401/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated401/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.
Full text
Απόφαση 401 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 401/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2010 μη οριστική και 284/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2014 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-6-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχήν, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί.
Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος 2 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) - που ορίζει πλέον πενταετή παραγραφή - και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα, "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1) και "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω διετής παραγραφή που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του κ.ν. 489/1976, η οποία ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 732/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1158/2017). Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα διετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 52/2018).
Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του ΑΚ (ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδάφ. α' ΑΚ (ήδη παρ.1 εδάφ. α', μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 101 παρ.1 ν.4139/2013) και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντίστοιχα, εκκρεμοδικία (ΑΠ 996/2014, ΑΠ 1993/2013, ΑΠ 323/2013).
Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως π.χ. για διαφυγόντα κέρδη ορισμένης χρονικής περιόδου, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή πρόσθετου ποσού αποζημίωσης ή διαφυγόντων κερδών για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή.
Έτσι, αν από το χρόνο γνώσης από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία ή διετία από την επόμενη του ατυχήματος, αναφορικά με τον ασφαλιστή, η αξίωση αποζημίωσης που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή. Όπως έχει προεκτεθεί, μόνο αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν, όταν καθορίστηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 747/2018).
Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδάφ. α' ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται, κατ' αρχήν, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ (ή στη διετή του άρθρου 10 παρ.2 του ν.3557/2007), από την τελεσιδικία, ήτοι από το χρόνο δημοσίευσης της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (ΑΠ 89/2002), αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημιώσεως για αποθετική ζημία, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.
Και τούτο, διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, αν και δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στη μέχρι την τελεσιδικία ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (ΑΠ Ολομ., 24/2003, 38/1996, ΑΠ 732/2019, ΑΠ 274/2019, ΑΠ 52/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, με την πληττόμενη 91/2014 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρα 666, 667, 670 έως 676, 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26-5-2001 και περί ώρα 03.45, επί της Παραλιακής οδού της ..., που είναι μονόδρομος, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, και προ της διασταυρώσεως αυτής με την οδό Σ., που τέμνει αυτήν κάθετα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνσή της, προκλήθηκε σύγκρουση μεταξύ της αριθ.
κυκλ. ...-597 δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων στην αριστερή λωρίδα της Παραλιακής οδού, και του αριθ. κυκλ. ...-9331 ΙΧΕ ασφαλισμένου στη δευτέρα των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία, αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο μη μετέχων της εκκλήτου δίκης, πρώτος των εναγομένων, ομορρόπως προς τη μοτοσικλέτα και στη δεξιά λωρίδα της Παραλιακής οδού.
Η σύγκρουση οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων, οδηγού του αυτοκινήτου, διότι, προτιθέμενος να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στη διασταύρωση με την οδό Σ., επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Παραλιακής οδού, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των χρησιμοποιούντων την τελευταία οχημάτων και χωρίς να ενεργοποιήσει εγκαίρως τους αριστερούς δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματος του, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στον άξονα της πορείας της κανονικά κινούμενης στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων, και να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας (αριστερή).
Εξαιτίας της συγκρούσεως ο ενάγων τραυματίσθηκε και διακομίσθηκε στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη διπολικό κάταγμα αριστερού μηριαίου, συντριπτικό κάταγμα αριστερών μηριαίων κονδύλων, ανοικτό κάταγμα αριστερής κνήμης - οστικό έλλειμμα κνημιαίων κονδύλων άνω τριτημορίου κνήμης, διατομή και έλλειμμα κνημιαίας αρτηρίας και ολιγαιμικό shock.
Προς αποκατάσταση των τραυμάτων του νοσηλεύθηκε στο άνω Νοσοκομείο μέχρι 25-6-2001, όπου υποβλήθηκε σε επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις για εξωτερική οστεοσύνθεση και φλεβικό μόσχευμα για το έλλειμμα της κνημιαίας αρτηρίας και φλέβας και στη συνέχεια, για κάλυψη δερματικών και οστικών ελλειμμάτων.
