401/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated401/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.ΑΠ 13/2008).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 401 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 401/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Γ. και 2) Γ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Νάκο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις από 4-11-2016 προτάσεις του, ότι στη θέση της (αρχικώς διαδίκου - αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", έχει ήδη υπεισέλθει ως ειδικός διάδοχος το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της (αρχικώς διαδίκου - αναιρεσίβλητης) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2006 αγωγή φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκε με την από 1-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "... ΑΑΕ", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει το ήδη αναιρεσίβλητο.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 641/2010 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2010 αίτησή τους και ο 2ος των αναιρεσειόντων με τους από 8-9-2015 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 21-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της ...-4-2011 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής και των ...-9-2015 πρόσθετων λόγων και την αναίρεση της 641/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-12-2010 (αρ. κατ. …2011) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων υπ’ αρ. 641/ 2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) και ειδικότερα, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή της αρχικά αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... AAE, στην ουσιαστική και δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ, λόγω νόμιμης προς τούτο περίπτωσης. Εξάλλου, ο 2ος αναιρεσείων Γ. Σ. με το από 8-9-2015 (αρ. κατ. ... 2015) ιδιαίτερο δικόγραφο άσκησε εμπρόθεσμα (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ) πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις δίκες αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.ΑΠ 13/2008).
Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράψαντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 240/2014, πρβλ.
επίσης ΑΠ 233/2014, ΑΠ 358/2011, ΑΠ 1852/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Θεόδωρο Νάκο, ο οποίος προσκόμισε το υπ’ αρ. ...25-1-2016 ειδικό πληρεξούσιο του συμ/φου Βόλου, Γ.
Φ., με το οποίο αποδεικνύεται ρητή πληρεξουσιότητα προς αυτόν, μόνον του 2ου αναιρεσείοντα, Γ. Σ. του Ι., που ασκεί και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ρητή πληρεξουσιότητα προς τον ανωτέρω δικηγόρο του 1ου αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε άλλωστε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ήταν επισπεύδοντες την αναίρεση στην αρχική δικάσιμο της 5-2-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για την σημερινή δικάσιμο.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα, Ι. Σ. του Γ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 αρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). Περαιτέρω και λόγω της σχέσης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσειόντων ως ενεχομένων σε ολόκληρο από αδικοπραξία πρέπει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής ως προς τον παριστάμενο 2ο αναιρεσείοντα και ήδη αναφερόμενο πλέον ως "αναιρεσείων" που έχει εκπροσωπηθεί νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και συνεπώς ασκούνται παραδεκτά. Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας αυτών και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρ. 246 σε συνδ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 845/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.
Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.
Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 226/2014, ΑΠ 640/2015). Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων Γ. Σ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη την έφεση της αρχικής αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη ΕΚ) κατά των κυρίως εναγόντων - οικογένεια του θύματος και στη συνέχεια και την αντέφεση των τελευταίων κατά της ασφαλιστικής εταιρείας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: οι μη διάδικοι στην αναιρετική δίκη, Λ. Κ. και άλλοι πέντε διάδικοι, άσκησαν εναντίον των αρχικά αναιρεσειόντων και της αρχικά αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας τη με αρ.
κατ. ...-5-2006 κύρια αγωγή με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι κυρίως εναγόμενοι να τους καταβάλουν, σε ολόκληρο καθένας, τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του συγγενούς τους, Κ. Κ., που συνέβη στο τροχαίο δυστύχημα, κατά το οποίο το ζημιογόνο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος κυρίως εναγόμενος, ιδιοκτησίας του 2ου κυρίως εναγομένου, πατέρα του και ήδη αναιρεσείοντα, που ασφάλιζε η 3η κυρίως εναγομένη ...
