Legislator Case Law & Legislation
401/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling specific errors fall under Article 559, not 560 of Civil Procedure Code.

Case Number 401/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a final labor dispute judgment regarding unpaid teaching and supervision fees. The appellants argued the lower court erred in interpreting the Civil Procedure Code, but the court found these specific errors were not reviewable under Article 560. Instead, the court determined the defects in the lower court's decision were subject to review under Article 559, which is inapplicable to appeals against first-instance judgments following an appeal from a summary procedure. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; errors in the calculation of damages and the interpretation of procedural requirements for a claim to be considered definite are reviewable under Article 559, not Article 560, when the lower court's decision was rendered after an appeal from a summary procedure.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code appeal admissibility labor dispute procedural defect legal costs summary procedure definite judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 401 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 401/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Α. Ζ. του Γ., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής και 3) Χ. Χ. του Χ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Πρατικάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ" (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βαρβάρας Ρουσία - Κεπεγιάννη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 669/ 2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4178/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2017 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 386/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναβάλλει την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 2-2-2021 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ' αριθμ. 386/2018 απόφαση του Τμήματος τούτου αναβλήθηκε η συζήτηση της υπό κρίση από 18.7.2017 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4178/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρι εκδόσεως αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του παραπεμφθέντος ενώπιον αυτής με την υπ' αριθμ. 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος ζητήματος, εάν η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά των δημοσιευθεισών προ της 1ης Ιανουαρίου 2016 και μη επιδοθεισών αποφάσεων είναι τριετής, εξακολουθούσα και μετά την 1η Ιανουαρίου ή διετής. Επί του εν λόγω ζητήματος εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθμ. 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, συνεπώς παραδεκτά με την από 2.2.2021 κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται προς συζήτηση η εν λόγω αίτηση αναίρεσης.

Με την από 18.7.2017 και με αριθμό κατάθεσης 566451/4.8.2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 9.6.2010 και με αριθμ. κατάθεσης 1673/2010 και 40449/562/2011 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (Α.Σ.ΠΑΙ.ΤΕ)" κατά της υπ' αριθμ. 669/2010 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της από 30.5.2008 και με αριθμό κατάθεσης 994/2008 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ), αφού με την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι η προαναφερόμενη προθεσμία είναι τριετής. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α του ν. 3027/2002 "Ιδρύεται στην Αθήνα Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.), η οποία είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.5 του Συντάγματος, τις διατάξεις του νόμου αυτού και τον Εσωτερικό Κανονισμό".

Κατά το άρθρο 19 του Ν. 1404/1983, το οποίο ορίζεται: Συνεργάτες, Εκπαιδευτικοί Ειδικών Μαθημάτων, Επισκέπτες Καθηγητές, ισχύουν τα εξής: 1. α) Για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των Τ.Ε.Ι. μπορεί να προσλαμβάνεται Εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Η σύμβαση μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη. β) Το εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό προσλαμβάνεται σε θέσεις Επιστημονικού Συνεργάτη και Εργαστηριακού Συνεργάτη, καθώς και στην κατηγορία Εκπαιδευτικού Ειδικών Μαθημάτων (Ε.Ε.Μ.), για τις οποίες ως ελάχιστα προσόντα ορίζονται τα ίδια με αυτά των βαθμίδων Επίκουρου Καθηγητή και Καθηγητή Εφαρμογών, καθώς και των μελών Ε.ΔΙ.Π.

αντίστοιχα. Στο εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό ανατίθεται η εκτέλεση όμοιου διδακτικού, ερευνητικού ή άλλου επιστημονικού και οργανωτικού έργου που έχει προβλεφθεί για το μόνιμο Ε.Π. της αντίστοιχης με τα προσόντα του βαθμίδας ή τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. γ) Η απασχόληση του εκπαιδευτικού αυτού προσωπικού μπορεί να είναι πλήρης ή μερική.

Η μηνιαία αποζημίωσή του είναι ίση με τις κάθε είδους αποδοχές του μόνιμου προσωπικού της αντίστοιχης βαθμίδας Ε.Π. ή των μελών Ε.ΔΙ.Π., κατά περίπτωση, εφόσον η απασχόληση είναι πλήρης ή το ανάλογο ποσοστό των αποδοχών αυτών, εφόσον η απασχόληση είναι μερική. δ) Για την προκήρυξη και την πρόσληψη ή την ανανέωση της σύμβασης αποφασίζει το Συμβούλιο του Τ.Ε.Ι.