Όμως, η υγεία του δεν κατέστη δυνατόν να αποκατασταθεί πλήρως, με αποτέλεσμα τη μόνιμη αναπηρία του, η οποία με την 954/7-4-2003 απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, προσδιορίσθηκε σε ποσοστό 80%. Μετά ταύτα, περιήλθε σε πλήρη ανικανότητα για οποιαδήποτε εργασία, με συνέπεια, κατά το χρονικό διάστημα από 26-5-2001 έως 10-10-2002, να απωλέσει τα εισοδήματα που με πιθανότητα θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε προ του ατυχήματος.
Έτσι, ενόψει του ότι προ του ατυχήματος εργαζόταν ως δύτης σε ιχθυοτροφική μονάδα, αντί μηνιαίων αποδοχών 645,6 ευρώ, εξαιτίας της ανικανότητάς του για εργασία, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ζημιώθηκε, μετά την αφαίρεση του ποσού των 2.837,52 ευρώ, που εισέπραξε από το ΙΚΑ, κατά το ποσόν των 8.783,28 ευρώ (18 μήνες Χ 645,60 = 11.620,80 - 2.837,52), το οποίο δικαιούται ως αποζημίωση για την άνω αποθετική ζημία που υπέστη, λόγω του τραυματισμού του.
Για την ηθική βλάβη δε που υπέστη δικαιούται το ποσόν των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση. Τα ανωτέρω έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την 50/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία κατέστη τελεσίδικη, κατόπιν απορρίψεως των κατ' αυτής εφέσεων που άσκησαν οι εναγόμενοι, με την 87/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Η τελεσίδικη δε ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία, εκτός των άλλων, επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα, και τα προεκτεθέντα ποσά, ήτοι το ποσόν των 8.783,28 ευρώ, για απώλεια εισοδημάτων του χρονικού διαστήματος από 26- 5-2001 έως 10-10-2002, και το ποσόν των 20.000 ευρώ, για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, εκδόθηκε επί της από 4-12-2002 (και με αριθ.
καταθ. 338/2002) προγενεστέρας αγωγής του ενάγοντος κατά των εναγομένων από την επίδικη αδικοπραξία, την οποία (αγωγή) δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν, σε σχέση με τα ανωτέρω αιτήματά της. Πιο συγκεκριμένα, με την ως άνω αγωγή, ο ενάγων, επικαλούμενος μόνιμη αναπηρία κατά 80%, λόγω του προεκτεθέντος τραυματισμού του κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο έκαστος, να του καταβάλουν ως αποζημίωση, για την αποθετική ζημία που υπέστη, εξαιτίας της ανικανότητάς του για εργασία, το ποσόν των 21.114 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε απωλεσθέντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 26-5-2001 έως 10-10-2002 και το ποσόν των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Ήδη, με την κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων επικαλείται απρόσμενη δυσμενή εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του, και ειδικότερα υποβολή του, κατά το Νοέμβριο του έτους 2004, σε χειρουργικό ακρωτηριασμό του αριστερού του ποδιού, με συνέπεια την μόνιμη αναπηρία του, κατά ποσοστό 80%, η οποία έχει δυσμενή επίδραση στο μέλλον του, καθόσον στην ηλικία των 47 ετών κατέστη πλήρως ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία και είναι αναγκασμένος να απέχει από τις περισσότερες κοινωνικές δραστηριότητες που θα είχε ένας μέσος άνθρωπος της ηλικίας του.
Γι' αυτό, όπως προαναφέρθηκε, ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας σε ολόκληρο, να του καταβάλουν, α) ως αποζημίωση, για την αποθετική ζημία που υπέστη, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία, το συνολικό ποσόν των 70.380 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα απωλεσθέντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 1-12-2002 έως 27-11-2007, που είναι μεταγενέστερο του χρονικού διαστήματος, για το οποίο ζήτησε απωλεσθέντα εισοδήματα, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία, με την προηγούμενη αγωγή του και β) ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, πέραν εκείνης που ζήτησε με την προηγούμενη αγωγή του, το ποσόν των 350.000 ευρώ, για το οποίο σημειωτέον επικαλέσθηκε, εκτός από την ΑΚ 932, και την ΑΚ 931.