και ήδη ... εκτράπηκε της πορείας του και προσέκρουσε σε τοιχείο. Η κύρια αγωγή στηριζόταν στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 922 ΑΚ (κατά την κύρια βάση της) και στις διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911 (κατά την επικουρική της βάση). Η κυρίως εναγομένη ... άσκησε κατά των 1ου και 2ου κυρίως εναγομένων την με αρ. κατ. ...-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία ζητούσε, σε περίπτωση ευδοκίμησης εναντίον της της κύριας αγωγής, να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωνόταν να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, διότι συντρέχει λόγος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου οχήματος, επειδή ο οδηγός του δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδήγησης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με την υπ’ αρ. 69/2007 οριστική του απόφαση, θεώρησε την κύρια αγωγή μη ασκηθείσα ως προς τους 1° και 2° κυρίως εναγομένους (οδηγό - ιδιοκτήτη), λόγω της παραίτησης των κυρίως εναγόντων ως προς αυτούς από το δικόγραφο της κύριας αγωγής και κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή κατά της ...
και την παρεμπίπτουσα αγωγή αυτής και επιδίκασε τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις οι αρχικά αναιρεσείοντες (οδηγός - ιδιοκτήτης) εναντίον όλων των διαδίκων και η αρχικά αναιρεσίβλητη ..., ως κυρίως εναγομένη, εναντίον των κυρίως εναγόντων - συγγενών, καθώς επίσης οι τελευταίοι, ως κυρίως ενάγοντες - εφεσίβλητοι άσκησαν αντέφεση με τις προτάσεις τους εναντίον όλων των εκκαλούντων.
Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε ως απαράδεκτες ελλείψει εννόμου συμφέροντος τόσο την έφεση των αρχικά αναιρεσειόντων (οδηγού και κυρίου του οχήματος) ως προς τους κυρίως ενάγοντες -συγγενείς, μετά την παραίτηση των τελευταίων ως προς αυτούς, όσο και την αντέφεση των συγγενών σε βάρος των αρχικά αναιρεσειόντων (οδηγού και ιδιοκτήτη), διότι η ανωτέρω έφεση και η αντέφεση στρέφονταν κατά μη αντιδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, όπως επίσης την έφεση αυτής και δέχθηκε την αντέφεση των συγγενών σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δίκασε την κύρια αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό και αφού την δέχθηκε κατ’ ουσίαν, επιδίκασε αυξημένα ποσά.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντα -ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος, διότι αυτός δεν ήταν ηττηθείς αντίδικος της αρχικά αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, στη δίκη της έφεσης αυτής, που αφορούσε το κεφάλαιο της κύριας αγωγής και ερευνήθηκε μόνον μεταξύ των κυρίως εναγόντων - συγγενών και της ασφαλιστικής εταιρείας, μετά την κατάργηση της δίκης ως προς τον οδηγό και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος εξαιτίας της παραίτησης των κυρίως εναγόντων - συγγενών ως προς αυτούς, εξαιτίας της οποίας, όπως προαναφέρθηκε η κύρια αγωγή ερευνήθηκε μεταξύ των συγγενών και της ασφαλιστικής εταιρείας. Επίσης ο ήδη αναιρεσείων (μετά την ανωτέρω κατάργηση της δίκης ως προς την κύρια αγωγή) δεν ήταν αντίδικος στην αντέφεση των συγγενών, που ερευνήθηκε μεταξύ αυτών και της ασφαλιστικής εταιρείας. Επομένως ο αναιρεσείων -ιδιοκτήτης δεν υπήρξε ηττηθείς αντίδικος στην έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας και στην αντέφεση των συγγενών και συνακόλουθα δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον να προτείνει την ένσταση απαραδέκτου αυτών ως εκπροθέσμως ασκηθείσες.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 1 επ. του ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκαλείται βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, μπορεί να στηριχθεί τόσο στην ΑΚ 914, όσο και στο νόμο ΓΠΝ/1911. Οι προϋποθέσεις ευθύνης καθεμιάς ρύθμισης είναι διαφορετικές.
Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η άλλη, με την οποία καθιερώνεται ειδική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά τη λειτουργία του (αυτοκινητικό ατύχημα), ήτοι ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη).
Η ευθύνη αυτή μετριάζεται στις περιπτώσεις που από αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί να αποφευχθεί το ατύχημα, οποιαδήποτε αμέλεια και αν κατέβαλε ο οδηγός, οπότε ανακύπτει ανάγκη μετριασμού της εν λόγω ευθύνης. Τούτο επιχειρείται με την εισαγωγή συγκεκριμένων λόγων απαλλαγής, που ισχύουν για όλα τα ευθυνόμενα πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν.
