μία παρεμφερής μορφή, που έχει καθιερωθεί διεθνώς με τον όρο "κυμαινόμενη ασφάλεια" (floating security). Αντικείμενο της ασφάλειας αυτής, που υπόκειται στη δημοσιότητα του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, είναι ομάδα κινητών πραγμάτων ή δικαιωμάτων (άρθρα 2 παρ. 3 και 12 παρ. 2) και το χαρακτηριστικό της γνώρισμα συνίσταται στο ότι ο ασφαλειοδότης (κατόπιν ρητής συμφωνίας του με τον ασφαλειολήπτη) διατηρεί την εξουσία διάθεσης των αντικειμένων της ομάδας, την οποία έχει παράσχει ως ασφάλεια, ελεύθερων από το βάρος της, έχοντας όμως, κατά κανόνα (δηλαδή αν δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο), την υποχρέωση να αντικαθιστά τα διατιθέμενα αντικείμενα, σε εύλογο χρόνο, με άλλα ανάλογης αξίας (άρθρο 16), με αποτέλεσμα τα αντικείμενα της ασφάλειας να μεταβάλλονται (για το λόγο δε αυτό καθιερώθηκε ο όρος "κυμαινόμενη ασφάλεια").
Το πλεονέκτημα για τον ασφαλειοδότη είναι σημαντικό, αφού δεν διατηρεί μόνον την κατοχή των αντικειμένων αυτών, αλλά μπορεί ακώλυτα να τα διαθέτει ελεύθερα, αν τούτο χρειάζεται για τη συνέχιση και ανάπτυξη της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Το γεγονός, όμως, ότι στην κυμαινόμενη ασφάλεια τα υπέγγυα αντικείμενα εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή και χρήση του ασφαλειοδότη, δημιουργεί ζητήματα σχετικά με την προστασία του ασφαλειολήπτη.
Για τον λόγο αυτό το άρθρο 17 παρ. 1 του ως άνω ν. 2844/2000 προβλέπει την ειδική υποχρέωση του ασφαλειοδότη να αποστέλλει στον ασφαλειολήπτη κάθε τρίμηνο συνοπτική κατάσταση των αντικειμένων της ομάδας και των μεταβολών του τριμήνου, ενώ, όπως ρητώς προβλέπεται στο προαναφερόμενο άρθρο, τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής και η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ως άνω νόμου, σύμφωνα με την οποία ο ενεχυραστής υποχρεούται να ανέχεται έλεγχο του δανειστή (διενεργούμενο από δικαστικό επιμελητή, που μπορεί να προσλάβει και εκτιμητή) για την ύπαρξη και κατάσταση των πραγμάτων τακτικά κάθε εξάμηνο.
Επίσης, κατά την παρ. 3 του άρθρου 17 του ιδίου νόμου, σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων του ασφαλειοδότη επέρχονται οι συνέπειες που προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 7, σύμφωνα με τις οποίες "3. Σε περίπτωση ουσιώδους παράβασης των υποχρεώσεων των προηγούμενων παραγράφων από τον ενεχυραστή, ο δανειστής δικαιούται να καταστήσει το χρέος ληξιπρόθεσμο και απαιτητό με δήλωσή του προς τον ενεχυραστή" και "4.
Κάθε από δόλο παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 399 του Ποινικού Κώδικα". Περαιτέρω, το πλασματικό ενέχυρο (μορφή του οποίου αποτελεί η σύμβαση κυμαινόμενης ασφάλειας) ρυθμίζεται, κατ' αρχήν, από τις διατάξεις του Ν. 2844/2000, πλην όμως τα κενά που καταλείπονται, καλύπτονται, με βάση ρητή πρόβλεψη του ως άνω νόμου, με συμπληρωματική και αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για το κοινό ενέχυρο και την υποθήκη, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση του πλασματικού ενεχύρου.
Ειδικότερα, με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 8 (που φέρει τον τίτλο "Συμπληρωματική και ανάλογη εφαρμογή") του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για το ενέχυρο εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση του ενεχύρου χωρίς παράδοση και ότι, μεταξύ άλλων διατάξεων του ΑΚ, εφαρμόζεται αναλόγως και η διάταξη του άρθρου 1284 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "Αν από υπαιτιότητα του οφειλέτη κινδυνεύει να χειροτερέψει το ενυπόθηκο ή να ελαττωθεί η αξία του, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει είτε την παράλειψη ή άρση των επιβλαβών πράξεων είτε την άμεση εξόφληση του χρέους είτε τέλος την παραχώρηση άλλης ανάλογης υποθήκης.
Αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για αδικοπραξίες δεν αποκλείεται". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Η ελευθερία του ασφαλειοδότη να διαθέτει τα υπέγγυα αντικείμενα χωρίς την συγκατάθεση του ασφαλειολήπτη ισχύει στο μέτρο που σέβεται πλήρως το αντίρροπο έννομο συμφέρον του τελευταίου για πλήρη κάλυψη του ασφαλιζόμενου χρέους από την αξία της υπέγγυας ομάδας σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη.
Τούτο δε, γιατί εάν τα υπέγγυα αντικείμενα διετίθεντο κάθε φορά χωρίς να αναπληρώνονται από άλλα ομοειδή ανάλογης αξίας, η υπέγγυα ομάδα θα έχανε άμεσα την αξία της. Δεδομένης δε της αδυναμίας της κυμαινόμενης ασφάλειας να παρακολουθεί τα διατεθέντα υπέγγυα αντικείμενα, υπάρχει ο κίνδυνος αφενός ανεπάρκειας της υπέγγυας ομάδας να προστατεύσει το προαναφερόμενο συμφέρον του ασφαλειολήπτη, αφετέρου απόσβεσης της εμπράγματης ασφάλειας, εφόσον στην ομάδα δεν απομείνει τίποτα.
Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης επιβάλλει στον ασφαλειοδότη, αν δεν έχει συμφωνηθεί να υπάγεται στην ασφάλεια ό,τι κάθε φορά ανήκει ή απομένει στην υπέγγυα ομάδα, να αντικαθιστά χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τα διατιθέμενα αντικείμενα με άλλα ανάλογης αξίας (άρθρο 16 παρ. 2 Ν. 2844/2000).
Συνεπώς, ο ασφαλειολήπτης έχει, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, το δικαίωμα να αξιώνει την αναπλήρωση κάθε βεβαρυμένου κινητού πράγματος με άλλο ομοειδές αντικείμενο ανάλογης αξίας, ώστε να διατηρείται η υπέγγυα ομάδα σε οικονομική κατάσταση σύμφωνη προς τον σκοπό της εμπράγματης ασφάλειας. Εάν δε ο ασφαλειοδότης δεν αναπληρώνει τα διατεθέντα αντικείμενα, θα ευθύνεται σε άρση της επιβλαβούς πράξης, ενώ σε περίπτωση ουσιώδους αθέτησης της εν λόγω υποχρέωσης, θα απειλείται με άμεση εξόφληση του εμπραγμάτως ασφαλιζόμενου χρέους, καθώς και με άμεση συμπλήρωση της ομάδας ή με καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης από αδικοπραξία σε περίπτωση υπαίτιας οριστικής αδυναμίας πλήρους αντικατάστασης κατ' εφαρμογή των άρθρων 8 παρ. 2 εδ. α' Ν. 2844/2000 και 1284 εδ. β' ΑΚ (πρβλ. ΑΠ 1168/2015, ΑΠ 1388/2010). Τέλος, το ποσό της ανωτέρω αποζημίωσης αντιστοιχεί στην αξία των διατεθέντων πραγμάτων (εξικνούμενο, πάντως, μέχρι το ύψος του ανεξόφλητου υπόλοιπου του ασφαλιζόμενου χρέους σύμφωνα με την αρχή του παρεπόμενου των εμπράγματων ασφαλειών) και η καταβολή του καταλογίζεται στο ανεξόφλητο ασφαλιζόμενο χρέος.
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος ενάγων είναι διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τους διακριτικούς τίτλους "Α.
Δ. Α.Ε." και "S. D."... Στις ... η εταιρία με την επωνυμία "Α. Δ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με την από ... σύμβαση σύστασης κυμαινόμενης ασφάλειας, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ αυτής εκπροσωπούμενης από τον πρώτο ενάγοντα και της τράπεζας, υπό την τότε επωνυμία της "Τ. E. Ε. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", συνέστησε κατ' άρθρο 16 Ν. 2844/2000 κυμαινόμενο ενέχυρο ποσού 2.767.472,19 ευρώ επί ομάδας κινητών πραγμάτων, αποτελούμενης από εμπορεύματα της ανωτέρω εταιρίας (αθλητικά ενδύματα, υποδήματα και λοιπά συναφή είδη που βρίσκονταν σε 23 αποθήκες που διατηρούσε η ασφαλειοδότρια εταιρία ανά την Ελλάδα), προς εξασφάλιση της απαίτησης της τράπεζας κατά της ασφαλειοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "Α.