Πράγματι, ο ενάγων, καίτοι υποβλήθηκε σε μακρά θεραπευτική αγωγή, εξαιτίας του βαρέως τραυματισμού στο αριστερό του πόδι, υπέστη οστεομυελίτιδα, η οποία, παρά τις γενόμενες προσπάθειες από τους θεράποντες ιατρούς του, δεν κατέστη δυνατόν να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά και στις 10-11-2004, οδήγησε, λόγω της δυσχέρειας αιματώσεως του εν λόγω ποδιού, στο χειρουργικό ακρωτηριασμό του πάνω από το γόνατο .......
Ενόψει τούτων, με την αριθ. πρωτ. 77/25-1-2006 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νομού Θεσπρωτίας, προσδιορίσθηκε το ποσοστό της αναπηρίας του σε 80%, όσο δηλαδή προσδιορίσθηκε και με την 954/7-4-2003 απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ (που μνημονεύεται στην άνω τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας), η οποία εκδόθηκε προ του ακρωτηριασμού του.
Μετά ταύτα, ο ακρωτηριασμός του αριστερού ποδιού του ενάγοντος συνιστά πράγματι απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του που δικαιολογεί την περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, που ζήτησε με την κρινόμενη αγωγή του, πέραν εκείνης που είχε ζητήσει με την προγενεστέρα αγωγή του. Αντιθέτως, οι λοιπές αναφερόμενες στην υπό κρίση αγωγή του ζημίες, για τις οποίες ζήτησε αποζημίωση, δεν ήταν απρόβλεπτες, αλλά προβλεπτές από την αρχή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Πιο συγκεκριμένα, η αποθετική του ζημία, λόγω απώλειας εισοδημάτων, κατά το επίδικο από 1-12-2002 έως 30-11-2007 χρονικό διάστημα, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είναι μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο ζήτησε αποζημίωση, ο ενάγων, λόγω απώλειας εισοδημάτων, με την προηγούμενη αγωγή του, οφείλεται στην μόνιμη ανικανότητά του για εργασία, εξαιτίας της εφ' όρου ζωής αναπηρίας, κατά ποσοστό 80%, που επήλθε σ' αυτόν, λόγω του βαρέως τραυματισμού του στο αριστερό του πόδι, η οποία (αναπηρία), ενόψει του είδους και της έκτασης της εν λόγω σωματικής βλάβης, μπορούσε να προβλεφθεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα, και δη αφότου αυτός εισήχθη για νοσηλεία στο Νοσοκομείο, πράγμα που προκύπτει και από το γεγονός ότι ο ενάγων ήδη, με την προηγούμενη αγωγή του, είχε επικαλεσθεί μόνιμη αναπηρία 80% για να δικαιολογήσει την αξίωσή του για απώλεια εισοδημάτων, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία κατά το εκεί αναφερόμενο χρονικό διάστημα (ήτοι από 26-5-2001 έως 10-10-2002) που είναι προγενέστερο του επιδίκου.
Εξάλλου, και αν ήθελε υποτεθεί ότι η αναπηρία του, κατά ποσοστό 80%, ήταν περιορισμένης χρονικής διάρκειας και κατέστη μόνιμη μετά τον επίδικο ακρωτηριασμό του αριστερού του ποδιού, η ανωτέρω αποθετική του ζημία σε κάθε περίπτωση κατέστη απρόβλεπτη μετά την 10-11-2004 που έλαβε χώρα ο ακρωτηριασμός του, ενώ για το προηγούμενο χρονικό διάστημα ήταν προβλεπτή.