ΓΠΝ/1911, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση της ανώτερης βίας. Με εξαίρεση τους επιβάτες λεωφορείου (άρθρο 45 ν. 4841/1930), δεν θεωρούνται "τρίτοι" οι επιβάτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου και, συνεπώς, οι αξιώσεις αυτών ή - σε περίπτωση θανάτωσής τους, εξαιτίας του ατυχήματος - των μελών των οικογενειών τους για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν διέπονται από το ν.
ΓΠΝ/1911, αλλά από το κοινό δίκαιο, κατ’ άρθρο 12 του νόμου αυτού (ΑΠ 52/2016 πρβλ. επίσης ΑΠ 1003/2011). Απαιτείται προς τούτο άλλη έννομη σχέση μεταξύ του ιδιοκτήτη ή κατόχου και του οδηγού που προκάλεσε το ατύχημα. Τέτοια έννομη σχέση μπορεί να είναι η πρόστηση κατά την έννοια της ΑΚ 922. Από την τελευταία διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ.
β’ 914 και 932 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση του θανατωθέντος προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (επομένως και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας.
Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στον άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Τέτοια περίπτωση προστήσεως υπάρχει όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ενός αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή αν σύζυγος επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου από τη σύζυγό του ή ο πατέρας από τον υιό του, πράγμα που μπορεί να συμβεί είτε όταν ο παραχωρήσας συνεπιβαίνει στο αυτοκίνητο είτε όταν δεν συνεπιβαίνει.
Στην περίπτωση αυτή ο παραχωρήσας ή εμπιστευθείς την οδήγηση κάτοχος ή ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου χαρακτηρίζεται ως προστήσας κατά την έννοια της ΑΚ 922. Σχέση εξάλλου προστήσεως υπάρχει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο της αγωγής δεν χρησιμοποιείται ρητώς η λέξη πρόστηση, όμως παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν και την εξειδικεύουν, όπως τούτο συμβαίνει όταν στην αγωγή παρατίθεται ότι ο επιβαίνων στο ζημιογόνο αυτοκίνητο ως συνοδηγός ιδιοκτήτης του για οποιοδήποτε λόγο εμπιστεύεται και παραχωρεί την οδήγησή του σε άλλο πρόσωπο προς εκτέλεση συγκεκριμένης διαδρομής.
Η διάταξη θεσπίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος δηλαδή ευθύνη ανεξάρτητη από ίδιο πταίσμα του προστήσαντος. Επομένως στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστήσαντος ή ως προς την επίβλεψή του ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας που του ανατέθηκε (ΑΠ 1003/2011, πρβλ.
επίσης ΑΠ 1409/2006).
Από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/76 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 927 Α.Κ. προκύπτει ότι η καλύπτουσα ασφαλιστικώς την αστική ευθύνη εξ αυτοκινήτου εταιρεία, σε περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική ευθύνη, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 158/2015), αλλά δικαιούται, αν εναχθεί από τον ζημιωθέντα τρίτο, να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, απαιτώντας όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 25 περ. 6 της Κ.4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/5-4-1978), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με τον Ν. 3557/2007 (ΑΠ 158/2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου του δυστυχήματος, αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία, όταν προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματός του το οποίο οδηγεί, άδεια οδήγησης.
Και ναι μεν η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/76, αφού με αυτή δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα, υπέρ του ασφαλιστή, μπορεί να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρα 189 και 192 Εμπ.Ν.
και μετά την κατάργησή τους, από το Ν. 2494/1997, άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου τούτου), οπότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη.
Η ρήτρα αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί στην σύμβαση ασφάλισης, είτε αυτοτελώς, είτε με παραπομπή στην ως άνω Υπουργική απόφαση, ενώ ως επαρκής παραπομπή θεωρείται και η απλή αναφορά του αριθμού του ΦΕΚ, στο οποίο έχει δημοσιευθεί η εν λόγω Υπουργική απόφαση, χωρίς πρόσθετη αναφορά του αριθμού αυτής, αφού μέσω της παραπομπής αυτής στο ΦΕΚ είναι δυνατή η γνώση του περιεχομένου της Υπουργικής Απόφασης (ΑΠ 1467/2009).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. ΓΠΝ/1911 ορίζεται κατ’ ακριβή λεκτική διατύπωση ότι "δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά τη λειτουργία του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις και ο οδηγός και κατά το άρθρο 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος ή ο κάτοχος ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, το οποίο παραχωρών εις το ζημιωθέν πρόσωπον, δύναται κατά την κρίσιν του δικαστηρίου να απαλλαγεί πάσης άλλης αποζημιώσεως".