Δ. Α.Ε." από την υπ' αριθ. .../30.07.2012 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της τράπεζας, υπό την τότε επωνυμία της "Τ. E. Ε. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. Α.Ε." ως πιστούχου και δυνάμει της οποίας η τράπεζα χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "Α. Δ. Α.Ε." πίστωση έως το ποσό των 3.500.000 ευρώ.
Το ποσό της σύμβασης πίστωσης αυξήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. .../…/09.10.2012 συμβάσεως αυξήσεως πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό στο ποσό των 4.000.000 ευρώ και τελικά στο ποσό των 5.000.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθ. .../…/10.05.2013 συμβάσεως αυξήσεως πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ της τράπεζας, υπό τη σημερινή επωνυμία της, και της ως άνω πιστούχου εταιρίας, εκπροσωπούμενης από τον πρώτο ενάγοντα.
Την καταβολή κάθε χρεωστικού υπολοίπου εγγυήθηκαν η εταιρία με την επωνυμία "Ε. Φ. Α. Ε. Ε. Α. Ε. " για το σύνολο της πίστωσης και η εταιρία με την επωνυμία "C. ΑΕ" μέχρι του ποσού των 2.500.000 ευρώ. Η ανωτέρω σύμβαση κυμαινόμενου ενεχύρου καταχωρήθηκε στις ….. στο Ενεχυροφυλακείο Θεσσαλονίκης στον Τόμο ... για το ανωτέρω ποσό, επί των εμπορευμάτων της πιστούχου, τα οποία θα μπορούσε μεν να διαθέτει η πιστούχος ελεύθερα, στο πλαίσιο της τρέχουσας και συνήθους επιχειρηματικής της δραστηριότητας, πλην όμως θα έπρεπε να αντικαθιστά χωρίς υπαίτια βραδύτητα και τουλάχιστον ανά τρίμηνο, τα διατιθέμενα εμπορεύματα με άλλα ανάλογης αξίας, ούτως ώστε η αξία τους να θεωρείται πάντα σταθερή και να ανέρχεται καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης τουλάχιστον στο ποσό των 2.767.472,19 ευρώ.
Σε εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης τηρήθηκαν στην ενάγουσα τράπεζα επ' ονόματι της πιστούχου εταιρίας οι υπ' αριθ. ... ... λογαριασμοί σε ευρώ, οι οποίοι μέχρι το κλείσιμό τους εμφανίζουν τις κινήσεις που δεν αμφισβητούν ειδικά οι ενάγοντες. Σύμφωνα με τις κινήσεις των ανωτέρω λογαριασμών το συνολικό προσωρινό χρεωστικό κατάλοιπο της σύμβασης πίστωσης ανερχόταν στις …..
στο ποσό των 3.109.287,77 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων από …… σε βάρος της πιστούχου εταιρίας. Στις 15-10-2013 η εταιρία "Α. Δ. Α.Ε." προσκόμισε στην Τράπεζα αντίγραφο του βιβλίου αποθήκης της ….. αυτής, όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 6 της σύμβασης κυμαινόμενης ασφάλειας. Από τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε, διαπιστώθηκε ότι κατά παράβαση της σύμβασης κυμαινόμενης ασφάλειας, η εταιρία είχε προβεί στη διάθεση μέρους των ενεχυρασμένων εμπορευμάτων αξίας 687.946,98 ευρώ, χωρίς να προβεί σε αντικατάσταση τους, με αποτέλεσμα το σύνολο της αξίας των εμπορευμάτων να ανέρχεται στο ποσό των 2.079.522,22 ευρώ, δηλαδή υπολειπόταν κατά το ποσό των 687.949,98 ευρώ του αρχικού ποσού της κυμαινόμενης ασφάλειας 2.767.472,19 ευρώ.