Το ίδιο ισχύει και για την εύλογη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, αν ήθελε υποτεθεί ότι ο ενάγων άσκησε με την υπό κρίση αγωγή του και την εν λόγω αξίωση, όπως υπέλαβε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Σε σχέση με τις προβλεπτές ως άνω ζημίες, η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων του ενάγοντος έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία είναι διαρκείας 2 ετών, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν.489/1976, αρχίζει, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, από την επομένη του ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα στις 26-5-2001, σε σχέση δε με τις απρόβλεπτες ζημίες, λόγω ακρωτηριασμού του αριστερού του ποδιού, η παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος αρχίζει από την επομένη της 10-11- 2004 που έλαβε χώρα ο ακρωτηριασμός και κατέστη δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης.
Περαιτέρω, η διετής παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας δεν επιμηκύνθηκε σε πενταετή, με το άρθρο 7 του Ν.3557/2007, διότι μέχρι την έναρξη ισχύος του τελευταίου νόμου, και δη στις 14-5-2007, είχε ήδη συμπληρωθεί η διετία, τόσο από την επομένη του ατυχήματος, όσο και από την επομένη του ακρωτηριασμού του.
Αβασίμως δε ο ενάγων υποστηρίζει ότι η τελευταία παραγραφή, που άρχισε την επομένη της 10-11-2004 που έλαβε χώρα ο ακρωτηριασμός του, διακόπηκε με την από 11-4-2006 (και με αριθ. καταθ. 99/2006) αγωγή του, ομοίου περιεχομένου με την επίδικη, που επέδωσε στην εναγομένη στις 17-4-2006, καθόσον, όπως προκύπτει από τα με αριθ. 256/25-10-2007 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο ίδιος ο ενάγων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αυτός, κατά την στις 25-10-2007 συζήτηση της εν λόγω αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα ανωτέρω πρακτικά, παραιτήθηκε του δικογράφου αυτής και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ, η παραγραφή θεωρείται ότι δεν διακόπηκε με την αγωγή αυτή, δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή του ασκήθηκε με την επίδοσή της στην εναγομένη, στις 18-12-2008, ήτοι μετά την πάροδο εξαμήνου από την παραίτηση.
Περαιτέρω, η διακοπή της παραγραφής που επήλθε με την άσκηση της από 4-12-2002 (και με αριθ. καταθ. 338/2002) προγενεστέρας ως άνω αγωγής που άσκησε ο ενάγων κατά της εναγομένης, καταλαμβάνει μόνον τις ασκηθείσες με την αγωγή αυτή αξιώσεις, για τις αναφερόμενες σ' αυτή προβλεπτές ζημίες, και όχι τις επίδικες που αναφέρονται σε προβλεπτές ζημίες μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, όπως αυτή των απωλεσθέντων εισοδημάτων, σε απρόβλεπτες ζημίες, όπως αυτή της περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης και, τέλος, σε διαφορετικές αξιώσεις, όπως αυτή της ΑΚ 931, αν ήθελε υποτεθεί ότι ασκήθηκε με την υπό κρίση αγωγή, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι αυτοτελής σε σχέση με τις αξιώσεις από την ΑΚ 929 και 932.
Τέλος, δεν επήλθε επιμήκυνση του χρόνου της 2ετούς παραγραφής σε 20ετή, κατά το άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ, διότι μέχρι τις 28-2-2008 που δημοσιεύθηκε η 50/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία εκδόθηκε επί της προγενεστέρας αγωγής του ενάγοντος, είχε ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος της διετούς παραγραφής, τόσο από την επομένη του χρόνου του ατυχήματος [26-5-2001 (από προφανή παραδρομή στην απόφαση αναγράφεται 25-6-2001)] σε σχέση με τις προβλεπτές από τις επίδικες ζημίες, όσο και από την επομένη του χρόνου ακρωτηριασμού του αριστερού ποδιού του ενάγοντος (10-11-2004), σε σχέση με τις απρόβλεπτες ζημίες, και, επομένως, οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, είχαν υποκύψει στη διετή βραχυχρόνια παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν.489/1976.