Από τις παραπάνω διατάξεις του ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη εις βάρος εκτός των άλλων και του κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του νόμου αυτού, ο οποίος ενέχεται έναντι του παθόντος προς αποκατάσταση της ζημίας του. Ιδία αντικειμενική ευθύνη καθιερώνεται και σε βάρος του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, ανεξαρτήτως του αν αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος είναι κάτοχος αυτού.
Σε περίπτωση, όμως, που ο ιδιοκτήτης δεν είναι και κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η ευθύνη του περιορίζεται μέχρι την αξία αυτού κατά τον αμέσως πριν το ατύχημα χρόνο, παρέχεται δε σ’ αυτόν και η διαζευκτική ευχέρεια, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη παραχωρώντας στο ζημιωθέν πρόσωπο αυτό τούτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο.
Ο ως άνω περιορισμός της ευθύνης του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου γίνεται με την μορφή σχετικής ενστάσεως που υποβάλει ο τελευταίος κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό (βλ. σχετ. ΑΠ 447/2000, ΑΠ 1352/2007).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ’ αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ’ ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α’ Κ.Πολ.Δ., αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ Ολ. 22/2005, ΑΠ 1437/2012).
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 2067/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/ 2015, ΑΠ 198/2015).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της εφετειακής απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε σε σχέση με την ευθύνη του αναιρεσείοντα ιδιοκτήτη τα ακόλουθα: "Την 28-1-2006 και περί ώρα 22.30 ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος Ι.
Γ. Σ., οδηγώντας το αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ALFA ROMEO, ιδιοκτησίας του δεύτερου (παρεμπιπτόντως) εναγομένου Γ. Ι. Σ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο με έγκυρη σύμβαση ασφάλισης για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην εναγομένη με την κύρια αριθμ. εκθ. κατάθεσης ...-5-2006 αγωγή και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...
AAE", στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός ο γιος των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων της κύριας αγωγής και εγγονός των πέμπτης και έκτης τούτων Κ. Κ., εκινείτο εντός της πόλης της ... Ν. Μαγνησίας, επί της οδού .... Το οδόστρωμα της άνω οδού ήταν υγρό κοντά στους όγκους χιονιού, που υπήρχαν στο οδόστρωμα, ο φωτισμός δεν ήταν επαρκής και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ.
την ώρα. Στο ύψος της διασταύρωσης της ανωτέρω οδού με την οδό ..., ο ως άνω οδηγός, ο οποίος ήταν ηλικίας 15 ετών, ανέπτυξε την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, άνω των 70 χιλ. την ώρα και από ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, στερούμενος αδείας ικανότητας οδήγησης, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα τούτο να εκτραπεί από την ευθεία πορεία του επί του οδοστρώματος προς τα αριστερά και να προσκρούσει, διανύοντας απόσταση περίπου δέκα (10) μέτρων χωρίς έλεγχο, σε παρακείμενο (αριστερά) δένδρο.
Λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης, το αυτοκίνητο κόπηκε σε δύο τμήματα. Το εμπρόσθιο με τον οδηγό, αφού διένυσε μετά την πρόσκρουση απόσταση έξι (6) περίπου μέτρων, προσέκρουσε στη συνέχεια σε παρακείμενο τοιχίο και ακινητοποιήθηκε, ενώ το οπίσθιο, εντός του οποίου βρέθηκε το σώμα του συνεπιβάτη συγγενή των κυρίως εναγόντων, ακινητοποιήθηκε (σφηνωμένο) ανάμεσα στο άνω δένδρο και τοιχίο.