Μετά τη διαπίστωση αυτή, η τράπεζα με την από …. επιστολή της προς την εταιρία, η οποία επιδόθηκε στις …. σε αυτήν..., κάλεσε την ασφαλειοδότρια εταιρία όπως εντός εξήντα ημερών από τη λήψη της επιστολής, είτε να συμπληρώσει το αντικείμενο του ενεχύρου με εμπορεύματα αξίας 687.949,98 ευρώ και αποστείλει στην τράπεζα, κατά τους όρους του άρθρου 6 της σύμβασης κυμαινόμενης ασφάλειας το σχετικό αντίγραφο αποθήκης, είτε να εξοφλήσει την ασφαλιζόμενη με τη σύμβαση κυμαινόμενης ασφάλειας οφειλή της εν μέρει, κατά το ποσό των 687.949,98 ευρώ, είτε να παράσχει άλλη, αποδοχής της τράπεζας, εμπράγματη ασφάλεια προς εξασφάλιση της απαίτησης της τράπεζας από την υπ' αριθ. .../30.07.2012 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Επίσης με την παραπάνω επιστολή η τράπεζα επεσήμανε την υποχρέωση της εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 5 της σύμβασης κυμαινόμενης ασφάλειας, όπως ενημερώσει εγγράφως άμεσα την τράπεζα, σε περίπτωση κατά την οποία η συνολική αξία των εμπορευμάτων ανά τοποθεσία υπολείπεται του ποσού που αναφέρεται αντίστοιχα στην τελευταία στήλη του πίνακα του άρθρου 2 της σύμβασης κυμαινόμενης ασφάλειας.
Πλην, όμως, η ασφαλειοδότρια εταιρία ουδέν έπραξε προς αντικατάσταση των διατεθέντων εμπορευμάτων με άλλα, παρότι παρήλθε τόσο η ταχθείσα προθεσμία, κατά παράβαση του άρθρου 5 της συμβάσεως αλλά και του άρθρου 16 παρ. 2 του ν. 2844/2000, που ορίζουν ότι η εταιρία υποχρεούται να αντικαθιστά χωρίς υπαίτια βραδύτητα τα διατιθέμενα εμπορεύματα με άλλα ανάλογης αξίας, ούτως ώστε η αξία των εμπορευμάτων να ανέρχεται καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης τουλάχιστον στο ποσό των 2.767.472,19 ευρώ.
Πέραν αυτού, ενώ η εταιρία όφειλε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 2844/2000 αλλά και σύμφωνα με τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση να αποστέλλει στην τράπεζα κάθε τρίμηνο συνοπτική κατάσταση των αντικειμένων της ομάδας και των μεταβολών του τριμήνου, στις ….. δεν απέστειλε με ηλεκτρονικό μέσο έγγραφη αναλυτική κατάσταση των ενεχυρασμένων εμπορευμάτων, από την οποία να προκύπτει η απογραφή των εμπορευμάτων, οι μεταβολές που επήλθαν κατά το παρελθόν τρίμηνο και η αξία τους, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί η εκ μέρους της ανωτέρω εταιρίας τήρηση της υποχρέωσης της να αντικαθιστά χωρίς υπαίτια βραδύτητα και τουλάχιστον ανά τρίμηνο τα διατιθέμενα εμπορεύματα με άλλα ανάλογης αξίας, ούτως ώστε η αξία των εμπορευμάτων να ανέρχεται καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης τουλάχιστον στο ποσό των 2.767.472,19 ευρώ.
Βάσει των ανωτέρω η εναγόμενη τράπεζα υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ. ... έγκληση κατά του πρώτου ενάγοντος, ως διευθύνοντος συμβούλου της ασφαλειοδότριας εταιρίας για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση παράβασης των άρθρων 7 παρ. 4, 16 παρ. 2 και 17 παρ. 3 του Ν. 2844/2000 (δόλια παράβαση των υποχρεώσεων του ασφαλειοδότη) σε συνδυασμό με το άρθρο 399 Π.Κ (παρακώλυση της άσκησης δικαιώματος), που τέλεσε στις 23-12-2013 και 31-12-2013.
Στις …. η τράπεζα επέδωσε στην ασφαλειοδότρια εταιρία και τον πρώτο ενάγοντα προσωπικά την από …. εξώδικη δήλωση - πρόσκληση..., με την οποία η τράπεζα γνώρισε σε αυτούς την υποβολή της ανωτέρω έγκλησης και κάλεσε εκ νέου αυτούς να εκπληρώσουν άμεσα τις υποχρεώσεις τους από την από 19.10.2012 σύμβαση σύστασης κυμαινόμενης ασφάλειας και την υπ' αριθ. ...
σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, για τις οποίες τους είχε οχλήσει με την από …. επιστολή της. Παρά τις οχλήσεις όμως της τράπεζας και την υποβολή της ανωτέρω έγκλησης, η ασφαλειοδότρια εταιρία, όχι μόνο δεν προέβη στην αντικατάσταση των ήδη εκποιηθέντων εμπορευμάτων, αλλά προέβη σε περαιτέρω εκποίηση και μη αντικατάσταση αυτών.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις …. οπότε προσκομίστηκαν από την εταιρία με την επωνυμία "Α. Δ. Α.Ε." στην τράπεζα οι από …. συγκεντρωτικές καταστάσεις εμπορευμάτων κυριότητας της εταιρίας, διαπιστώθηκε ότι η εταιρία προέβη σε περαιτέρω διάθεση των ενεχυρασμένων εμπορευμάτων ποσού 529.206,82 ευρώ, χωρίς να προβεί σε αντικατάστασή τους και ειδικότερα ότι η αξία των ενεχυρασμένων εμπορευμάτων στις 14-5-2014 ανέρχεται στο ποσό των 1.550.318,39 ευρώ, δηλαδή υπολείπεται κατά το ποσό των 1.217.153,80 ευρώ του αρχικού ποσού της κυμαινόμενης ασφάλειας των 2.767.472,19 ευρώ, κατά παράβαση της σύμβασης κυμαινόμενης ασφάλειας και του νόμου.
Τούτο προκύπτει από το από … βιβλίο αποθήκης-συγκεντρωτικές καταστάσεις εμπορευμάτων κυριότητας της ασφαλειοδότριας εταιρίας ανά κατάστημα που προσκομίζονται με επίκληση και δεν αμφισβητούνται από τους ενάγοντες. Περαιτέρω, στις … επιδόθηκε στην ασφαλειοδότρια εταιρία η από … εξώδικη δήλωση-πρόσκληση...
με την οποία κλήθηκε εκ νέου αυτή να εκπληρώσει άμεσα τις υποχρεώσεις της από την από ... σύμβαση σύστασης κυμαινόμενης ασφάλειας και την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και να συμπληρώσει το αντικείμενο του κυμαινόμενου ενεχύρου με εμπορεύματα κυριότητας αυτής αξίας 1.217.153,80 ευρώ, προκειμένου η συνολική αξία των εμπορευμάτων να ανέλθει στο ποσό των 2.767.472,19 ευρώ και να αποστείλει στην τράπεζα το σχετικό αντίγραφο αποθήκης της εταιρίας (άρθ. 6 της σύμβασης κυμαινόμενης ασφάλειας).
Η ασφαλειοδότρια εταιρία όμως δια του πρώτου ενάγοντος με την ανωτέρω ιδιότητα του ήτοι ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, υπαίτια (και) ενεργώντας δολίως, δεν εκπλήρωσε τις ανωτέρω υποχρεώσεις και δεν συμπλήρωσε το αντικείμενο του κυμαινόμενου ενεχύρου με εμπορεύματα κυριότητας αντίστοιχης αξίας, ήτοι 1.217.153,80 ευρώ.
Συνεπεία της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς του πρώτου ενάγοντος, που συνιστά παράλληλα και ποινικό αδίκημα εκ μέρους του δια παραλείψεως τελεσθέν, η εναγομένη υπέστη την ισόποση περιουσιακή βλάβη, που είναι απότοκος κατ' αιτιώδη συνάφεια της αδικοπραξίας που τελέστηκε σε βάρος της από τον ίδιο τον πρώτο ενάγοντα, ενεργώντας υπό την ως άνω ιδιότητα του και ευθυνόμενος εις ολόκληρον (άρθ. 71 εδ.
β του ΑΚ) μετά του νομικού προσώπου της εταιρίας που ενέχεται αυτοτελώς, έχοντας πρόσθετη και ανεξάρτητη ευθύνη εκ της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, ενώ ο πρώτος ενάγων υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ασφαλειοδότριας εταιρίας προέβη έως τις … σε διάθεση μέρους των ενεχυρασμένων εμπορευμάτων, συνολικής αξίας 687.946,98 ευρώ, δεν τα αντικατέστησε υπαιτίως με άλλα ανάλογης αξίας μέχρι σήμερα.
Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη τράπεζα υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ. ... έγκληση κατά του πρώτου ενάγοντος, ως διευθύνοντος συμβούλου της ασφαλειοδότριας εταιρίας ως και ανωτέρω, για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση παράβασης των άρθρων 7 παρ. 4, 16 παρ. 2 και 17 παρ. 3 του Ν. 2844/2000, σε συνδυασμό με το άρθρο 399 Π.Κ, που τέλεσε στις ….