Ενόψει τούτων, η σχετική προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος κατ' αυτής, έπρεπε να γίνει δεκτή και να απορριφθεί η αγωγή σε σχέση με αυτήν...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 22-1-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης 284/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (είχε προηγηθεί η έκδοση της 103/2010 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου που ανέστειλε - ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ) που είχε κρίνει διαφορετικά και, αφού την εξαφάνισε ως προς την αναιρεσίβλητη, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και απέρριψε, τελικά, ως προς την τελευταία, την ένδικη, από 26-11-2007 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 265/20-10-2008, αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή, ως βάσιμης, της ένστασης διετούς παραγραφής που είχε προβάλει παραδεκτά η αναιρεσίβλητη.
Ειδικότερα, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: Α) Η διετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 κ.ν. 489/1976 των αξιώσεων του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης άρχισε α) από την επόμενη ημέρα του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, ήτοι από 27-5-2001, για όλες τις προβλεπτές ζημίες του και β) από τις 11-11-2004 (επόμενη ημέρα του ακρωτηριασμού του αριστερού ποδιού του) για τις απρόβλεπτες ζημίες του και, συνακόλουθα, η παραγραφή αυτή είχε συμπληρωθεί στις 18-12-2008, όταν ασκήθηκε η ένδικη αγωγή και Β) Η βεβαίωση της καθόλου αξίωσης του αναιρεσείοντος με την τελεσίδικη 87/2011 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε επί της από 4-12-2002 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 338/2002, πρώτης κατά σειρά, αγωγής του αναιρεσείοντος, έλαβε χώρα το έτος 2011 και, συνεπώς, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 268 εδάφ.
α' ΑΚ, προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή του επίδικου μέρους των αξιώσεων του αναιρεσείοντος ως εικοσαετής, γιατί η αρχική διετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 του κ.ν. 489/1976 είχε συμπληρωθεί στις 27-5-2003 και 11-11-2006, δηλαδή πριν από την άσκηση της υπό κρίση, με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 265/20-10-2008, αγωγής. Επομένως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 261 εδάφ.α', 268 εδάφ.
α' ΑΚ και 10 παρ.2 κ.ν. 489/1976, τις οποίες, κατ' αποτέλεσμα, ορθά εφάρμοσε, έστω και αν θεώρησε, κατ' άρθρ. 268 εδάφ. α' ΑΚ, ως αφετηρία, για την έναρξη της νέας εικοσαετούς παραγραφής, το χρόνο δημοσίευσης, στις 28-2-2008, της πρωτόδικης (επί της πρώτης, από 4-12-2002, αγωγής) 50/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και όχι εκείνον του έτους 2011 που δημοσιεύθηκε η πιο πάνω τελεσίδικη 87/2011 εφετειακή απόφαση.
Η εσφαλμένη αυτή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης "αντικαθίσταται" με την προπαρατιθέμενη της παρούσας (άρθρ. 578 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο μοναδικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η προαναφερόμενη τελεσιδικία συντελέστηκε το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης 50/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας στις 28-2-2008 και όχι στο χρόνο που δημοσιεύθηκε η 87/2011 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.
Ο θεμελιωτικός, άλλωστε, του λόγου τούτου ισχυρισμός δεν τον ωφελεί, δεδομένου ότι το κρίσιμο, στην εξεταζόμενη περίπτωση, ζήτημα είναι αν υπήρχε αξίωση αυτού που δεν είχε ήδη υποκύψει στη μέχρι την τελεσιδικία ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, για την έναρξη της νέας εικοσαετούς παραγραφής και, κατά συνέπεια, εφόσον η βραχυχρόνια διετής παραγραφή είχε ήδη συμπληρωθεί στις 27-5-2003 και 11-11-2006, ανάλογα, είναι αδιάφορος νομικά ο μεταγενέστερος χρόνος είτε του έτους 2008 είτε του έτους 2011.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 16/20-7-2017 αίτηση του Ν. Ε. Ζ. για αναίρεση της 91/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