Συνέπεια του ενδίκου ατυχήματος ήταν, αφενός να τραυματισθεί θανάσιμα ο ανωτέρω συνοδηγός Κ. Κ., ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του και αφετέρου, να τραυματισθεί ο οδηγός και πρώτος (παρεμπιπτόντως) εναγόμενος. Ενόψει των ανωτέρω, υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που είχε ως επακόλουθο τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, είναι ο άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, καθόσον λόγω έλλειψης της απαιτούμενης προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, την οποία θα κατέβαλε κάθε μετρίως συνετός οδηγός υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, ανέπτυξε την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα άνω των 70 χιλ.
την ώρα, γεγονός που προκύπτει ιδίως, από τα προαναφερόμενα αποτελέσματα της πρόσκρουσης και εξαιτίας της έλλειψης γνώσεως και εμπειρίας για την ασφαλή οδήγηση στερούμενος σχετικής αδείας ικανότητας οδήγησης, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του ανωτέρω οχήματος, ώστε να δύναται σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα την εκτροπή του και την πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, υφιστάμενης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (άρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 20 παρ. 12, 94 παρ. 1, 5) οδήγησης του οχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω όμως, συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του είναι και ο συγγενής των εναγόντων, ο οποίος παρόλο που γνώριζε την μειωμένη ικανότητα για οδήγηση του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου και ότι αυτός δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης λόγω της ηλικίας του, εφόσον ήταν φίλοι και συμμαθητές, παρά ταύτα αναδέχθηκε τον κίνδυνο, να επιβιβασθεί και να παραμείνει στο ζημιογόνο αυτοκίνητο, συμβάλλοντας έτσι από δικό του πταίσμα, στην πρόκληση και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη και επέφεραν το θάνατό του, σε ποσοστό 50%"...".
Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα εξής: "...Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι δυνάμει του αριθμ. ...1-8-2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος Γ. Σ., ιδιοκτήτης του άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου, είχε ασφαλίσει αυτό στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...
AAE", για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κατά το χρονικό διάστημα 1-8-2005 έως 1-2-2006, δηλ. κατά τον χρόνο που συνέβη το ατύχημα. Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται, ότι η εν λόγω σύμβαση ασφάλισης διέπεται από τις διατάξεις του ΝΔ 400/1970, του Ν. 489/1976 όπως ισχύει, την ΥΑ Κ4/585/1978 όπως ισχύει, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 6 του Ν. 489/1976 και του Ν. 2496/1997.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 της σύμβασης αυτής, δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες, που προξενήθηκαν (παρ. 6), εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε την προβλεπόμενη από το νόμο αντίστοιχη άδεια οδήγησης. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι με την εν λόγω σύμβαση ασφάλισης συμφωνήθηκε και με παραπομπή στην ως άνω απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και ο ανωτέρω όρος του άρθρου 25 παρ. 6 της απόφασης αυτής, που απέκτησε συμβατική ισχύ.
Συνεπώς, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, για τον αποκλεισμό της ασφαλιστικής εταιρείας κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων οδηγού και κυρίου του ασφαλισμένου σ’ αυτήν ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία έχει κατά των τελευταίων αξίωση εξαναγωγής (ΑΠ 1468/2009 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός του δεύτερου παρεμπιπτόντως εναγομένου και ο συναφής τρίτος λόγος έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, περί συντρέχοντος πταίσματος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, λόγω του ότι δεν υπέβαλε πρωτοδίκως την από το άρθρο 4 Ν. ΓΠΝ/1911 ένσταση, περί περιορισμού της ευθύνης αυτού μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ανερχομένης στο ποσό των 4.000 ευρώ, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ (σχετ. Κρητικός "Αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα" εκδ. 2008 σελ. 764, παρ. 124), αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι η ένδικη (κύρια) αγωγική αξίωση των εναγόντων θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και όχι στις διατάξεις των άρθρων 2, 4, 9, 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, εφόσον ο άνω παθών επέβαινε του ζημιογόνου αυτοκινήτου και δεν θεωρείται τρίτος, οπότε οι αξιώσεις των εναγόντων για αποζημίωση δεν διέπονται από το Ν. ΓΠΝ/1911, σύμφωνα με το άρθρο 12 Ν. ΓΠΝ/1911, αλλά από το κοινό δίκαιο (ΑΠ 1409/2006 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος)...