και … λόγω μη αντικατάστασης των εκποιηθέντων μέχρι τις …. ενεχυρασμένων εμπορευμάτων και λόγω μη προσκόμισης στις …. έγγραφης κατάστασης των υπολοίπων των ενεχυρασμένων εμπορευμάτων αντίστοιχα, στις οποίες πράγματι η ασφαλειοδότρια δεν προέβη μέχρι σήμερα. Στις …. η πρώτη εναγόμενη τράπεζα επέδωσε στον πρώτο των εναγόντων, Β.
Μ., την από …. δήλωση συμψηφισμού..., με την οποία συμψήφισε στις …. μερικά κατά το ποσό των 322.823,42 ευρώ την απαίτηση της κατ' αυτού αποζημίωσης, ποσού 529.206,82 ευρώ λόγω της ισόποσης περιουσιακής βλάβης, την οποία παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε στην τράπεζα, συνεπεία της μη αντικατάστασης των εκποιηθέντων έως τις ….
εμπορευμάτων, με τις απαιτήσεις του πρώτου ενάγοντα κατά της τράπεζας που θεμελιώνονται στους τηρούμενους στην Τράπεζα υπ' αριθ. ... λογαριασμούς, οι οποίοι στις … εμφάνιζαν υπόλοιπα ποσών 321.917,85 - 486,86 - 405,63 - 0,03 - 13,04 και 0,01 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικό ποσό 322.823,42 ευρώ. Το συμψηφισθέν ποσό πιστώθηκε στις … στον υπ' αριθ. ...
λογαριασμό της πιστούχου Α. Δ., ο οποίος εμφάνισε στη συνέχεια χρεωστικό κατάλοιπο κατά της πιστούχου 731.896,34 ευρώ. Από τους ίδιους ως άνω λογαριασμούς προκύπτει ότι το προσωρινό χρεωστικό κατάλοιπο στις .., μετά το γενόμενο συμψηφισμό ανερχόταν στο ποσό των 3.465.484,59 ευρώ σε βάρος της πιστούχου πλέον τόκων.
Επομένως με τη δήλωση συμψηφισμού η τράπεζα συμψήφισε την αξίωση αποζημίωσης κατά του Β. Μ. κατά τα άρθρα 7 παρ. 4, 8 παρ.2, 16 παρ. 2 και 17 παρ. 3 του Ν. 2844/2000, σε συνδυασμό με το άρθρο 399 ΠΚ, 914 και 1284 του ΑΚ και όχι λόγω απλής συμβατικής αθέτησης υποχρεώσεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Η απαίτηση αποζημίωσης της τράπεζας ως ενεχυρούχου δανείστριας (φορέα του απόλυτου εμπράγματου δικαιώματος ενεχύρου, που είναι δικαίωμα αξίας) είναι ληξιπρόθεσμη και δεν εξαρτάται από το ληξιπρόθεσμο της εξασφαλισμένης απαίτησης.
Η αποζημίωση αντιστοιχεί στην αξία των διατεθέντων αντικειμένων, η οποία έχει απωλεσθεί λόγω υπαίτιας παράλειψης του ασφαλειοδότη να προβεί στην αντικατάστασή τους, ενώ το ποσό κατά το οποίο ικανοποιήθηκε η αξίωση αποζημίωσης καταλογίζεται στο ανεξόφλητο ασφαλιζόμενο χρέος... Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 1284 ΑΚ, η οποία ως ειδική διάταξη του εμπραγμάτου δικαίου εφαρμόζεται επί υποθήκης και πλασματικού ενεχύρου και σύμφωνα με την οποία έχει το δικαίωμα ο δανειστής να ζητήσει την άμεση εξόφληση της εξασφαλιζόμενης απαίτησης, αρκεί αυτή να είναι γεγενημένη και όχι μέλλουσα, να μπορεί δηλαδή απλώς να προσδιοριστεί κατά ποσό, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη...
Επίσης οι συμψηφιζόμενες απαιτήσεις δεν απαιτείται να είναι συναφείς δηλαδή να προέρχονται από την ίδια έννομη σχέση ή βιοτικό συμβάν, αλλά κατ' αρχήν υπόκεινται σε συμψηφισμό οποιεσδήποτε εκατέρωθεν απαιτήσεις. Έτσι η Τράπεζα νομίμως (και όχι ακύρως, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες) άσκησε το δικαίωμα συμψηφισμού της απαίτησης της αποζημίωσης κατά του Β.