μετά από σχετική εισήγηση του Συμβουλίου του οικείου Τμήματος ή του Κ.Ξ.Γ.Φ.Α. κατά περίπτωση. Η προκήρυξη, στην οποία ορίζονται μεταξύ άλλων το γνωστικό αντικείμενο ή η ειδικότητα, κατά περίπτωση, της προς πλήρωση θέσης και η εβδομαδιαία απασχόληση, δημοσιεύεται το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος και η σύμβαση μεταξύ του Τ.Ε.Ι.

και του προσλαμβανομένου υπογράφεται πριν από την έναρξη του διδακτικού έτους. 2. Σε περίπτωση προκηρύξεων που οι υποψήφιοι δεν διαθέτουν τα προσόντα της προηγούμενης παραγράφου, επιτρέπεται η ανάθεση, με ωριαία αντιμισθία, διδακτικού έργου σε υποψήφιους που κατέχουν τουλάχιστον τον αντίστοιχο βασικό τίτλο σπουδών και διδακτορικό δίπλωμα προκειμένου περί Επιστημονικών Συνεργατών.

Η ωριαία αντιμισθία των Επιστημονικών και Εργαστηριακών Συνεργατών Τ.Ε.Ι. και των Ε.Ε.Μ. Τ.Ε.Ι. της παραγράφου αυτής καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών και εκκαθαρίζεται και καταβάλλεται στους δικαιούχους σε μηνιαία βάση. [Ο συνολικός χρόνος απασχόλησης των Επιστημονικών Συνεργατών και των Εργαστηριακών Συνεργατών της παραγράφου αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει "τις δεκατέσσερις και τις δεκαοκτώ ώρες εβδομαδιαίως αντίστοιχα"].

Ο αριθμός των ωρών διδασκαλίας που ανατίθεται σε Ε.Ε.Μ. δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε ώρες εβδομαδιαίως... Κατά δε την παράγρ. 9 περ. β) Με απόφαση του Συμβουλίου του Τμήματος οι εκπαιδευτικοί του παρόντος άρθρου μπορούν να κληθούν μετά τη λήξη της σύμβασής τους να διενεργήσουν τις εξετάσεις των μαθημάτων που δίδαξαν το εξάμηνο που έληξε ή να ορισθούν ως επιτηρητές στις εξετάσεις αυτές.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αποζημίωση στους εξεταστές για πέντε ώρες συνολικά κάθε εξεταζόμενου μαθήματος και στους επιτηρητές αποζημίωση που αντιστοιχεί στις ώρες επιτήρησης, υπολογιζομένης για κάθε περίπτωση στις αποδοχές του τελευταίου μήνα της σύμβασής τους. Η αποζημίωση σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό των αποδοχών του προτελευταίου μήνα της σύμβασής τους".

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, 1864/2011, 329/2007, ΑΠ 862/2015, 291/2015). Η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν είναι ορισμένη παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής ή αντίθετα ότι είναι ορισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των εν λόγω στοιχείων ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Από την προαναφερόμενη αοριστία (ποσοτική - ποιοτική) αντιδιαστέλλεται η νομική αοριστία, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη, κρίση, η οποία ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου του αριθμ. 1 εδ.

α' του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση συγχωρείται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, 1573/1981, ΑΠ 515/2016, 991/2014, 57/2005). Τέλος, από το άρθρο δε 560 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται περιοριστικά στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 805/2020, 1690/2018, 64/2017, 1130/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 30.5.2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. 994/3.6.2008) αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (1ος, 2ος και 6ος των εναγόντων), ισχυρίστηκαν ότι έχουν νόμιμες αξιώσεις για την καταβολή οφειλόμενων αποζημιώσεων από την αναπλήρωση των ωρών εργαστηριακής διδασκαλίας που χάθηκαν κατά το εαρινό εξάμηνο 2005-2006 λόγω καταλήψεων, αλλά και από τη συμμετοχή τους στις επιτηρήσεις της εξεταστικής περιόδου του Ιουνίου του έτους 2006, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από 4.9.2006 έως και 15.9.2006 και οι οποίες απορρέουν από αντίστοιχες συμβάσεις πρόσληψής τους και ανάθεσης διδακτικού έργου στα τμήματα του εναγομένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει: 1) στον 1° ενάγοντα, το ποσό των 225 ευρώ, 2) στον 2° ενάγοντα, το ποσό των 900 ευρώ, και 3) στον 6° ενάγοντα, το ποσό των 312 ευρώ, ως ποσό που προκύπτει, για έκαστο ενάγοντα, από την αναλογία των μηνιαίων αποδοχών που ελάμβανε προς τις ώρες αναπλήρωσης και επιτήρησης που πραγματοποίησε.

Άλλως και όλως επικουρικώς με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η 660/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, να καταβάλει στον 1ο ενάγοντα το ποσό των 225 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα το ποσό των 900 ευρώ και στον 6ο ενάγοντα το ποσό των 312 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ άσκησε την από 9.6.2010 έφεση και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας με την εξής αιτιολογία: "Η υπό κρίση αγωγή...