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρέωσε τους παρεμπιπτόντως εναγομένους, να καταβάλουν σε ολόκληρο στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των 104.320,33 ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτό υποχρεούται να της καταβάλουν σε ολόκληρο έκαστο το ποσό των 40.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής τους στους ενάγοντες, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το σχετικό τρίτο λόγο της αριθμ. ...-6-2007 έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του όμως το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν καθ’ υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), διότι η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, που επίσης επιτρεπτά επισκοπήθηκε, δέχτηκε στη σελ. 8α αυτής ότι "από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και ήδη αναιρεσείων είχε προστήσει στην οδήγηση τον οδηγό - γιο του, αλλά ότι ο τελευταίος είχε αφαιρέσει τα κλειδιά του οχήματος αυτοβούλως".
Η παραδοχή αυτή της πρωτόδικης απόφασης δεν είχε προσβληθεί με λόγο έφεσης από κανένα διάδικο μέρος και συνεπώς δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο το σχετικό κεφάλαιό της. Το Εφετείο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς η παραδοχή αυτή της εκκαλουμένης απόφασης να εκκληθεί, απαντώντας στον 3° λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντα, με την οποία αυτός ζητούσε την απόρριψη της αναγωγής σε βάρος του, άλλως επικουρικά, τον ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του μέχρι την αξία του οχήματος πριν το δυστύχημα και ρητά αρνήθηκε την σχέση πρόστησης επισημαίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχτηκε πρόστηση, εν τούτοις το Εφετείο χωρίς να έχει υποβληθεί τέτοιο παράπονο, δέχτηκε ότι οι αξιώσεις της οικογένειας του θύματος - κυρίως εναγόντων για αποζημίωση διέπονται από το κοινό δίκαιο και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας σε βάρος και του ιδιοκτήτη παρεπιμπτόντως εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις.
Επομένως ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός 3ος κύριος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Εκτός τούτου όμως το Εφετείο αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για να θεμελιώσει ευθύνη του αναιρεσείοντα - ιδιοκτήτη από την έννομη σχέση της πρόστησης και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρ. 922 ΑΚ, διότι δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την αναγωγή και κατά του ιδιοκτήτη, χωρίς συγχρόνως να εξειδικεύσει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ευθύνη αυτού από πρόστηση και συγκροτούν τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της παρεπιμπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας να στραφεί και εναντίον αυτού. Επομένως, ιδρύεται και ο αναιρετικός λόγος εκ του αρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρ. 922 ΑΚ) και ο σχετικός 1ος πρόσθετος λόγος, κατά το κύριο Α’ σκέλος αυτού, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Πέραν τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη θεμελίωση ευθύνης του αναιρεσείοντα - ιδιοκτήτη κατά το κοινό δίκαιο από τη σχέση της πρόστησης διότι δέχεται μεν ορθά Α) ότι με ενεργή ασφαλιστική Σύμβαση (ασφαλιστήριο ...1-8-2005) ο αναιρεσείων είχε ασφαλίσει το όχημά του, κυριότητας αυτού, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, για το διάστημα από 1-8-2005 έως 1-2-2006 και επομένως ότι ίσχυε τούτο κατά το χρόνο του δυστυχήματος (28-1-2006) για ζημίες που τυχόν προκληθούν από το όχημα, Β) ότι επειδή ο ανήλικος οδηγός - γιος του ιδιοκτήτη δεν κατείχε άδεια οδήγησης ενεργοποιήθηκε ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος από την ασφαλιστική εταιρεία με βάση την ΥΑ Κ4/585/1978, η οποία ίσχυε τότε (καταργήθηκε μεταγενέστερα με τον Ν. 3557/2007), Γ) ότι το θύμα - επιβάτης δεν θεωρείται τρίτος ζημιωθείς κατά τη διάταξη του άρθρ. 12 Ν.