Μ. με την απαίτηση του Β. Μ. και των συνδικαιούχων (εναγόντων) από τον υπ' αριθμ. ... τηρούμενο στην τράπεζα κοινό λογαριασμό τους στο συνολικό ποσό αυτού, των 321.917,85 ευρώ και όχι μόνο κατά το 1/4 του ποσού της κατάθεσης, όπως επικουρικά πλην αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες... Ακόμη η εγγραφή στις … συναινετικής προσημείωσης υποθήκης ποσού 2.500.000 ευρώ προς εξασφάλιση της απαίτησης της τράπεζας σε βάρος των εγγυητών της εταιρίας με την επωνυμία "C..
«Α. Κ. και Α. Α., οι οποίοι ενέχονται εις ολόκληρον με την πιστούχο μέχρι του ποσού των 2.500.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 16-7-2013 περίληψη εγγραφής αυτής, δεν συνιστά τροποποίηση ως προς το ποσό της σύμβασης κυμαινόμενου ενεχύρου και δεν αίρει την ευθύνη της πιστούχου και του Β. Μ., ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, δεδομένου μάλιστα του ορίου της πίστωσης που ανέρχεται στο ποσό των 5.000.000 ευρώ, έστω και εάν δεν έγινε χρήση όλου του ορίου αυτής, διότι άρχισαν τα ανωτέρω προβλήματα στις συμβατικές σχέσεις της εναγομένης τράπεζας από τη μια και της πιστούχου εταιρίας και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής από την άλλη.
Η τράπεζα δεν υποχρεούται να ασκήσει πρώτα τα δικαιώματα της ως προσημειούχου δανείστριας κατά των εγγυητών και εν συνεχεία να ασκήσει τα δικαιώματα εκ του ενεχύρου κατά της ίδιας της πιστούχου και του νομίμου εκπροσώπου της, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο πρώτος ενάγων. Η εγγραφή της ανωτέρω συναινετικής προσημείωσης υποθήκης, δεν πραγματοποιήθηκε ως συμπλήρωση του κυμαινόμενου ενεχύρου λόγω ενδεχόμενης απομείωσης του και δεν σχετίζεται με το ενέχυρο, όπως άλλωστε συνομολογούν και οι ενάγοντες, αντίθετα (η προσημείωση) συμφωνήθηκε, διότι στις … το όριο της πίστωσης του αλληλόχρεου λογαριασμού αυξήθηκε σε 5.000.000 ευρώ, με την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../…/10-5-2013 σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Εξάλλου, σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, καθένας από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών...
Επομένως η ενδεχόμενη επαρκής εξασφάλιση της απαίτησης της τράπεζας επί περιουσιακών στοιχείων των εγγυητών, δεν αναιρεί την αδικοπρακτική ευθύνη της πρωτοφειλέτριας πιστούχου εταιρίας που δρα διαμέσου του νομίμου εκπροσώπου της, και τα δικαιώματα της τράπεζας από τη σύμβαση κυμαινόμενης ασφάλειας και από την απομείωση της αξίας του ενεχύρου...
Σημειωτέον ότι, όπως αποδείχθηκε, στις … (ήτοι λίγο πριν τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), η Τράπεζα έκλεισε την υπ' αριθμ. .../30.07.2012 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, από την οποία προέκυψε ληξιπρόθεσμη απαίτηση της τράπεζας κατά της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ποσού 3.844.531,13 ευρώ, προς εξασφάλιση της οποίας (απαίτησης) καταρτίστηκε η σύμβαση σύστασης κυμαινόμενης ασφάλειας μεταξύ της τράπεζας και της πιστούχου εταιρίας...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα νομίμως την …. συμψήφισε μερικώς, κατά το ποσό των 321.917,85 ευρώ, την από αδικοπραξία απαίτησή της κατά του πρώτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος Β. Μ., για αποζημίωση ύψους 529.206,82 ευρώ, με την απαίτηση του τελευταίου κατ' αυτής (τράπεζας) ύψους 321.917,85 ευρώ από τον τηρούμενο στην αναιρεσίβλητη τραπεζικό (κοινό με τους λοιπούς ενάγοντες) λογαριασμό του, απέρριψε τους περί του αντιθέτου σχετικούς λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή τους κατά την πρώτη βάση της από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη τράπεζα να τους καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 321.917,85 ευρώ, που αντιστοιχεί στο συνολικό υπόλοιπο της κατάθεσης του αναφερόμενου κοινού λογαριασμού τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 1284, σε συνδυασμό με τα άρθρα 440 επ, του ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 7 παρ. 4, 8 παρ. 2, 16 παρ. 2 και 17 παρ. 3 Ν. 2844/2000, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ανωτέρω πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αφού στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (από δόλο) συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη τράπεζα (ασφαλειολήπτρια-ενεχυρούχο δανείστρια) ζημία, δεδομένου ότι ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, με