τυγχάνει αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, δεδομένου ότι, οι ενάγοντες αν και αξιώνουν αποζημιώσεις για την αναπλήρωση των ωρών εργαστηριακής διδασκαλίας που χάθηκαν κατά το εαρινό εξάμηνο 2005-2006 λόγω καταλήψεων αλλά και για τη συμμετοχή τους στις επιτηρήσεις της εξεταστικής περιόδου Ιουνίου του έτους 2006, εντούτοις, δεν κάνουν μνεία στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε για τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, κατά τις οποίες αποφασίσθηκε και πραγματοποιήθηκε η αναπλήρωση αυτή, αλλά και ούτε για τον ακριβή χρόνο απασχόλησής τους, ήτοι για τις εβδομάδες, ημέρες και ώρες, κατά τις οποίες δίδαξαν προς αναπλήρωση των χαμένων ωρών.

Ακολούθως, σε ότι αφορά στις αξιώσεις τους για αποζημίωση από τη συμμετοχή τους στις επιτηρήσεις της εξεταστικής περιόδου Ιουνίου του έτους 2006, πέρα από τη γενική αναφορά στο δικόγραφο για το χρονικό διάστημα από 4.9.2006 έως 15.9.2006, κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η εξεταστική αυτή περίοδος, δεν γίνεται καμία ειδική αναφορά ούτε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, κατά τις οποίες οι ενάγοντες ορίστηκαν και συμμετείχαν στις εξετάσεις αυτές ως επιτηρητές, ούτε σε συγκεκριμένα μαθήματα και ποίου Τμήματος, αλλά ούτε και στο σύνολο των ωρών κατά το οποίο απασχολήθηκαν, σε κάθε, δε, περίπτωση, δεν αναλύεται σε ποιο μέρος του αιτούμενου για τον καθένα εξ αυτών (εναγόντων) ποσού αντιστοιχούν οι ώρες επιτήρησης και σε ποιο οι ώρες αναπλήρωσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι, πέραν των άλλων, ουδόλως αναφέρονται στην αγωγή οι αποδοχές του μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού της αντίστοιχης βαθμίδας Ε.Π. (με ή χωρίς ιδιαίτερα προσόντα όπως μεταπτυχιακό, διδακτορικό, κ.λ.π.), που συνέχονται με τα προσόντα εκάστου των εναγόντων, κατ' ανάλογο ποσοστό των οποίων (αποδοχών), σε συνδυασμό με τις ώρες απασχόλησης και τα ιδιαίτερα προσόντα (μεταπτυχιακό, διδακτορικό, κ.λ.π.), υπολογίζεται και η μηνιαία αποζημίωση των εναγόντων, η υπό κρίση αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, κατά παραδοχή του σχετικού 1ου λόγου της ένδικης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 669/2010 οριστική απόφαση, δέχθηκε ως ορισμένη την υπό κρίση αγωγή, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και περί την εκτίμηση του δικογράφου αυτής (αγωγή)". Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι όπως εσφαλμένα αναφέρεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που αξιώνουν και ειδικότερα ότι:

α) για την αναπλήρωση των ωρών εργαστηριακής διδασκαλίας, με την αναφορά των προσόντων τους είναι εφικτός ο προσδιορισμός των αποδοχών τους και δεν απαιτείται η αναγραφή των ωρών απασχόλησής τους κατά εβδομάδες, ημέρες και ώρες προς αναπλήρωση των χαμένων ωρών και β) για την επιτήρηση της εξεταστικής περιόδου για το χρονικό διάστημα από 4.9.2006 έως 15.9.2006, δεν απαιτείται ποιο ποσό αφορά την επιτήρηση.

Ωστόσο, από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας αυτής, την οποία συνιστούν οι διαλαμβανόμενες στην απόφαση ελλείψεις, ήτοι λόγω έλλειψης εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα για την καταβολή αποζημίωσης από την αναπλήρωση των ωρών εργαστηριακής διδασκαλίας και από τη συμμετοχή τους στις επιτηρήσεις της αναφερόμενης ως άνω εξεταστικής περιόδου, και όχι για νομική αοριστία.

Εξ άλλου, οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ., η οποία ορίζει ποία ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη και στην οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί η αποδιδόμενη πιο πάνω πλημμέλεια, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 1966/2017, 103/2001).

Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι δεν υπάγονται στη διάταξη που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτοι, διότι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ελέγχονται αναιρετικά με βάση τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου αποκλείεται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων κατά τα προεκτεθέντα. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.7.2017 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Α. Ζ. κλπ (σύν. 3) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4178/2014 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