ΓΠΝ/1911 και Δ) ότι οι αξιώσεις των κυρίως εναγόντων - συγγενών δεν διέπονται από το νόμο αυτό, εν τούτοις ανατρέπει τις ορθές ως άνω παραδοχές ως προς τον αναιρεσείοντα ιδιοκτήτη με την εσφαλμένη παραδοχή ότι οι συγγενείς του επιβάτη έχουν αξίωση από το κοινό δίκαιο και ότι η παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία νομιμοποιείται να στραφεί αναγωγικά και κατά του ιδιοκτήτη, χωρίς όμως να εξειδικεύει, εάν η αξίωση αυτή των συγγενών στηρίζεται έναντι του ιδιοκτήτη στην 922 ΑΚ ή ενδεχομένως σε άλλη έννομη σχέση, όπως επί παραδείγματι στην παραμέληση εποπτείας του γιού του κατ’ άρθρ. 923 ΑΚ, πλην όμως τέτοια βάση δεν υπήρχε στην κύρια αγωγή και γι’ αυτό αλυσιτελώς ο αναιρεσείων ως εκκαλών εκθέτει ότι δεν παραμέλησε την εποπτεία του γιου του.
Εκτός αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί γιατί η ασφαλιστική εταιρεία καλύπτει και την αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη - αναιρεσείοντα εναντίον του επιβάτη - θύματος, που στη συνέχεια γεννά το δικαίωμά της να στραφεί εναντίον του ασφαλισμένου της αναγωγικά, εφόσον για να θεμελιωθεί ευθύνη του ασφαλιστή για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του ασφαλισμένου οχήματος έναντι του επιβάτη ΙΧΕ αυτοκινήτου πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ιδιοκτήτης ευθύνεται από αδικοπραξία του κοινού δικαίου, εφόσον ο Ν.
ΓΠΝ/1911 εξαιρεί την ευθύνη του ιδιοκτήτη ΙΧΕ αυτοκινήτου έναντι του επιβάτη, που δεν είναι τρίτος (εκτός βέβαια του επιβάτη λεωφορείου). Επομένως, η προσβαλλόμενη δεν έχει νόμιμη βάση, διότι περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ευθύνη του αναιρεσείοντα ιδιοκτήτη ως παρεπιμπτόντως εναγομένου έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και συνεπώς ιδρύεται και ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρ. 922 ΑΚ.
Συνακόλουθα οι σχετικοί 4ος κύριος αναιρετικός λόγος και ο 1ος πρόσθετος κατά το Β’ επικουρικό σκέλος του πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.
Εξάλλου, η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων στο ως άνω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του 2ου κύριου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ουσιώδης ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι δεν υπήρχε σχέση πρόστησης, όπως και του 2ου πρόσθετου λόγου με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 19 με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε συμβατική ισχύ ο όρος αποκλεισμού της ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος, με βάση το άρθρ. 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4/585/1978 και ειδικότερα αν είχε παραδοθεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στον ασφαλισμένο της - αναιρεσείοντα και αν είχε επικολλήσει αυτός το ειδικό σήμα στο μπαρ-μπριζ του αυτοκινήτου, εφόσον οι ανωτέρω λόγοι πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης για την παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή, που αναιρέθηκε κατά τα ανωτέρω.
Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, διότι ο μεν λόγος εκ του άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, διότι ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει πρόστηση συνιστά αρνητικό ισχυρισμό της αναγωγής και δεν είναι "πράγμα" (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 545/2014, ΑΠ 1479/2014, ΑΠ 538/2012) και άρα είναι απαράδεκτος, ενώ ο λόγος εκ του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι ο αναιρεσείων κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στήριξε τις αξιώσεις του στην ενεργή ασφαλιστική σύμβαση και επομένως είχε αποδεχθεί σιωπηρά το δεσμευτικό γι’ αυτόν περιεχόμενο της απαλλακτικής ρήτρας της ως άνω ΥΑ περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική του κάλυψη (ΑΠ 1467/2009).
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής - αναγωγής της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ως προς τον αναιρεσείοντα Γ. Σ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) το έτος 2011 και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν υπείχε τότε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου κατ’ άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 του Ν. 4055/2012 και ίσχυσε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 113 του νόμου αυτού.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλη... σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα - ασκήσαντα προσθέτους λόγους αναίρεσης, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, λόγω της δυσερμηνείας των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 641/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα Ι. Σ..
Επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ΕΚ, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αναιρεί την υπ’ αρ. 641/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο αυτής που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα, Γ. Σ. του Ι., κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο πρέπει να συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλη... σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα - ασκήσαντα προσθέτους λόγους αναίρεσης, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