συνέπεια να θεμελιώνεται η προβληθείσα την … σε μερικό συμψηφισμό αξίωση από αδικοπραξία της τελευταίας, ύψους 529.206,82 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ισόποση περιουσιακή ζημία που αυτή υπέστη, λόγω της υπαίτιας μη αντικατάστασης των εκποιηθέντων έως την … υπέγγυων εμπορευμάτων, αφού κατά τη μείζονα σκέψη, επί σύμβασης κυμαινόμενης ασφάλειας, σε περίπτωση που ο ασφαλειοδότης παραλείπει υπαιτίως να προβεί σε αντικατάσταση των διατεθέντων από αυτόν υπέγγυων αντικειμένων με άλλα ανάλογης αξίας, θεμελιώνεται σε βάρος του αξίωση αποζημίωσης του ασφαλειολήπτη, που αντιστοιχεί στη ισόποση ζημία που αυτός υπέστη λόγω της οριστικής απώλειας της αξίας των διατεθέντων αντικειμένων από την υπαίτια παράλειψη του ασφαλειοδότη να τα αντικαταστήσει.
Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα προέβαλε σε συμψηφισμό ανύπαρκτη απαίτησή της εναντίον του πρώτου αναιρεσείοντος, διότι από την συμπεριφορά του τελευταίου δεν επήλθε ζημία σ' αυτήν, αφενός μεν γιατί η μείωση της αξίας του ενεχύρου και η συνακόλουθη πρόκληση ζημίας θα εμφανισθούν, αν και όταν διενεργηθεί πλειστηριασμός των αντικειμένων του ενεχύρου και όχι με μόνη την μη αντικατάστασή τους, αφετέρου δε γιατί η απαίτηση της τράπεζας προς εξασφάλιση της οποίας έχει καταρτισθεί η επίδικη σύμβαση ενεχύρου είναι ήδη εξασφαλισμένη λόγω των αναφερόμενων ενοχικών και εμπράγματων εξασφαλίσεων (ύπαρξη σύμβασης εγγύησης και εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτων των εγγυητών), είναι αβάσιμος.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 Ν. 4842/2021), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης και αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς στο Εφετείο, εκτός αν συμβαίνει κάποια από τις προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017, ΑΠ 1059/2017).
Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 806/2021, ΑΠ 344/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο πρώτος των αναιρεσειόντων επικαλείται ως ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και που αφορά τη δημόσια τάξη, ότι αυτός ουδέποτε είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας "Α. Δ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ότι αθωώθηκε για τα ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε υπό την ως άνω ιδιότητά του, όπως αυτό προκύπτει από τις αναφερόμενες τέσσερις (4) αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, με συνέπεια, λόγω της έλλειψης της ιδιότητας αυτής, να μην στοιχειοθετείται η από αυτόν τέλεση αδικοπραξίας σε βάρος της αναιρεσίβλητης τράπεζας και, συνακόλουθα, να μην νομιμοποιείται παθητικά έναντι της τελευταίας για την από αδικοπραξία αξίωση αυτής ύψους 529.206,82 ευρώ, την οποία συμψήφισε με την απαίτηση ύψους 321.917,85 ευρώ που αυτός διατηρούσε από τον αναφερόμενο κοινό λογαριασμό των αναιρεσειόντων.
Ο ανωτέρω λόγος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν γίνεται επίκληση, κατά αριθμό και περιεχόμενο, συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης από τους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν (έλλειψη ιδιότητας του διευθύνοντος συμβούλου της προαναφερόμενης εταιρίας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση της από … έφεσης των αναιρεσειόντων αλλά και της από … αγωγής τους δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αν και μπορούσε να προβληθεί.
Αντιθέτως, με τα ως άνω δικόγραφά του, ο πρώτος αναιρεσείων επικαλείται ότι είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της προαναφερόμενης εταιρίας. Επιπλέον, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αφορά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, τη δημόσια τάξη, (ΑΠ 1531/2018), όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο πρώτος αναιρεσείων, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε.
Τέλος, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση παραβίασης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πραγματικά γεγονότα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα την παραδοχή ότι ο πρώτος αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας "Α.
Δ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
VΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.2.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1033/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